Το παζάρι του καιρού

Αττική, Παρασκευή 28 Σεπτέμβρη, τυχαία περιοχή, τυχαία οικογένεια, ώρα 20:00

Η τηλεόραση παίζει ειδήσεις, ανάλυση μετεωρολόγων και άλλων ειδικών για το φαινόμενο «Ξενοφών» που μαίνεται και το φαινόμενο «Ζορμπάς» που έρχεται.

  • Γιώργο, βλέπεις τι λένε;
  • Εδώ και τρεις μέρες αυτά λένε αλλά δεν έγινε και τίποτα τραγικό.
  • Κι αν γίνει τώρα;

Σιγή…

  • Αύριο έχουμε και λαϊκή, να πας πρωί-πρωί να προλάβεις τον καιρό.
  • Ναι αλλά θα προλάβω και τις τιμές ψηλά ρε Ελένη!
  • Δεν πειράζει, ΤΩΡΑ σε έπιασαν οι τσιγκουνιές;

Σιγή ξανά…

  • Αύριο έχει και το παιδί ποδόσφαιρο ε; Δεν πιστεύω να τον πας;
  • Γιατί όχι; Αν δεν αφήνει ο καιρός δε θα γίνει προπόνηση
  • Δηλαδή αν βρέχει δε θα γίνει;
  • Ανάλογα πόσο θα βρέχει βρε Ελένη!
  • Α δηλαδή να βραχεί το παιδί, δε σε νοιάζει εσένα. Να κρυώσει, να τρέχουμε. Για να μη χάσει το ποδόσφαιρο.
  • Γιατί να το χάσει;
  • Άσε μας ρε Γιώργο, μην χάσει την παράδοση και μείνει πίσω στην ύλη;
  • Καλά θα δούμε (κερδίζει χρόνο περιμένοντας το σύμμαχο)

Αττική, Σάββατο 29 Σεπτέμβρη, ίδια, τυχαία περιοχή, ίδια, τυχαία οικογένεια, ώρα 09:00

  • Καλημέρα μαμά! Πού είναι οι κάλτσες μου του ποδοσφαίρου.
  • Στην ντουλάπα.
  • Δεν είναι! Κοίταξα!
  • Αν έρθω και τις βρω θα γίνει χαμός
  • Α! Τις βρήκα ναι.

Λίγα δευτερόλεπτα μετά…

  • Γιώργο του είπες ότι θα πάει για μπάλα;
  • Δεν του το είπα εγώ, μόνος του. Αλλά γιατί να μην πάει; Ψιχαλίζει μόνο.
  • Θες να ξανακάνουμε την ίδια συζήτηση;

Είσοδος του νεαρού Μέσι στην κουζίνα

  • Άντε μπαμπά, πίνω το χυμό και φεύγουμε ε;
  • ΟΚ
  • Τι ΟΚ; Πλάκα μου κάνετε και οι δύο;
  • Έλα ρε Ελένη, άσε το παιδί, θα αλλάξει μετά αν βραχεί. Χαζός είναι; Θα δω κι εγώ τον καιρό και αν χαλάσει πολύ θα του πω να φύγουμε.
  • Γιώργο τελείωνε! Είπα όχι.
  • Έλα ρε μαμά, αφού μου αρέσει! Θα προσέχω! Θες να στενοχωρηθώ να είμαι όλο το Σαββατοκύριακο στενοχωρημένος; (γάτος ο μικρός)
  • Καλά άντε, να πας αλλά να προσέχεις! Να πεις του προπονητή αν βρέχει να μη σας βάλει στο γήπεδο!
  • Μετά θα πάμε και λαϊκή αν είναι μαζί με το παιδί.
  • Πλάκα κάνεις έτσι; Θα τον φέρεις εδώ και θα πας ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ! (Μάλλον η βροχή στη λαϊκή δεν είναι επικίνδυνη. Ή ο Γιώργος είναι άτρωτος)

children-playing-football-in-rain-12.jpg


ΒΟΝUS- TIPS

Αυτή περίπου η ιστορία εξελίχθηκε σε όσα σπίτια έχουν παιδί που παίζει ποδόσφαιρο ή κάνει οποιοδήποτε outdoor (ναι έτσι το λέμε στην Κρήτη) αθλητισμό το προηγούμενο Σαββατοκύριακο! Ειδικά σε γονείς με παιδιά «νέα» στον αθλητισμό, κάπου 5 με 8-9 χρονών.

Με αφορμή αυτό και μετά από μερικές δεκαετίες εμπειρίας στο concept «βροχή-ποδόσφαιρο» κι έχοντας πια περάσει και από τις πλευρές της διαπραγμάτευσης, μερικά σύντομα tips κυρίως για τις μαμάδες που ανησυχούν και τους μπαμπάδες που θέλουν επιχειρήματα:

  • Ναι, οι προπονητές είναι άνθρωποι με κρίση και λογική. Αν δουν ότι δεν πρέπει να γίνει μία προπόνηση λόγω καιρού, ΔΕΝ την κάνουν. Δεν έχουν κανένα λόγο να πάρουν ΡΙΣΚΟ.
  • Όχι, τα παιδιά όταν παίζουν υπό βροχή δεν αρρωσταίνουν. Θα αρρωστήσουν αν βγαίνοντας από το γήπεδο δεν αλλάξουν (όλα τα) ρούχα.
  • Όχι, το κατάλληλο ντύσιμο για να παίξουν υπό βροχή δεν είναι το «κρεμμύδι». Ότι φορούν πάντα κι ένα αντιανεμικό αδιάβροχο αρκούν.
  • Ναι, στα παιδιά αρέσει να παίζουν με βροχή. Και στους μεγάλους.
  • Ναι, στα παιδιά κάνει καλό να σκληραγωγηθούν λιγάκι. Είναι φτιαγμένα από τη φύση να αντέχουν μερικά πράγματα.

Χαλαρώστε και αφήστε τα να ζήσουν τον αθλητισμό ολοκληρωμένα. Ένα μέρος του είναι να μάθουν να παίζουν σε πιο δύσκολες συνθήκες, να κρίνουν αν όντως μπορούν να παίξουν, να μάθουν ότι με την πρώτη δυσκολία δε σταματά η ζωή αλλά και να βρουν τους τρόπους αυτοπροστασίας. Η ενασχόληση με τον αθλητισμό γίνεται κυρίως για αυτά κι όχι τόσο για να βγουν νέοι Ρονάλντο και Μέσι. Αλλά και Ρονάλντο και Μέσι αν θες να βγάλεις πρέπει να του μάθεις να μην το παρατάει στην πρώτη δυσκολία (πχ βροχή ή κρύο) αλλά να βρει τρόπο να επιβιώσει! Σε τελική ανάλυση τα δικά μας εδώ παίζουν σε λίγο-πολύ καλές συνθήκες…

b3210558cd5745d19ffd0772746fe2e2.jpg

Αρχίζει το ματς!

Η Superleague 2018-2019 ξεκινά αυτό το Σαββατοκύριακο αν δεν το ξέρετε. 

Τι (να περιμένουμε ότι) θα δούμε; Το ποδόσφαιρο έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί. Ακόμα κι αυτό το ελληνικό πρωτάθλημα έχει ιστορίες να μας πει αν το ακούσουμε. Σκέφτηκα λοιπόν πριν το ακούσουμε και πριν καν ξεκινήσει να κάνω μία απόπειρα να διηγηθώ προκαταβολικά την ιστορία του ως προς το πώς θα εξελιχθεί. Με μία μίνι-ανάλυση και προβλέψεις, έτσι για τη χαρά της διάψευσης. Το κείμενο το έγραψα αρχικά για το oficrete.gr

Bonus στο τέλος του κειμένου, μουσική για να σας συνοδεύει στην ανάγνωση. Τρία τραγούδια γιατί είναι και 1.500 λέξεις κείμενο…

Γενικό σχόλιο

Μην περιμένετε πολλά από μπάλα και θέαμα. Το γνωστό μοτίβο, από τους περισσότερους: πολλή προσοχή πίσω κι αν μπει γκολ μπήκε. Και φέτος τις νίκες θα δίνουν οι στημένες φάσεις, τα λάθη και οι αντεπιθέσεις στο 80% των παιχνιδιών. Αν τελικά μπει το VAR ίσως καταφέρουμε κάποια χοντρά να τα μαζέψουμε και να μην αλλάζουν ολόκληρα ματς από ένα σφύριγμα (μεταξύ μας, χλωμό).

Οι τέσσερις ταχύτητες

Τρεις ομάδες διεκδικούν τον τίτλο (ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, Ολυμπιακός). Μερικές ακόμα ξεχωρίζουν και δε θα κινδυνεύσουν, άρα θα πάνε για Ευρώπη αυτομάτως (Αστέρας Τρίπολης) , κάποιες άλλες, ο κύριος όγκος των ομάδων, ανάμεσά τους κι ο ΟΦΗ, θα έχουν το νου τους προς τα πίσω ως το τέλος σχεδόν και 2-3 θα είναι από την αρχή ως το τέλος στον πάτο (Λεβαδειακός, ΑΕΛ, Απόλλων).

Θυμίζουμε ότι πέφτουν 3. Οι 2 απευθείας και ο 3ος με κάποιο μπαράζ με τον 2ο της Football Legue όπως δείχνουν τα πράγματα αλλά ακόμα δεν είναι κάτι δεδομένο. Ίσως γίνει και διαδικασία play out στις θέσεις 15-14-13. Ας κρατήσουμε τη γενική ιδέα ότι από τη 12η θέση και πάνω είσαι (μάλλον) ήρεμος.

Superleague 2018-19

Οι ομάδες

ΑΕΚ: Περσινή πρωταθλήτρια, με Ουζουνίδη πλέον στον πάγκο. Αυτή τη στιγμή μοιάζει με την ομάδα του Χιμένεθ, κλειστή πίσω και το γκολ κάπως θα έρθει. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αν δεν βρεθεί στις καθυστερήσεις 8αρι και φορ δύσκολα θα είναι στη μάχη για τον τίτλο ως το τέλος. Δε γίνεται να «κλέψεις» (αγωνιστικά καθαρά) για δεύτερη σαιζόν πρωτάθλημα, χρειάζεται και να παίξεις. Και η ΑΕΚ μέχρι σήμερα δεν είναι δομημένη και δεν έχει τις μονάδες να φτιάχνει παιχνίδι και να διασπά κλειστές άμυνες. Επιπλέον δείχνει να μην έχει το βάθος που απαιτούν 3 διοργανώσεις κι αν περάσει στους ομίλους του Champions League, εκτιμώ ότι μειώνει ακόμα περισσότερο τις ελπίδες της για τίτλο. Εννοείται ότι στη θέση τους κι εγώ Champions League θα διάλεγα.

Πρόβλεψη: 2-3

ΠΑΟΚ: Πήρε παίκτες, μεσοεπιθετικά έχει μεγάλο βάθος και ποικιλία. Αυτή τη στιγμή είναι το φαβορί. Ένα ερώτημα είναι πόσο θα επηρεαστεί από τις Ευρωπαϊκές του υποχρεώσεις αν και σε σχέση με την ΑΕΚ έχει περισσότερες επιλογές. Επιπλέον μάλλον έχει τη μεγαλύτερη κάψα για να το πάρει. Φυσικά παραμένει αυτοκαταστροφικός κι αυτό ας το υπολογίζουμε. Έχει πάντως τις δυνατότητες να δώσει και ματς με θέαμα.

Πρόβλεψη: 1-2

Ολυμπιακός: Ενισχύθηκε. Δεν ξέρουμε καλά τον προπονητή του ο οποίος αποτελεί στοίχημα αλλά τα πρώτα δείγματα με Λουκέρνη δείχνουν άνθρωπο τουλάχιστον σοβαρό που εμφάνισε ομάδα με αρχή μέση και τέλος. Για να πάει χειρότερα από πέρυσι είναι σχεδόν αδύνατο. Θεωρώ δεδομένο ότι θα παίξει καλύτερη μπαλίτσα από πέρυσι. Δεν ξέρω αν φτάνει αυτό για να πάρει πρωτάθλημα. Αλλά θα το διεκδικήσει ως το τέλος.

Πρόβλεψη: 1-2

Ατρόμητος: Αποδυναμώθηκε κυρίως μεσοεπιθετικά. Θα του λείψει πολύ ο Ουάρντα τον οποίο ουσιαστικά δεν αντικατέστησε. Το πρώτο δείγμα στην Ευρώπη ειδικά μεσοαμυντικά ήταν επίσης προβληματικό. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι πέρυσι έκανε υπέρβαση. Φέτος μάλλον θα δούμε «διόρθωση» και τους παίκτες αλλά και συνολικά την ομάδα στο πραγματικό τους επίπεδο. Δε μπορώ να φανταστώ πως θα ανταγωνιστεί τους 3 παραπάνω. Μπορώ όμως να φανταστώ ότι μπαίνοντας στο μεγάλο γκρουπ με τις πολλές ομάδες που ΜΑΛΛΟΝ δεν θα πέσουν μπορεί να μπλέξει. Υπάρχει και κακό κλίμα.

Πρόβλεψη: 7-13

Αστέρας Τρίπολης: Λογικά θα συνεχίσει από εκεί που το άφησε. Αποκλείστηκε κατά λάθος από την Ευρώπη, έχει καλό και γεμάτο ρόστερ και μάλλον θα είναι ο πιο κοντινός στους 3 διεκδικητές. Έχει προπονητή οργανωτικό και μεθοδικό και είναι από τις ομάδες που αν θέλει μπορεί και να παίξει μπάλα ικανοποιητική. Πολύ ενδιαφέρον έχουν και 2-3 νέοι παίκτες που από πέρυσι γνωρίσαμε και φέτος θα δούμε αν θα κάνουν το μπαμ.

Πρόβλεψη: 4-5

Ξάνθη: Κι εκείνη λογικά θα συνεχίσει από εκεί που το άφησε. Δεν ενισχύθηκε η αλήθεια είναι αλλά έχει ομοιογένεια, ηρεμία και καλό προπονητή. Στη μετριότητα που επικρατεί αυτό το τρίπτυχο είναι αρκετό να σε απομακρύνει από περιπέτειες. Δεν ελπίζω να δούμε κανένα τρομερό θέαμα, ελπίζω να δούμε κάποιον νέο παίκτη έλληνα όπως παραδοσιακά συμβαίνει εκεί ανά 1-2 χρόνια.

Πρόβλεψη: 5-8

Πανιώνιος: Μέσα σε λίγα χρόνια από ομάδα των υποδομών και των νέων Ελλήνων, μετατράπηκε σε λεγεώνα των ξένων, κάνοντας μία ενδιάμεση στάση ως ομάδα των δανεικών.  Έχει νέο προπονητή και ουσιαστικά καινούρια ομάδα. Άρα εξ’ ορισμού δεν θα έχει στην αρχή ομοιογένεια (ακόμα τώρα κάνει μεταγραφές).Κι αυτό μπορεί να του στοιχίσει. Μεγάλο ερωτηματικό είναι το τέρμα και η άμυνά τους. Φήμες λένε ότι 1-2 ξένοι που αποκτήθηκαν θα ξεχωρίσουν αλλά και πάλι αυτό δε φτάνει. Αν βρει γρήγορα πατήματα και το 50% όσων έφερε είναι στοιχειωδώς αξιοπρεπείς θα τη γλυτώσει. Θα είναι όμως;

Πρόβλεψη: 8-13

Παναιτωλικός: Κι εκείνος συνεχίζει από εκεί που το άφησε από το Γενάρη και μετά με Δέλλα. Το τρίπτυχο και αυτή την περίπτωση είναι ομοιογένεια-ηρεμία και σοβαρός προπονητής που όπως προαναφέρω είναι αρκετό να σε βγάλει από μεγάλα μπλεξίματα. Με ένα καλό ξεκίνημα (με εξαίρεση μία γκέλα στη 2η αγωνιστική!) ο Παναιτωλικός μπορεί να φτάσει αρκετά ψηλά. Πόσο ψηλά θα εξαρτηθεί και από το πόσο θα τραβήξουν οι μικροί που σταδιακά μπαίνουν στην ομάδα.

Πρόβλεψη: 5-9

ΠΑΣ Γιάννινα: Φέτος θα είναι δύσκολη χρονιά. Και πέρυσι φάνηκε η κάμψη αλλά τώρα δείχνουν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Καλός ο Πετράκης, χρυσός, αλλά η αιμοραγία είναι μεγάλη στο ρόστερ και οι αναπληρώσεις ελάχιστες. Αν φύγει κι ο Κόντε πιθανόν θα είναι η χαριστική βολή. Επειδή υποσχέθηκα να μη μιλήσω για παρασκήνιο θα προσπαθήσω να μη βάλω στην εξίσωση πιθανές πλάτες. Αλλά ακόμα και με αυτές δύσκολη χρονιά προβλέπω. Όλες του οι ελπίδες είναι τα ματς εντός.

Πρόβλεψη: 9-14

Λεβαδειακός: Όπως κάθε χρόνο άλλαξε μεγάλο μέρος του ρόστερ και προπονητή. Επέλεξε να πάρει ξένους αρκετούς που δε γνωρίζουμε. Όταν η πιο safe επιλογή σου μεταγραφικά είναι ο Όμο και ο Ζησόπουλος, τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά. Μάλλον ήρθε η ώρα για σοβαρές περιπέτειες. Εκτίμησή μου είναι ότι αυτή τη φορά δεν γλυτώνει.

Πρόβλεψη: 12-16

Παναθηναϊκός: Φτάσαμε στην 11η ομάδα για να δούμε το όνομά του. Και από ότι δείχνει η κατάσταση κάπου εκεί θα κινηθεί και του χρόνου. Έχει δυσανάλογα καλύτερο τιμ (Δώνης- Νταμπίζας) από ρόστερ. Κι επειδή μπάλα παίζει το δεύτερο, θα πρέπει ο Δώνης να κάνει το θαύμα του και να βγάλει λαγούς από το καπέλο. Ακόμα και καλοί να είναι όλοι αυτοί οι μικροί, θα πρέπει να σκληρύνουν από το πρώτο ματς και να βρουν τρόπο να κρύψουν την απειρία τους. Αν πάντως καταφέρουν και σώσουν φέτος την παρτίδα, πιθανόν να αποκτήσουν ένα κορμό παικτών ελλήνων για αρκετά χρόνια.

Πρόβλεψη: 9-14

Λάρισα: Εκτός του ότι πέρυσι ήταν σε όλη τη διάρκεια της σαιζόν κακή φέτος δείχνει ακόμα χειρότερη. Με τον Κούγια είναι δεδομένο ότι ούτε ομοιογένεια θα έχεις ούτε ηρεμία. Έχεις έναν προπονητή με καλά στοιχεία αλλά πόσο μπορείς να βασίσεις πρόβλεψη για ομάδα του Κούγια πάνω στον προπονητή; Ήρθε ένα καράβι με ξένους αγνώστους σε εμάς. Στα φιλικά φάνηκε ότι μάλλον είναι η πιο αδύναμη ομάδα, κόσμος και διοίκηση έχουν θέμα, το χορτάρι στο γήπεδο είναι απαράδεκτο, γενικά μαύρα τα μαντάτα.

Πρόβλεψη: 11-16

Λαμία: Η πιο βαρετή ομάδα του περσινού πρωταθλήματος, με τον πιο βαρετό προπονητή. Φέτος έκανε αξιόλογες προσθήκες αλλά έχει αλλάξει εντελώς τη μεσαία γραμμή της. Αν βρει εκεί την ισορροπία της πιθανόν θα είναι λιγότερο βαρετή από πέρυσι, πάντα σε πλαίσια Τεννέ και ελαφρώς βελτιωμένη. Δε θα δούμε ούτε και φέτος μπάλα από τη Λαμία ούτε και νέους παίκτες όπως θα περίμενε κανείς από μία επαρχιακή ομάδα. Θα δούμε όμως αντιπάλους να φτύνουν αίμα να την κερδίσουν και πιθανόν μερικές κηδείες εκτός.

Πρόβλεψη 10-15

Απόλλων: Δείχνει σήμερα το μεγάλο φαβορί για υποβιβασμό. Κακό κλίμα, πλήρης αλλαγή του ρόστερ με παίκτες που δεν γνωρίζουν το πρωτάθλημα και κυρίως προπονητής που δεν ξέρει καθόλου που έχει έρθει, με τη διοίκηση της ομάδας ήδη να κάνει δεύτερες σκέψεις. Ο τεχνικός διευθυντής ας πούμε έχει ήδη αλλάξει. Αν δεν ξεκινήσει και καλά που βάση της εικόνας των φιλικών μοιάζει αρκετά πιθανό, τότε δύσκολα θα τα καταφέρει.

Πρόβλεψη: 12-16

Άρης: Πολλές μεταγραφές, στα χαρτιά τουλάχιστον δυνατές, νέος προπονητής, ενθουσιασμός, προσδοκίες για δυναμική επιστροφή, ο κόσμος ανυπομονεί. Αυτά στα θετικά. Κατά τα άλλα μεγάλο ερώτημα είναι το οικονομικό (μεγάλο το άνοιγμα), αν ο προπονητής θα καταφέρει να προσαρμοστεί στην ελληνική πραγματικότητα, αν οι παίκτες που έφερε θα κάνουν το ίδιο. Από όσους έφερε οι μόνοι που ξέρουμε καλά είναι στην επίθεση, ο Γιουνές (πολύ καλή προσθήκη) και ο Ναζλίδης (άβυσσος η ψυχή…). Στα φιλικά είναι τρένο. Δε μου λέει κάτι αυτό. Αν ξεκινήσει καλά μπορεί να πάει αρκετά ψηλά. Αξιοσημείωτο ότι έχει πάρα πολύ καλό πρόγραμμα στις πρώτες 6 αγωνιστικές.

Πρόβλεψη: 5-9

Τον ΟΦΗ δεν τον βάζω στην ανάλυση αφού τον αναλύουμε στο oficrete.gr κάθε μέρα. Ενίοτε σε βαθμό υπερβολής. Θα περιοριστώ στη σημασία του Παπαδόπουλου, στο ότι είναι σημαντικό να υπάρχει ροή στο οικονομικό και να βρεθεί τρόπος να ανταπεξέλθει η ομάδα στο πολύ δύσκολο πρόγραμμα στην αρχή. Αν το καταφέρει θα πάνε όλα καλά. Ματς-κλειδιά το πρώτο με Πανιώνιο και το δεύτερο με τον Παναιτωλικό. Με 4-6 βαθμούς είσαι σε καλό δρόμο.

Για να είμαι και τυπικός η πρόβλεψή μου για τον ΟΦΗ είναι ότι θα είναι στις θέσεις 6-10.

 

Η αξία της Ουτοπίας

Το στόρυ ενός πραγματικού ποδοσφαιρικού μύθου, του Όσκαρ Ταμπάρεζ από τον Zastro στο athletestories.gr:
Η αξία της Ουτοπίας

Το πρόσωπό του σκαμμένο, κάθε ρυτίδα φανερώνει πόσο έχει υποφέρει. Ένα πρόσωπο σημαδεμένο, χαρακωμένο και διαβρωμένο μετά από μάχες που δεν είναι μόνο αθλητικές. Αυτό το πρόσωπο έγινε πολύ γρήγορα μια από τις συμβολικές εικόνες ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου που αρέσει μετά από πολλά χρόνια, ακριβώς, επειδή εγκαταλείψαμε τη ρητορική των σούπερ ηρώων και αγκαλιάσαμε την ανθρώπινη διάσταση.

Στηριζόμενος σε ένα δεκανίκι, ενώ δίνει εντολές στους «πολεμιστές του», ο Oscar Washington Tabarez, στα 71 του χρόνια, κατέκτησε όλα τα πρωτοσέλιδα που του χρωστούσε η σαραντάχρονη καριέρα του. Στο τέταρτο και τελευταίο Μουντιάλ της καριέρας του, προκάλεσε τον εαυτό του, τα έβαλε με τους δαίμονές του και με μια ασθένεια που μερικά χρόνια τώρα, εξασθενεί τον οργανισμό του, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με λεπτό. Το μοναδικό του αντάλλαγμα ήταν να βλέπει τους παίκτες του, τους «μαθητές» του, τους «στρατιώτες» του, να ανταποδίδουν με ό,τι έχουν κι όσο έχουν. Και λίγο περισσότερο.

Με το πέρασμα των αγώνων, προσάρμοσε την ομάδα της Ουρουγουάης στο τέμπο του τουρνουά, διέγνωσε ότι αυτό το Μουντιάλ δεν βασίστηκε μόνο στις συμπαγείς άμυνες, ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από το αποτέλεσμα. Αναθεώρησε ιδέες, εξελίχθηκε κι ο ίδιος ως τεχνικός, ανακάλυψε πτυχές και σταθερές που απέχουν παρασάγγας από τις διπλές ζώνες άμυνας που είχε στο νου του ταξιδεύοντας για τη Ρωσία. Διότι για τον Tabarez σημασία δεν έχει μόνο το αποτέλεσμα, πάνω απ’ όλα είναι η διαδρομή. Η Ουρουγουάη δεν τα κατάφερε, έφτασε όμως μέχρι εκεί που λίγοι περίμεναν, ασχέτως εάν κάποιοι αιθεροβάμονες περίμεναν να προχωρήσει περισσότερο και – οι πιο ρομαντικοί κι ονειροπόλοι – να κατακτήσει το κύπελλο.

Ο Tabarez διασκέδασε τον αποκλεισμό από την (καλύτερη) Γαλλία με μια από τις αγαπημένες του παραβολές: «Σκεφθείτε ότι βρίσκεστε απέναντί μου, βαθιά στον ορίζοντα. Κάνω δυο βήματα να σας πλησιάσω και αυτομάτως κάνετε κι εσείς δυο πίσω. Πεισμώνω και κάνω δέκα βήματα. Με πολύ κόπο. Διαπιστώνω όμως ότι και ο ορίζοντας κινείται δέκα βήματα πιο μακριά. Όσο κι αν περπατήσω, όσο κι αν μοχθήσω, δεν πρόκειται να σας φθάσω ποτέ. Γιατί λοιπόν να κυνηγώ αυτή την ουτοπία; Θα σας πω γιατί. Ακριβώς διότι θα μοχθήσω και θα κάνω βήματα προς τα εμπρός».

Πίσω από αυτά τα λόγια του προπονητή, στην καρδιά αυτής της παραβολής του Tabarez, είναι και η αυταπάρνηση των παικτών του στο χορτάρι. Στο ότι μόχθησαν όσο μπορούσαν κι ακόμα περισσότερο. Στο ότι παρουσιάστηκαν έτοιμοι να πεθάνουν στον αγωνιστικό χώρο, σαν πολεμιστές. Από το ιδρωμένο και λαβωμένο πρόσωπο του Edinson Cavani που τόσο έλειψε στο τελευταίο παιχνίδι, μέχρι την απογοήτευση στο πρόσωπο του Caceres, όταν ο Lloris θύμισε Banks το ’70 και απέκρουσε αναπάντεχα την κεφαλιά του σε ένα χρονικό σημείο του αγώνα που η «ουτοπία» του Tabarez έμοιαζε πιο κοντά από ποτέ.

Για την ουτοπία μόχθησαν όλοι, από τον Suarez μέχρι τον τελευταίο αναπληρωματικό. Όλοι για τη μικρή δημογραφικά, αλλά τεράστια στην καρδιά πατρίδα, όλοι για τη φανέλα, όλοι για το Maestro, το «Δάσκαλο». Τον Oscar Washington Tabarez.

Γεννήθηκε 3 Μαρτίου του 1947 στο Montevideo. Μεγάλωσε κανονικά, αξιοπρεπώς, ποτέ του δεν έπαιξε το χαρτί της φτώχειας, παραείναι περήφανος για να διηγείται δακρύβρεχτες ιστορίες. Την οικογένειά του την αναφέρει πάντοτε ως ταπεινή. Ποτέ φτωχή. «Μεγάλωσα με αξιοπρέπεια, τα απαραίτητα δεν μας έλειψαν ποτέ. Τελείωσα το γυμνάσιο που ήταν το βασικό. Βρέθηκε ο τρόπος να προχωρήσω περισσότερο, να τελειώσω και το λύκειο, να πάω ακόμη παραπέρα. Όπως συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή, ο πατέρας μου έλειπε πολλές ώρες στη δουλειά, η μάνα μου έμενε στο σπίτι να μας φροντίσει. Δεν ξέρω ποιον πρέπει να ευχαριστήσω περισσότερο». Ήταν ο μεγαλύτερος από τους τρεις γιους, ο Williams είναι τρία χρόνια νεότερος, ο Walter οκτώ. Ο πατέρας του, ο Oscar, ήταν εργάτης σε ένα εργοστάσιο γαλακτοκομικών, έτσι βρισκόταν πάντοτε ο τρόπος να υπάρχει κάτι επάνω στο τραπέζι όταν επέστρεφε αργά για να δειπνήσει με την οικογένεια. Τον αγαπούσε πολύ τον πατέρα του, πιο πολύ όμως σεβόταν τον αγώνα του, τη συνέπειά του και το γεγονός ότι τους μεγάλωσε φυσιολογικά σε ένα περιβάλλον πολύ δύσκολο.

Όταν ήταν ακόμη παιδί, τον φώναζαν Washington. Οscar έγινε στα χρόνια του λυκείου, όταν πια είχε μπει στην εφηβεία. Το ποδόσφαιρο το λάτρευε από μικρός, από τότε που χανόταν στους δρόμους μεταξύ Cerrito de la Victoria και Brazo Oriental και έπαιζε με τους συνομήλικους. Είχε πολύ μεγάλη αδυναμία στη μητέρα του, μια γυναίκα πολύ δυνατή που δρούσε περισσότερο με το ένστικτο παρά με τη λογική. Ο ίδιος ο Tabarez είναι πιο γλαφυρός: «Η μητέρα μου αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στους τρεις μας. Πιο πολύ με μια προσέγγιση που έβγαινε από τα σπλάχνα της και όχι βασισμένη στη λογική ή τη σταθερότητα. Σταθερότητα παρείχε ο πατέρας μας, η μητέρα μας ώθησε να μελετήσουμε, να είμαστε επιμελείς και μας έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσουμε και να γίνουμε κάτι στη ζωή μας. Και οι τρεις.». Ο Williams επέλεξε να αρχίσει να εργάζεται με το που τελείωσε το γυμνάσιο, ο Walter έγινε δάσκαλος και σήμερα είναι διευθυντής του Κολλεγίου του Άγιου Φραγκίσκου της Ασίζης στο Μοντεβιδέο και παράλληλα εργάζεται και στο δημόσιο σχολείο της La Teja. Κι ο Oscar;

Ο Oscar από πιτσιρίκος μαζί με τον ξάδερφό του, τον Miguel Angel, να παίζει, να μιλάει, να ονειρεύεται ποδόσφαιρο. Μάζευαν μαζί χαρτάκια, ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία η συμπλήρωση του άλμπουμ, πολλές φορές ο Miguel το άφηνε στο σπίτι του Oscar για να το ξεφυλλίζει τις νύχτες. Μια μέρα το πήρε και μαζί στο σχολείο και του το έκλεψε ένα μεγαλύτερο παιδί. Ήταν η πρώτη μεγάλη στενοχώρια στη ζωή του. Ήθελε να εξαφανιστεί από ντροπή, δεν ήξερε πως να το πει στον ξάδερφό του. Βρήκε το θάρρος και το είπε, ο Miguel δεν του εβαλε τις φωνές, δεν τον κατσάδιασε, αντίθετα με την ψυχραιμία και την αντιμετώπισή του, έδειξε στο μικρό Oscar ότι τις ήττες και τις απώλειες τις αντιμετωπίζεις χωρίς δραματοποίηση.

Ο Miguel τον πήρε μαζί του στην Ciclón του Cerrito που προπονούσε ο πατέρας του, αλλά ο Oscar δεν ήταν καλός. Σπανίως τον έβαζε να παίζει ο θείος Ismael κι όσες το έκανε ήταν για να μην καταστρέψει τα όνειρα του παιδιού.

Ξεκίνησε σαν επιθετικός, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του ήθελε να είναι πρωταγωνιστής. Πολύ γρήγορα όμως κατάλαβε ότι το ταλέντο του είναι λειψό. Όταν πήγε να παίξει σε μια άλλη ομάδα, τη Faro, τον έβαλαν στην άμυνα. Δεν τον ενόχλησε, είχε το χρόνο και τη δυνατότητα να δει το ποδόσφαιρο διαφορετικά, πιο ολοκληρωμένα, διότι μέσα του ήξερε ότι ως ποδοσφαιριστής πολύ δύσκολα θα έχει την ευκαρία να διαπρέψει. Αντιθέτως, στο σχολείο ήταν επιμελής, κατόρθωσε και πέρασε το “magisterio” για να γίνει δάσκαλος. Δεν ήταν το όνειρό του, το επέλεξε σχεδόν τυχαία, επειδή οι περισσότεροι φίλοι του επέμεναν ότι του ταιριάζει. Μέχρι που ήρθε σε επαφή με τα παιδιά θεωρούσε ατυχέστατη επιλογή να διδάξει, ακόμα είχε στο νου το ποδόσφαιρο.

Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του χρονολογείται στο 1967, όταν ντεμπουτάρει στην primera εναντίον της Racing στο Parque Roberto. Μέχρι σήμερα δεν έχει ξεχάσει εκείνο το ματς, θυμάται ότι έληξε 1-1, κυρίως όμως του έμεινε ανεξίτηλο ότι έπαιξε με τον ήρωα του “Maracanazo”, Alcides Ghiggia, τον άνθρωπο που σκόραρε το νικητήριο γκολ της Ουρουγουάης μέσα στο Maracana στον τελικό του παγκοσμίου κυπέλλου του 1950 στη Βραζιλία. Ο Ghiggia ήταν πάνω από 40 ετών, αλλά πιο γρήγορος από τους εικοσάρηδες, δεν μιλούσε πολύ και όλοι τον κοιτούσαν με δέος, θυμάται με νοσταλγία ο Tabarez.

Στο μεταξύ η ζωή του προχωρά, έρχεται ο πρώτος διορισμός του ως εκπαιδευτικός. Τον στέλνουν στα πιο δύσκολα σχολεία της πρωτεύουσας, στις πιο φτωχές συνοικίες του Montevideo. Εκεί αναθεώρησε πολλά ακόμα και για την ίδια του την ύπαρξη. Παρατηρούσε τα παιδιά που έτρωγαν τη φλύδα από τις μπανάνες, που πήγαιναν στο σχολείο με σκισμένα ρούχα και παπούτσια, τότε αντίκρυσε πρώτη φορά την πραγματική φτώχεια. Εκεί πήρε και την κομβική απόφαση να αγνοήσει σχεδόν τη σιωπηρή ντιρεκτίβα του υπουργείου και αντί να διδάξει τραγουδάκια και παιχνίδια αφού «ούτως ή άλλως η ανάγκη θα κάνει τα παιδιά να μην τελειώσουν ούτε το δημοτικό προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό», αποφάσισε να δώσει μια μάχη εκ προοιμίου χαμένη. Αγόρασε το βιβλίο του Otto Engelmayer σχετικά με την εξελικτική ψυχολογία της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας, βοηθώντας πάρα πολύ και τα παιδιά και τον εαυτό του να ωριμάσουν. Γνωρίζει τη γυναίκα του τη Silvia στο καρναβάλι στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, μέσα σε ένα χρόνο παντρεύονται, τον επόμενο γεννιέται η κόρη τους, η Laura.

Η γέννηση ενός παιδιού είναι μία από τις θεμελιώδεις εμπειρίες της ζωής, μια στιγμή απερίγραπτης ευτυχίας. Τα μάτια του πατέρα, της μητέρας, των παππούδων, των θείων, είναι όλα στραμμένα στο νεοφερμένο μέλος της οικογένειας. Με τη Silvia ήταν πολύ νέοι, γνώριζαν ο ένας τον άλλον μόνο δυο χρόνια κι όπως κάθε νέο ζευγάρι, στο μυαλό είχαν μόνο σχέδια και ψευδαισθήσεις. Δυο χρόνια μετά τη Laura ήρθε η Tania, λίγο πιο μετά η Valeria και η οικογένεια Tabarez ολοκληρώθηκε αργότερα με τον ερχομό της Melissa.

Ο ίδιος τη χαρακτηρίζει μια ιδιαίτερη οικογένεια, άλλωστε επισημαίνει γελώντας ότι η γυναίκα του είναι οπαδός της Penarol, ο ίδιος της Nacional, της αιώνιας «εχθρού». Τους ενώνουν πράγματα πολύ έξω από τα καθιερωμένα, κάποτε είχαν αγοράσει το βινύλιο με τα Όνειρα Αγάπης του Λιστ χωρίς να έχουν καν πικάπ για το ακούσουν, η οικογένεια Tabarez απείχε πολύ από τη μέση λατινοαμερικάνικη οικογένεια. Kατά βάση, συντηρείτο απο το μισθό της συζύγου. Ο Oscar πάλευε να μαζέψει ό,τι μπορεί με τον πενιχρό μισθό στα σχολεία και τα δίμηνα-τρίμηνα συμβόλαια που έκανε σαν ποδοσφαιριστής.

Εκτός από τη Sud America, πέρασε κι από τους Wanderers, τη Sportivo, τη Fenix, όλες ομάδες του Montevideo.

Δεν έθελξε ποτέ με την απόδοσή του στον αγωνιστικό χώρο, άλλωστε τον τυράννησαν και αρκετοί τραυματισμοί στα γόνατα που δεν του επέτρεψαν ποτέ να δουλέψει περισσότερο. Έφτασε μέχρι και το Μεξικό, έπαιξε στην Puebla για το μεροκάματο, αλλά δεν άντεξε περισσότερο από δυο μήνες μακριά απο τη Silvia και τα κορίτσια του. Ήταν από τις χειρότερες περιόδους της ζωής του, εκτός από τη νοσταλγία, υπήρχε και ένα πολύ σοβαρό ενδεχόμενο η Tania να πάσχει από μυϊκή δυστροφία. Ευτυχώς ήταν ήπιας μορφής, αλλά με τα μέσα και την ιατρική εκείνης της εποχής η τελική διάγνωση ήταν μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Στην τελευταία βιοψία, όταν ο γιατρός απέκλεισε τον κίνδυνο, ο Tabarez έμεινε ακίνητος, ανέκφραστος, δεν έβγαλε λέξη, είχε μια αντίδραση σαν να άκουσε το χειρότερο. Μέσα του ωστόσο έμοιαζε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, δεν ήξερε αν έπρεπε να αγκαλιάσει ή να πιάσει το γιατρό απ’ το λαιμό. Η περιπέτεια με την κόρη του τον οδήγησε ουσιαστικά να ολοκληρώσει την καριέρα του σχετικά νωρίς ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής.

Δεν είχε κλείσει τα 32 όταν το 1979 αποφάσισε να δώσει το οριστικό τέλος με το μεγάλο του πάθος, το ποδόσφαιρο.

Είχε πετύχει το στόχο του, είχε μαζέψει στην άκρη κάποια χρήματα για να αγοράσουν ένα σπίτι, ήταν αγαπητός σε όλη την ποδοσφαιρική κοινότητα της Ουρουγουάης παρότι «ανώνυμος» σαν παίκτης. Λόγω ιδιοσυγκρασίας κλήθηκε και σε ένα φιλικό της εθνικής ομάδας, για να γράψει έστω και μια ανεπίσημη συμμετοχή με το εθνόσημο. Ήταν η μέγιστη τιμή για κάθε Ουρουγουανό, η φανέλα της celeste ήταν και παραμένει ιερή για τους 3μισι εκατ. ανθρώπους που κατοικούν νοτιοδυτικά του Ρίο ντε λα Πλάτα. Όταν ανακοίνωσε στη Silvia ότι σταματάει, η αντίδρασή της ήταν η αναμενόμενη: σκέφτηκε αμέσως το ζην, το εισόδημα που χανόταν, τα κορίτσια που ήταν ακόμα στην εφηβεία, τη γενικότερη ανέχεια στο Montevideo. Ο Oscar την καθησύχασε, της εξηγεί ότι θα βρει και δεύτερη δουλειά και πράγματι, εκτός από το δημόσιο σχολείο, διδάσκει και σε ένα καθολικό κολλέγιο που χρηματοδοτούσε η γερμανική κοινότητα στην πρωτεύουσα. Τα χρήματα όμως είναι και πάλι πενιχρά.

Ένα βράδυ, ακούει στο ραδιόφωνο το θρύλο προπονητή της Penarol, José «Pepe» Etchegoyen, να λέει ότι αναζητούνται νέοι άνθρωποι με όρεξη για να βοηθήσουν τις ακαδημίες, αλλά δεν θέλει απλώς ποδοσφαιρικά καταρτισμένους, θέλει παιδαγωγούς. Το ημερολόγιο γράφει φθινόπωρο του 1980 και εκείνη τη νύχτα ο Oscar Washington Tabarez έμεινε άυπνος, ετοιμάζοντας μια μακροσκελέστατη εισήγηση γεμάτη ιδέες και νεωτερισμούς, προκειμένου να την παρουσιάσει στον Etchegoyen. To επόμενο πρωινό, πήρε τα χαρτιά και χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού του Etchegoyen: «δεν ξέρω αν με θυμάστε, είμαι ο Tabarez και σας έχω ετοιμάσει ένα αναλυτικό πλάνο σχετικά με τις ακαδημίες που είπατε χθες στο ραδιόφωνοΣας το αφήνω εδώ και, εάν σας ενδιαφέρει, παρακαλώ να επικοινωνήσετε μαζί μου». Δεν πρόλαβε να επιστρέψει σπίτι και τον περίμενε η Silvia στην πόρτα. «Πού είσαι; Σε έχει πάρει δυο φορές τηλέφωνο ο Etchegoyen!».

Ο Pepe χωρίς περιστροφές δηλώνει ενθουσιασμένος, του εξηγεί ότι αν υπήρχε ελεύθερη θέση στο επιτελείο του, θα τον έπαιρνε αμέσως μαζί του. Του συστήνει να κάνει λίγο υπομονή και να πάει στη Bella Vista (η μικρή ομάδα που έκλεισε την καριέρα του ο Tabarez) και να αναλάβει τις ακαδημίες.

Στέλνει εκεί και τον Jose Herrera “el Profe”, έναν νέο γυμναστή με πολλές ιδέες που επίσης αναζητούσε δουλειά. Ο Jose Herrera θα παραμείνει στο πλευρό του Oscar Tabarez μέχρι σήμερα, σε μια συνεργασία που έσπασε κάθε ρεκόρ, συμπληρώνοντας περισσότερα από 38 (!) χρόνια. Η δουλειά του στην Bella Vista είναι αξιοσημείωτη, κάνει ακριβώς αυτά που έγραφε στον Etchegoyen: μαθαίνει στα παιδιά τα βασικά του παιχνιδιού, κοντρόλ, υποδοχή, πάσα. Το αξίωμά του είναι πως η σκέψη είναι πιο γρήγορη και από τον ταχύτερο επιθετικό, η διδαχή του επικεντρώνεται στο ότι το ποδόσφαιρο είναι εγκεφαλικό και γι’ αυτό διεγείρει την ανθρώπινη φύση.

Μένει στις ακαδημίες τρία χρόνια, νιώθει έτοιμος για να αναλάβει την πρώτη ομάδα, ο προβιβασμός όμως δεν έρχεται ποτέ. Αντίθετα, λίγες βδομάδες αργότερα έρχεται η κλήση από την ομοσπονδία. Του προσφέρουν τη δυνατότητα να προπονήσει την ομάδα νέων, την U-20. Είναι η πρώτη διάκριση της καριέρας του, διότι με την εθνική νέων κατακτά το χρυσό μετάλιο στους παναμερικανικούς αγώνες του 1983 στο Caracas, νικώντας στον τελικό τη Βραζιλία του μεγάλου αστεριού και μετέπειτα αρχηγού της σελεσάο, Carlos Dunga, με 1-0. Η επιτυχία με τη μικρή εθνική φέρνει τη δουλειά στη Danubio (1983-84), αμέσως μετά στους Montevideo Wanderers (1984-85), όπου θα γνωρίσει τους κομβικούς για την καριέρα του Celso Otero (τότε τερματοφύλακας), Mario Rebollo (τότε αμυντικός) και τον ιατρό Alberto Pan, τους τρεις ανθρώπους που έκτοτε θα προστεθούν στον Herrera και θα αποτελέσουν το σταθερό και αδιάβλητο τεχνικό επιτελείο συνεργατών του.

Παρότι θα οδηγήσει το club στην έξοδο στο Libertadores, ο Tabarez απολύεται το 1986, απόλυση που θα του στοιχίσει ιδιαίτερα με αποτέλεσμα να μείνει εκτός πάγκων αρκετούς μήνες. Στο μεσοδιάστημα, οι παίκτες της πρώην ομάδας του, τον επισκέπτονταν στο σπίτι του, ζητούσαν συμβουλές, συζητούσαν για ποδόσφαιρο. Επιστρέφει στους πάγκους λίγο μετά την έναρξη του πρωταθλήματος του 1987 και μάλιστα τον καλεί η Penarol. Όχι στα καλύτερά της, με σοβαρά οικονομικά προβλήματα και τον προπονητή Maspoli να την εγκαταλείπει μόλις δυο αγωνιστικές αφού ξεκίνησαν οι υποχρεώσεις. Η ομάδα αιμορραγεί, οι ποδοσφαιριστές κάποιας ηλικίας φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον και ο Τabarez ουσιαστικά πρέπει να προπονήσει και να φέρει αποτελέσματα με την πιο νεανική Penarol όλων των εποχών.

Στη θρυλική ομάδα της πατρίδας του, θα βρει και έναν γνώριμό του από τις ακαδημίες της Bella Vista και το μοναδικό άνθρωπο που τον συνδέει εμμέσως με τη χώρα μας: τον Diego Aguirre. Ο Tabarez είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος που έπλασε τον Αγκίρε, ο προπονητής που ανάγκασε τον Ολυμπιακό του Γιώργου Κοσκωτά να δαπανήσει πακτωλό εκατομμυρίων για να έρθει ο Ουρουγουανός επιθετικός στην Ελλάδα εκείνο το φρενήρη Δεκέμβριο των 16 συνολικά μεταγραφών του «τυφώνα» Κοσκωτά. Ο Αγκίρε δεν έπιασε ποτέ στην Ελλάδα, κατηγορήθηκε μάλιστα και για χρήση αντικανονικών ουσιών σε έλεγχο ντόπινγκ και ελάχιστοι θα συγκρατούσαν το όνομά του εάν δεν επρόκειτο για την πρώτη πανάκριβη μεταγραφή της εποχής Κοσκωτά στον Ολυμπιακό.

Τον Αγκίρε τον είχε δοκιμάσει στα 15 του στη Bella Vista, τον είχε επιλέξει για την ομάδα νέων αλλά ο μικρός αρνήθηκε γιατί δεν είχε επιλέξει μαζί και τους δυο συμμαθητές του που τον συνόδευαν. Ο Tabarez όταν ξαναβρήκε τον Αγκίρε στην Penarol, θυμόταν ακόμα και τα μικρα ονόματα των άλλων παιδιών που ουδέποτε έκαναν καριέρα στο ποδόσφαιρο.

Ο -επιτυχημένος προπονητής σήμερα- Αγκίρε αναφέρει αυτή την ιστορία σε κάθε ευκαιρία για να καταδείξει πόσο μεθοδικός και μνήμων είναι ο Tabarez, πόσο βρίσκεται έμπρακτα κοντά σε κάθε παίκτη είτε πρόκειται για παιδί των ακαδημιών που απλώς περνάει δοκιμαστικό είτε για super star του διαμετρήματος του Cavani.

Βασιζόμενος σε αυτή την προσέγγιση, κάνοντας δηλαδή κάθε ποδοσφαιριστή του να νιώθει ξεχωριστός, οδηγεί την Penarol των πιτσιρικάδων στον τελικό του Libertadores, όπου τον περιμένει η τρομακτική América de Cali, με μούρες βγαλμένες από το Narcos. Στην Κολομβία το 2-0 είναι φτωχό για να περιγράψει την εικόνα του αγώνα, οι πιτσιρικάδες τρόμαξαν και από την ατμόσφαιρα και από το σχεδόν αντιαθλητικό παιχνίδι των αντιπάλων τους. Στη ρεβάνς στο Centenario του Montevideo, ο Tabarez εκφωνεί έναν από τους ιστορικούς λόγους του στα αποδυτήρια, λέει ότι 53 χιλιάδες κόσμος στις εξέδρες περιμένει από τους πιτσιρικάδες να γίνουν άντρες. Και έγιναν.

Τρία λεπτά πριν τη λήξη του αγώνα, ο Villar με εκπληκτική εκτέλεση φάουλ βάζει το δεύτερο γκολ (το πρώτο το είχε πετύχει ο «δικός μας» Αγκίρε) και βάσει κανονισμού, οδηγεί τον τελικό σε επανάληψη σε ουδέτερο. 31 Οκτωβρίου 1987, Santiago της Χιλής, Penarol και America de Cali τα παίζουν όλα. Λόγω των πάντοτε περίεργων κανονισμών ποδοσφαίρου της λατινικής Αμερικής, σε περιπτωση λευκής ισοπαλίας το τρόπαιο καταλήγει στην Κολομβία λόγω των εκτός έδρας γκολ στο τουρνουά, δεν υπάρχει διαδικασία των πέναλτι. Τα 90΄ ολοκληρώνονται χωρίς σκορ, το ίδιο και το πρώτο ημίχρονο της παράτασης. Οι Κολομβιανοί στην εξέδρα είναι σε έκσταση, το χρονόμετρο γράφει 119΄ και η America de Cali είναι αγκαλιά με το κύπελλο. Στο τελευταίο λεπτό της παράτασης ολοκληρώνεται η τριλογία ενός από τους καλύτερους τελικούς Libertadores όλων των εποχών. Με τρεις αντιπάλους να τον παρεμποδίζουν, να τον τραβούν απ’ τη φανέλα και το σορτσάκι και 25 χιλιάδες κόσμο να τρελαίνεται, ο Ντιέγκο Αγκίρε στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα και γεννιέται το έπος της Penarol des Milagros. Στην άκρη του πάγκου, αγέρωχος ένας μελαχροινός άντρας με χωρίστρα και εικόνα πολύ παράταιρη σε σχέση με το λατινοαμερικανό που έχουμε κατά νου: ο Oscar Washington Tabarez.

Δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί με λόγια σε ανθρώπους που δεν έχουν επαφή με το ποδόσφαιρο της λατινικής Αμερικής, τι σημαίνει για αυτά τα εκατομμύρια ανθρώπους ένα κύπελλο, ποια είναι η σχέση των λαών αυτών με το ποδόσφαιρο, πώς διαμορφώνουν την καθημερινότητά τους σε άμεση σχέση και διάδραση με αυτό.

Το ποδόσφαιρο είναι διέξοδος, καταξίωση, διαφυγή, εξαγνισμός, περικλείει σχεδόν τα πάντα. Έτσι πιθανόν να εξηγείται και το οξύμωρο της Ουρουγουάης, μιας χώρας 3μισι εκατομμυρίων κατοίκων με κατακτήσεις δυο παγκοσμίων κυπέλλων, με ασύγκριτα πολλές κατακτήσεις Copa America, με τρομερές φυσιογνωμίες στο παγκόσμιο μουσείο του αθλήματος.

Στο 120΄ εκείνου του τελικού του Libertadores, ο Oscar Tabarez διάβηκε το κατώφλι του κλειστού club των πραγματικά μεγάλων, τότε επί της ουσίας ξεκίνησε να γράφει τη δική του ξεχωριστή ιστορία στη βίβλο του ποδοσφαίρου. Παρά το γεγονός ότι η Penarol χάνει το διηπειρωτικό από την Porto, o Tabarez είναι ήδη ο επόμενος προφήτης της Ουρουγουάης, η κλήση του από τη μεγάλη εθνική μοιάζει θέμα χρόνου.

Μετά από ένα πολύ σύντομο πέρασμα από τη Deportivo Cali, η ομοσπονδία τον καλεί με αποστολή να ξαναμπεί η εθνική στο club των μεγάλων στο παγκόσμιο κύπελλο, διότι υπήρχε μόνον η πρόκριση στο Μουντιάλ του ’86. Το 1978 και το 1982 οι Ουρουγουανοί ήταν απόντες, σε τελική φαση έχουν να νικήσουν παιχνίδι από το 1970. Η δεξαμενή του Tabarez δεν είναι ανεξάντλητη, αλλά έχει την τύχη να ξεκινά την ομάδα από δυο εκπληκτικούς ποδοσφαιριστές: τον καλλιτέχνη Enzo Francescoli και τον πολιορκητικό κριό Ruben Sosa. Το πρώτο σημαντικό τεστ πριν το παγκόσμιο της Ιταλίας, είναι το Copa America του ’89.

Η Ουρουγουάη μπαίνει εύκολα στον τελικό γύρο των τεσσάρων και διαλύει εύκολα την Παραγουάη με 3-0, ενώ κερδίζει καθαρά και την Αργεντινή του Ντιέγκο με 2-0 σε ένα ματς που θα μείνει στην ιστορία  για αυτό το απίστευτο δοκάρι του Μαραντόνα από τα 50 μέτρα.

Στον τελικό, οι Ουρουγουανοί θα λυγίσουν στη λάβα του Maracanà μπροστά σε 148 χιλιάδες κόσμο, εκεί που δεν λύγισε μόνο ο εθνικός ήρωας Alcides Ghiggia. Η κεφαλιά του μεγάλου Romario θα χαρίσει το τρόπαιο στη Βραζιλία, αλλά η Ουρουγουάη φωνάζει ότι επέστρεψε.

Ο στόχος που έχει θέσει ο Tabarez τότε στην ομοσπονδία, είναι η βελτίωση της εικόνας του ποδοσφαίρου της χώρας στον υπόλοιπο κόσμο. Μέχρι τότε και ειδικά στο τουρνουά του 1986, οι Ουρουγουανοί ποδοσφαιριστές ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι με δρεπανηφόρα, κυνηγούς κεφαλών και αστραγάλων αντιπάλων, με οποιοδήποτε κόστος. Ο Tabarez ήθελε να το αλλάξει αυτό, επιθυμούσε να παρουσιάσει και μια άλλη πρόταση, διαφορετική, πιο ποδοσφαιρική.

Στο πλαίσιο αυτό, πριν το Μουντιάλ της Ιταλίας κλείνει φιλικό με την Αγγλία στο Wembley όπου κερδίζει τη γηπεδούχο με 2-1 αποδίδοντας πολύ όμορφο ποδόσφαιρο. Την ίδια εικόνα διατηρεί και στα ιταλικά γήπεδα όπου προκρίνεται από τον όμιλο, αλλά έχει την ατυχία να πέσει επάνω στη διοργανώτρια Ιταλία και τον οίστρο του Τοτό Σκιλάτσι. Η δουλειά όμως είχε γίνει. Η Ουρουγουάη δεν ήταν πια (μόνο) η ομάδα των δρεπανηφόρων, παρουσίαζε και ποδόσφαιρο κατοχής, είχε το δικό της μεγάλο δεκάρι (τον Φραντσέσκολι), κέρδιζε τη συμπάθεια των ουδέτερων.

Η πρώτη εμπειρία στον πάγκο της εθνικής διήρκησε 34 παιχνίδια, ο Tabarez δεν είχε σπάσει απλώς την «κατάρα» του ’70, αλλά είχε οδηγήσει την ομάδα και στη φάση των νοκ άουτ. Σημειωτέον ότι για να ξανακερδίσει η Ουρουγουάη σε Μουντιάλ, θα χρειαστεί να επιστρέψει κι ο ίδιος στον πάγκο της. Εν τω μεταξύ, έχει αποδεχθεί τη μεγάλη πρόκληση να καθίσει στον ηλεκτρικό πάγκο της Boca Juniors, άτιτλης για περισσότερο από δεκαετία και με κόσμο έτοιμο να λιντσάρει και τους κηπουρούς του Bombonera.

Κατακτά την Apertura το 1992, όταν οι οπαδοί της Boca γκρέμισαν τα κάγκελα στο πέταλο του Bombonera.

Η φιλοσοφία του συνοψίζεται στα λόγια του: «Δίνω πάντα μεγαλύτερη σημασία στην πειθώ παρά στην επιβολή. Είναι σημαντικό ο σπουδαστής ή στην περίπτωση μιας ομάδας, ο παίκτης, να δίνει σημασία σε αυτό που κάνει. Ο παίκτης πρέπει να μεγαλώνει, να βελτιώνεται, να αισθάνεται ανεξάρτητος». Τα παραπάνω λόγια τα ενσάρκωσε καλύτερα απ’ όλους ένας νεαρός επιθετικός της Boca με μακριά ξανθιά χαίτη, ο Gabriel Omar Batistuta.

Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, η θητεία του Tabarez στη Boca θα στιγματιστεί από τη θρυλική “Batalla de Macul”, τον ημιτελικό του Libertadores με τους Χιλιανούς της Colo Colo, το ματς που αποδίδει όσο κανένα άλλο την παράνοια του ποδοσφαίρου στη λατινική Αμερική. Monumental του Santiago, 22 Μαΐου 1991. Το γήπεδο δεν είναι απλώς ασφυκτικά γεμάτο, έχει κόσμο ακόμα και μέσα (!) περιμετρικά των γραμμών. Στα δοκάρια κρέμονται ρολά ταμειακής, έχουν πέσει χιλιάδες χαρτάκια μέσα στον αγωνιστικό χώρο, μαζί με εκατοντάδες πυροτεχνήματα, βεγγαλικά, καπνογόνα, ότι βάζει ο νους.

Το ματς δείχνει να οδεύει ολοταχώς για παράταση, όταν ο Patricio Yanez πασάρει στον (μάλλον σε θέση οφσάιντ) Martinez. Πριν καν σκοράρει ο Χιλιανός, οποιοσδήποτε με αργεντίνικο διαβατήριο ή διακριτικα της Boca στο γήπεδο, έχει σηκώσει το χέρι και ζητάει οφσάιντ. Ο επόπτης μένει στη θέση του, ο Martinez χάνεται στο ντελίριο των πανηγυρισμών σε ένα ανεπανάληπτο mix κόσμου, παρατρεχάμενων, φωτογράφων, φροντιστών, αστυνομικών, των πάντων.

Ό,τι ακολουθεί είναι extreme ακόμα και για τη hard core λατινοαμερικάνικη εκδοχή του ποδοσφαίρου.

Ανείπωτο ξύλο, σκυλιά της αστυνομίας στον αγωνιστικό χώρο να δαγκώνουν(!) ποδοσφαιριστές, αντικείμενα, προπηλακισμοί, διακοπή, μπουνιές, κλωτσιές, ατόφιο ξύλο. Οπαδοί στον αγωνιστικό χώρο, ποδοσφαιριστές αιμόφυρτοι, ο ίδιος ο Tabarez αιμόφυρτος, ο Batistuta εν εξάλλω να συλλαμβάνεται από την κάμερα να κραυγάζει “hijo de puta, hijo de puta!” άγνωστο προς ποια κατεύθυνση.

Προς έκπληξη όλων, το ματς θα συνεχιστεί (!) οι Χιλιανοί προκρίνονται στον τελικό, το ματς λήγει και ο Tabarez με το μέσο της Boca, Blas Giunta, συλλαμβάνονται και οδηγούνται στη φυλακή. Το θέμα λαμβάνει τεράστιες διαστάσεις, παρεμβαίνει ακόμα και ο Αργεντίνος Πρόεδρος Carlos Menem, στη Χιλή πανηγυρίζουν στους δρόμους καίγοντας σημαίες της Αργεντινής και θα χρειαστεί λεπτός χειρισμός σε επίπεδο διπλωματών για να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο.

Ο Tabarez θα ολοκληρώσει αυτή την ταραχώδη περίοδο της καριέρας του το 1993, όταν και αποφασίζει να επιστρέψει στην Penarol, νιώθοντας ωστόσο έτοιμος για να προπονήσει και στην Ευρώπη. Όταν το καλοκαίρι του 1994 τον καλεί ο ιδιόρρυθμος Cellino στην Cagliari, είναι στην πιο παραγωγική προπονητικά ηλικία της καριέρας του (47 ετών) και έτοιμος να βγει από το κουκούλι του λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου. Η Ευρώπη τον υποδέχεται με σκεπτικισμό, οι Ιταλοί είναι πολύ δύσκολοι στο να αποδεχθούν αλλοδαπούς προπονητές, ανέκαθεν θεωρούσαν ότι η δική τους σχολή είναι υπεράνω όλων.

Ο Tabarez όμως, σαγηνεύει και τους Ιταλούς πολύ γρήγορα. Δηλώνει ότι ο Ιταλός ποδοσφαιριστής που θαυμάζει περισσότερο είναι ο Baresi, επειδή είναι ένα σύμβολο, ένας ταπεινός και νηφάλιος ηγέτης, ο οποίος έχει δώσει μια διαφορετική εικόνα στο ρόλο του.

Στις συνεντεύξεις Τύπου αντί να αναλύει ανούσια πράγματα για πέναλτι και κάρτες, τσιτάρει Vargas Llosa και Galeano, κλείνει ομιλίες με αποστάγματα σοφίας. «Ο ιδανικός παίκτης δεν υπάρχει, επειδή το ιδανικό είναι αντίθετο της πραγματικότητας. Και ένας προπονητής πρέπει να καθοδηγεί με βάση την πραγματικότητα» είναι οι ατάκες του όταν ολοκληρώνει τον κύκλο του στην Cagliari αφήνοντας γλυκιά γεύση.

Τερμάτισε δις στη μέση της βαθμολογίας αποφεύγοντας χαρακτηριστικά άνετα τη ζώνη του υποβιβασμού, ακολουθώντας ένα ιδιότυπο 5-2-3 που οι Ιταλοί λατρεύουν γιατί είναι πολύ επιθετικό. Ο ίδιος τους διορθώνει με ευγένεια, απαντώντας ότι το ποδόσφαιρο είναι και άμυνα και επίθεση και η άμυνα είναι πολύ μεγάλη τέχνη όταν παίζεις σε αθλητικά πλαίσια.

Η μικρή του επανάσταση είναι αυτή η «καθαρή» άμυνα, με διαρκή πίεση και στη μπάλα και στο χώρο, με πρες από τον στόπερ στον φορ ακόμη κι όταν εκείνος κινείται μακριά από την περιοχή. Η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός, νικητής είναι εκείνος που προτείνει κάτι κόντρα στις καθιερωμένες φόρμες, επαναστάτης είναι όποιος πηγαίνει το ποδόσφαιρο ένα βήμα παραπέρα και γι’ αυτό ο Tabarez δηλώνει ερωτευμένος με τη Milan του Sacchi. Με τον τρόπο του εντός κι εκτός γηπέδων, με τις δηλώσεις και τη συμπεριφορά του, έχει κερδίσει ακόμα και τους πολύ δύσκολους Ιταλούς.

Το βράδυ χαλαρώνει στην παραθαλάσσια βίλα του έξω από την πόλη, με τη Silvia και τις τέσσερις κόρες τους πάντα στο πλευρό του. Μιλάει στο δρόμο με τους πολίτες της Σαρδηνίας που από τότε είχαν φέρει το προσφυγικό πρόβλημα στην πραγματικότητα του νησιού, διακρίνει το υφέρπον μίσος για τους μετανάστες και τους ξένους. Έχοντας βιώσει τη δικτατορία στην Ουρουγουάη το ’73, εξηγούσε σε φίλους και γνωστούς πόσο σημαντικό ήταν το κίνημα του ’68, γιατί κάθε κοινωνία χρειάζεται κριτικό πνεύμα απέναντι στη θεσμική αρτηριοσκλήρωση.

Εκείνη την εποχή, στο Κάλιαρι, η εικόνα μεταναστών να περιφέρονται απελπισμένοι στους δρόμους ήταν μια καθημερινή κατάσταση, το νησί υπέφερε, όπως υποφέρει και σήμερα που οι καιροί είναι ακόμα πιο επικίνδυνοι. Ο Tabarez δεν έμεινε αμέτοχος, θεωρούσε ότι η αδράνεια είναι συνενοχή. Κατηγορήθηκε για αυτήν την αντιδημοφιλη στάση του, όσοι όμως τον κατέκριναν ότι δρούσε εκ του ασφαλούς από την άνεση της βίλας του, λησμονούσαν πότε, που και πως μεγάλωσε, την πραγματικότητα που βίωσε, τις εικόνες με τα παιδιά που έτρωγαν τις φλύδες από τις μπανάνες όταν ξεκίνησε να διδάσκει στις φτωχογειτονιές.

Αυτό το θάρρος της γνώμης είναι μια από τις αρετές που εκτίμησε και ο Adriano Galliani και έπεισε το Berlusconi ώστε να τον επιλέξει για τον δυσκολότερο πάγκο της Ευρώπης εκείνη την εποχή, τον πάγκο της Milan. Οποιοσδήποτε και να αναλάμβανε μετά τα θαύματα του Sacchi και του Capello, ήταν περίπου βέβαιο ότι έβαζε το κεφάλι του στη λαιμητόμο. Η Milan τα είχε κατακτήσει όλα, πάνω απ’ όλα είχε αλλάξει το ίδιο το ποδόσφαιρο και έπασχε θα έλεγε κανείς από την ασθένεια της πληρότητας. Ήταν τόσο χορτασμένη που αδυνατούσε να «φάει» περισσότερο. Ο Tabarez ανέλαβε μια αποστολή γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα αποτύχει, το κατάλαβε από την παρουσίασή του, όταν είδε δίπλα του μόνο τον Adriano Galliani, ο οποίος του έδωσε στο χέρι ένα φάκελο «προσωπικά από τον πρόεδρο».

Ο φάκελος εμπεριείχε τις ιερές 10 εντολές που κατά το Silvio έπρεπε να ακολουθήσει τυφλά ο Ουρουγουανός προπονητής. Θαυμάστε:

  1. Κάθε γρανάζι, ακόμη και το πιο αδύναμο, πρέπει να συμμετέχει στην επίτευξη του τελικού στόχου, συμπεριλαμβανομένου του μπάρμαν στο Milanello, ο οποίος δεν πρέπει να σερβίρει παγωμένα ποτά, επειδή γνωρίζει ότι η αποστολή του είναι συγκεκριμένη.
  2. Όλοι πρέπει να υπερασπιζόμαστε την εικόνα του συλλόγου.
  3. Με τους παίκτες θα είσαι σταθερός και αποφασιστικός.
  4. Θα πρέπει να γνωστοποιείς στη διοίκηση αμέσως κάθε απόφασή σου.
  5. Εκτός από την ουσία, είναι σημαντικός και ο τρόπος.
  6. Η ψυχοσωματική υγεία των παικτών είναι περιουσία της εταιρείας και απαιτεί τη μέγιστη προσοχή από σένα και το επιτελείο σου.
  7. Πρέπει να ενθαρρύνεις τη συνεργασία των παικτών στην αξιολόγηση ορισμένων τακτικών καταστάσεων.
  8. Τα πρωταθλήματα και τα κύπελλα κερδίζονται στην προπόνηση.
  9. Πρέπει να διατηρήσουμε τη διάθεση των παικτών ψηλά και να φροντίζουμε τη σχέση με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, προκειμένου να αποφύγουμε στρεβλώσεις και δυσάρεστες καταστάσεις.
  10. Η εταιρεία είναι ο εγγυητής της σχέσης οπαδών και ομάδας. Πάνω απ’ όλους είναι ο σύλλογος.

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Tabarez είχε ξεκινήσει από τη σάλα της παρουσίασής του κι όταν το αγαπημένο του παιδί, ο Gabriel Batistuta στερούσε από τη Milan το supercup με το ιστορικό γκολ του «Te amo Irina!» στην κάμερα, o Berlusconi αναζητούσε ήδη τον επόμενο προπονητή της ομάδας.

Το τυπικό της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στην Piacenza και στην ήττα από την τοπική ομάδα με 3-2 χάρις σε ένα απίθανο ανάποδο ψαλίδι του Luiso που εκείνο το απόγευμα έβαλε το γκολ της ζωής του. Δεν περίμενε καν το τηλεφώνημα, πήγε στη συνέντευξη Τύπου και ανακοίνωσε την παραίτησή του στους δημοσιογράφους. Αρκέστηκε απλώς να αναφέρει ότι δεν είναι η αιτία όλων των δεινών της Milan όπως πασχίζουν όλοι να τον κατηγορήσουν. Τον πήγε πολύ πίσω αυτή η αποτυχία, ουσιαστικά του έκλεισε δια παντός τις πόρτες των μεγάλων club στην Ευρώπη. Μετά τη Milan ήταν πολύ εύκολη και η αποστολή στη Real Oviedo και η ρομαντική επιστροφή στην Cagliari και οι επιτυχημένες παρουσίες σε Velez και Boca. Και μόνο το γεγονός ότι τον καλούσαν πίσω οι ομάδες που δούλεψε ήταν ενδεικτικό της αξίας και της δουλειάς του. Εκείνος όμως πάντα ήθελε να επιστρέψει στο τιμόνι της εθνικής.

Η κλήση καθυστερησε τέσσερα χρόνια. Αλλά η ομοσπονδία πλέον το είχε πάρει απόφαση. H Celeste χωρίς το Maestro στο τιμόνι της, είχε μείνει εκτός παγκοσμίου κυπέλλου και το 1994 και το 1998 και το 2006. Είχε να επιδείξει απλώς μια μίζερη παρουσία στον όμιλο το 2002. Ο Maestro γύρισε το χρόνο πίσω, στο 1980 και σ’ εκείνο το γράμμα στον Pepe Etchegoyen. Κάλεσε τους παντοτινούς συνεργάτες του, κλείστηκε σ’ ένα γραφείο μαζί με τον “El Profe” Herrera, τον Celso Otero, το Mario Rebollo και εκπόνησε το μανιφέστο του ουρουγουάνικου ποδοσφαίρου. “Institucionalización de los procesos de las selecciones nacionales y de la formación de sus futbolistas” είναι ο τίτλος αυτού του μανιφέστου-παρακαταθήκη για το ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης που στην πατρίδα του ονομάζουν πια “Proceso Tabárez”.

Βασικός άξονας του πλάνου, είναι η παραδοχή του γεγονότος πως η Ουρουγουάη λόγω δημογραφικής και οικονομικής θέσης, θα χάνει πάντοτε τους ποδοσφαιριστές της από ευρωπαϊκούς ή άλλους συλλόγους της λατινικής Αμερικής και το πρωτάθλημά της θα παραμένει ες αεί υποβαθμισμένο.

Η επανάσταση λοιπόν που πρότεινε ο Tabarez, είναι η πλήρης αναδόμηση του συστήματος των ακαδημιών, η εναρμόνιση των εθνικών κλιμακίων από τις ηλικίες 15 και κάτω, με πρωτεύοντα στόχο την εξέλιξη των παιδιών σε ανθρώπινο επίπεδο και δευτερευόντως σε αθλητικό. Η Ουρουγουάη επέστρεψε στα βασικά και όταν οι προπονητές διαγνώσκουν ταλέντο που είναι για το ανώτερο επίπεδο, φροντίζουν να πλάσουν το νεαρό ποδοσφαιριστή με στόχο όχι απλώς να φορέσει τη φανέλα της εθνικής ομάδας (αυτό ήταν το όνειρο των παιδιών μέχρι πρότινος), αλλά να βοηθήσει την εθνική ομάδα να κατακτήσει το παγκόσμιο κύπελλο. Αυτός είναι ο στόχος, εκεί επικεντρώθηκε η αλλαγή νοοτροπίας, τα τακτικά πλάνα, η προσέγγιση στο ίδιο το παιχνίδι. Τα πρώτα δειγματα αυτής της μεθόδου, αυτής της επανάστασης του Tabarez, φάνηκαν στο Μουντιάλ του 2010, όταν η Ουρουγουάη κατέπληξε σύσσωμο το φίλαθλο κοινό, αποκλειόμενη στα ημιτελικά από την Ολλανδία. Και τούτο, όπως παραδέχονται οι περισσότεροι, επειδή έλειπαν τα μεγάλα της αστέρια και ο Lugano και ο Suarez, αμφότεροι τιμωρημένοι.

Όταν επέστρεψε με την ομάδα στο Montevideo, ο λαός τον υποδέχθηκε σαν ήρωα. Στέκεται δίπλα στον πρόεδρο της χώρας José Mujica και εκφωνεί έναν λόγο που γράφει ιστορία: «Είμαστε έκπληκτοι, συγκινημένοι, εντυπωσιασμένοι, ενθουσιασμένοι. Πάνω απ’ όλα όμως, είμαστε ευγνώμονες. Η αγάπη σας ξεπερνά κάθε προηγούμενο, δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν αυτό που βιώνουμε σήμερα. Το ξέρω πως το σωστό και το δίκαιο είναι να γιορτάζουμε τις νίκες, τις επιτυχίες, τα κύπελλα. Σήμερα όμως με την αντίδρασή σας και την παρουσίας σας εδώ, αποδεικνύετε ότι το μήνυμα που προσπαθούσα τόσα χρόνια να μεταδώσω, έφτασε στους αποδέκτες του. Η επιτυχία δεν είναι συνδεδεμένη μόνο με τη νίκη, αλλά με το μόχθο, με την προσπάθεια, αυτό δίνει αξία σε ό,τι κάνουμε. Η επιτυχία κρύβεται στις δυσκολίες που συναντάμε και άλλοτε τις ξεπερνάμε, άλλοτε όχι, διακρίνεται στον αγώνα της καθημερινής ζωής, συγκεντρώνεται στο ενεργό πνεύμα που διαρκώς θέτει νέες προκλήσεις. Η διαδρομή είναι η ανταμοιβή. Σας ευχαριστώ! Uruguay nomás!».

Την επόμενη χρονιά στο Copa America της Αργεντινής, ήλθε η αποθέωση. Η Ουρουγουάη διεκπεραιώνει τον όμιλο και την περιμένει η διοργανώτρια Αργεντινή του Messi και των υπόλοιπων αστέρων. Είναι μια Ουρουγουάη πολύ διαφορετική από αυτό που είδαμε στα γήπεδα της Ρωσίας, μια ομάδα σκληροτράχηλη, σχεδόν ηρωική, με αρχηγό τον εμβληματικό Diego Lugano. Το ματς είναι στο 1-1, το γκολ του Diego Fernando Pérez, έχει ισοφαρίσει ο Gonzalo Higuain και η Αργεντινή έχει γίνει αφεντικό στο ματς. Η Ουρουγουάη παρότι απο το τέλος του ημιχρόνου αγωνίζεται με 10 (στο τέλος αποβλήθηκε και ο Mascherano) θα καταφέρει να κρατήσει και το ματς καταλήγει στα πέναλτι. Ο Muslera αποκρούει το πέναλτι του Carlos Tevez και βυθίζει μια ολόκληρη χώρα στη θλίψη.

Ο τελικός με την Παραγουάη είναι παιχνιδάκι: 3-0 και η Ουρουγουάη των 3μισι εκατομμυρίων κατοίκων κατακτά το 15ο Copa America στην ιστορία της. Το νούμερο είναι τρομακτικό εάν κάνετε τις δέουσες αναγωγές και αναλογιστείτε ότι αυτή η μικρή χώρα έχει να αντιμετωπίσει εργοστάσια ποδοσφαίρου όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή. Ο Oscar Washington Tabarez μπαίνει στο πάνθεον και αναγνωρίζεται παγκοσμίως από ειδικούς και μη του ποδοσφαίρου.

Σε αυτή τη δεύτερη δεκαετή παρουσία του στον πάγκο της celeste κερδίζει και τη συμπάθεια των εντελώς ξένων με το ποδόσφαιρο, διότι πρέπει να γνωστοποιήσει το πρόβλημα υγείας του, καθότι τα σημάδια είναι πλέον ορατά.

Πάσχει από το σύνδρομο Guillain-Barré, μια ασθένεια που σταδιακά επιφέρει μυϊκή αδυναμία και παράλυση. Την αντιμετωπίζει με την υπαρξιακή προσέγγιση που τον διακρίνει σε όλη τη ζωή του. «Η ασθένεια είναι χρόνια, μερικές φορές έχει ταλαντώσεις. Την αντιμετωπίζω με σκληρή φυσιοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή και σε αρμονική συνεννόηση με τους γιατρούς και τις θεραπείες που μου προτείνουν. Σαφώς και έχει αλλάξει η ζωή μου, κι αν ποτέ νιώσω ότι τα παιδιά δεν με ακολουθούν στον αγώνα ή ότι με λυπούνται, θα φύγω μόνος μου από τον πάγκο. Μέχρι στιγμής, ευτυχώς, δεν έχει συμβεί. Δεν συμβιώνω με πόνο, αυτή η σπάνια νευροπάθεια μου προκαλεί μόνο κινητικά προβλήματα. Τώρα, χρησιμοποιώ ένα μπαστούνι, άλλες φορές χρειάζομαι πατερίτσες, μερικές φορές το αμαξίδιο, τις καλές μέρες τα καταφέρνω μόνος μου».

Συγκέντρωσε όλη την ενέργεια στο κορμί του για να σηκωθεί από τον πάγκο στο γκολ του Χιμένεθ εναντίον της Αιγύπτου στην πρεμιέρα, δεν μπόρεσε να κρατηθεί με τίποτα στο γκολ-ποίημα του Cavani με την Πορτογαλία. Ξέχασε τα πάντα, σηκώθηκε πιέζοντας τις γροθιές του στον πάγκο, αγνόησε το δεκανίκι και φώναξε “Uruguay nomás!”. Το ταξίδι ολοκληρωθηκε στον αγώνα με τη Γαλλία, όπως είπε και ο ίδιος, το ταλέντο των Γάλλων είναι αδιαμφισβήτητο, αλλά η Ουρουγουάη έπεσε μαχόμενη.

Στο El camino es la recompensaο συγγραφέας Horacio Lopez ρωτά το Maestro εάν η αποδοχή του θανάτου είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να αντιληφθούμε το νόημα της ζωής. «Είναι ένα ερώτημα υποκειμενικό που μάλλον δεν θα απαντηθεί ποτέ», απαντά ο Maestro.

Όλοι σε κάποιο σημείο της ζωής μας έχουμε το φόβο του θανάτου, ειδικότερα όσο μεγαλώνουμε και γινόμαστε πιο ευάλωτοι.

Το ζήτημα είναι τι κάνουμε όσο ζούμε, τι αφήνουμε πίσω για να μας θυμούνται όταν δεν θα υπάρχουμε πια, ποια ερωτήματα επιλέγουμε να απαντήσουμε στη διαδρομή μας και ποια αφήνουμε αναπάντητα. Από επιλογή. Μόνο γνωρίζοντας την ερώτηση βρίσκουμε την απάντηση, μόνο όταν έχουμε ξεκάθαρο στόχο κινούμαστε προς αυτόν. Ο Oscar Washington Tabarez το έχει ξεκαθαρίσει αυτό το σημείο, τον ξέρει το στόχο. Κινείται συνεχώς προς αυτόν κι ας ξέρει ότι τον ορίζοντα δεν τον φτάνεις ποτέ κι ας είναι βέβαιος ότι κυνηγάει μια ουτοπία.

Στην αμφιβολία, ο Maestro συνεχίζει με βήματα προς τα εμπρός, με το βλέμμα καθαρό και περήφανο, όπως κάνουν όλοι όσοι ζουν κάθε στιγμή της ζωής τους με το κεφάλι ψηλά. Γιατί η αξία της ουτοπίας είναι στη διαδρομή.

Τα δικά μου Μουντιάλ!

Έφτασε ξανά εκείνη η περίοδος του καλοκαιριού που γίνεσαι σπιτόγατος ξαφνικά ενώ βιώνεις και τον αποκλεισμό από τις κοινωνικές σχέσεις εθελοντικά! Για τον επόμενο μήνα οι ποδοσφαιρόφιλοι του πλανήτη έχουν βαρύ πρόγραμμα. Αρχίζει το ματς. Βασικά όχι ένα απλό ματς, αρχίζει το Μουντιάλ!

Είναι το 9ο Μουντιάλ της ζωής μου. Πρακτικά όμως από το 1986 και το 1990, ως γεννηθείς το 1983 θυμάμαι ελάχιστα πράγματα. Το εξής ένα. Ντιέγκο Μαραντόνα. Θυμάμαι μόνο ότι τον κοιτούσα σα χάνος, ότι τον θαύμαζα και ότι μου φαινόταν παράξενο γιατί το 1990 ενώ παίζει στην Αργεντινή, τον χειροκροτούν οι Ιταλοί. Αργότερα κατάλαβα.

Το 1994 προφανώς ζήσαμε στο ρυθμό της Εθνικής του Παναγούλια. Δε θα ξεχάσω πώς με απογοήτευσε η αποτυχία παικτών που θαύμαζα όπως ο Σαραβάκος. Αλλά και την περηφάνια μου σαν ΟΦΗ γιατί είχε η ομάδα μέσα Μαχλά, Νιόπλια, Αλεξούδη και «κακώς δεν πήρε και το Χανιωτάκη».

Μαραντόνα-Σαραβάκος

Η στιγμή όμως που θα μου μείνει είναι το χαμένο πέναλτι του Ρομπέρτο Μπάτζιο. Από τότε Ιταλόφιλος, θυμάμαι τον μεγάλο αυτό παίκτη να τους πηγαίνει ως τον τελικό μόνος του, θυμάμαι τα 120 λεπτά σφυροκόπημα της Βραζιλίας και την πεποίθηση ότι αφού δεν το έφαγαν οι Ιταλοί, είναι γραφτό να το πάρουν. Κι έρχεται ο ηγέτης σου να στείλει τη μπάλα έξω. Και τόσο ψηλά, άουτ, για να πάρει εκείνος όλη τη «δόξα» να μην τη μοιραστεί με το τέρμα. Α ρε Μπάτζιο!

To 1998 ήταν το Μουντιάλ του Ζιντάν και του Ρονάλντο. Και της Κροατίας. Το τελευταίο που είδα ως μαθητής και το τελευταίο που είδα στην Κρήτη. Μου έμειναν οι αέρινες κινήσεις του ΖιΖού αλλά και η ανόητη κόκκινή του σε ένα ματς ομίλου με τη Σαουδική Αραβία(!). Έτσι μου συστήθηκε και περίπου με τον ίδιο τρόπο με αποχαιρέτησε το 2006 με το τρομερό τουρνουά που έκανε να καταστρέφεται από την κουτουλιά στον Ματεράτσι. Ήταν όμως και το Μουντιάλ της Κροατίας, μία ομάδα που δημιούργησε το δικό της μύθο, με αρχηγό έναν από τους παίκτες που θαύμαζα, τον Ζβόνιμιρ Μπόμπαν και πολλούς ακόμα παικταράδες (Σούκερ, Προσινέτσκι, Ασάνοβιτς κλπ) που συνδύαζαν με επιτυχία τεχνική και (ελεγχόμενη) αλητεία). Η δική τους νίκη απέναντι στην μεγάλη Γερμανία είναι από τα ματς που έχω απολαύσει όσο λίγα!

Εννοείται ακόμα παραμένει για όλους μας μυστήριο τι συνέβη στο Ρονάλντο στον τελικό. Πολλές οι θεωρίες συνομωσίας, μάλλον προφανής η λογική απάντηση αλλά δεν πειράζει, ας μείνει μυστήριο

Και ξαφνικά το 2002 βρεθήκαμε Άπω Ανατολή. Με την τύχη να βρίσκομαι στην φοιτητική περίοδο της ζωής μου μπόρεσα να δω όλα τα ματς σχεδόν παρά τις «κόντρα» ώρες (πρωινές κλπ) για Ελλάδα. Ήταν το Μουντιάλ του Ρόλαντ Γκόμεζ για εμάς τους Ομιλίτες. Το Μουντιάλ που οι Τούρκοι έκαναν την έκπληξη με το Ρουστού στο τέρμα βαμμένο σα να είναι στρατό και της μοικάνας του Ουμίτ Νταβαλά. Αλλά πάνω από όλα ήταν το Μουντιάλ των “R”! Ronaldo- Rivaldo- Ronaldinio! Πρώτα από όλα όμως Ρονάλντο. Ο πραγματικός, ο αυθεντικός, το φαινόμενο, στην καλύτερη του παράσταση. Για τη δική μου γενιά που μεγάλωσε λίγο μετά το ζενίθ του Φαν Μπάστεν και του Μπατιστούτα, ο Ρονάλντο ήταν ο απόλυτος σέντερ φορ. Highlight φυσικά το τραγικό μαλλί που λάνσαρε, ευτυχώς μόνο για τη συγκεκριμένη διοργάνωση.

Ροναλντο

Το 2006 ήταν για εμένα το Μουντιάλ της επιτυχίας! Καταρχάς το πήραν οι φίλοι μου οι Ιταλοί. Τα 2 γκολ στην παράταση με τους Γερμανούς στον ημιτελικό τα πανηγύρισα όσο λίγα γκολ σε Μουντιάλ! Ειδικά του Ντελ Πιέρο που πάντα του είχα αδυναμία! Επιπλέον είναι το πρώτο (και το τελευταίο) Μουντιάλ που δικαιώθηκα σε ότι προέβλεψα. Ιταλία νικητής, Κλόζε πρώτος σκόρερ και φύγαμε για διακοπές με γεμάτη τσέπη.

Προφανώς όμως η ιστορία και η στιγμή που έμεινε και σε εμένα αλλά και σε όλο τον κόσμο ήταν η κουτουλιά του Ζιντάν. Οδήγησε την ομάδα ως τον τελικό, κόντρα στα προγνωστικά και την άφησε στο τέλος μόνη της πέφτοντας στην παγίδα της ιταλικής πονηριάς.

Μουντιαλ 2006- Ζινταν

Από το 2010 ακόμα νομίζω ότι έχω ζαλάδα από τις βουβουζέλες. Πραγματικό μαρτύριο! Μετά από το μαρτυρικό 1994 ξαναεμφανίστηκε και η Ελλάδα, με μία τίμια και αξιοπρεπή παρουσία. Βάλαμε και το γκολ μας, κάναμε και τη νίκη μας και δεν μας είχαν ζαλίσει τρέχοντας οι Νοτιοκορεάτες στο πρώτο ματς μπορεί και να περνούσαμε τους ομίλους. Κατά τα άλλα ήταν το Μουντιάλ που αγαπήσαμε ξανά την Ουρουγουάη του Φορλάν, του Αμπρέου και του ανερχόμενου τότε Σουάρες.

Τότε στον τελικό Ολλανδία- Ισπανία είχε κορυφωθεί η συζήτηση θυμάμαι με τη μία πλευρά να γκρινιάζει «μα είναι ποδόσφαιρο αυτό που παίζει η Ισπανία, σπάει νεύρα» και την άλλη (στην οποία ήμουν κι εγώ) να λέει ότι είναι μία (όχι και τόσο) νέα σχολή που δεν προέκυψε τυχαία και έχει έρθει για να μείνει.  Highlights του τελικού η καρατιά του Ντε Γιονγκ και τα χαμένα τετ α τετ του Ρόμπεν.

Το πιο πρόσφατο Μουντιάλ του 2014 έγινε στην «πατρίδα» του ποδοσφαίρου τη Βραζιλία. Ένα ταξίδι που όλοι θα θέλαμε να κάνουμε αλλά λίγοι το κατάφεραν. Φυσικά ήταν και η καλύτερή μας στιγμή ως Ελλάδα. Το πέναλτι του Σαμαρά που εκτέλεσε με ψυχρό αίμα και βλέμμα αλλά και το πέναλτι του Γκέκα που έπιασε (το τονίζω αυτό) ο Νάβας ήταν οι σημαντικότερες στιγμές μας. Πάντως αντικειμενικά η ομάδα του Σάντος (κι αυτό το τονίζω) θα ήταν δίκαιο να περάσει, ήταν καλύτερη από την Κόστα Ρίκα. Ήταν το Μουντιάλ του «τι τον βάζει ακόμα τον Κατσουράνη και τον Καραγκούνη». Τώρα που δεν τους έχουμε, όλοι έχουμε καταλάβει γιατί έπαιζαν όσο τους είχαμε.

Κατά τα άλλα μακράν το highlight του Μουντιάλ η 7αρα της Γερμανίας στη Βραζιλία. Μέσα στην έδρα της! Αυτά γίνονται μία φορά στα 50 χρόνια και όλοι θα το θυμόμαστε πάντα!

Ήταν και η χαμένη ευκαιρία του Μέσι για ένα Μουντιάλ. Ή μήπως αυτό είναι το Μουντιάλ του Μέσι; (τι πάσα έκανα για το φετινό είδατε έτσι;)

Για όσους αντέξατε και διαβάσατε ως εδώ όλο αυτό το κείμενο έχει bonus:

Πρόταση για ζευγάρι τελικού: Γαλλία- Αργεντινή και πρώτος σκόρερ Μέσι (έτσι για τη χαρά της πρόβλεψης και του ξεφτιλίσματος μετά).

Μαραντόνα εσείς; Ρονάλντο εμείς!

Κείμενο μου για το superdad.gr:

Έχω ένα γιο τριών χρονών. Μιας και στο σπίτι μας το ποδόσφαιρο είναι τρόπος ζωής, παρακολουθούμε (πληθυντικός συμπαράστασης της συζύγου) γενικά πολλή μπάλα. Και βέβαια με πολλή προσοχή και ολόκληρη τελετουργία θα έλεγα τις μεγάλες διοργανώσεις όπως το EURO της Γαλλίας που μόλις τέλειωσε.

Η φετινή διοργάνωση ήταν η πρώτη που την έζησα μαζί με τον μικρό. Ένα όνειρο ζωής για όλους τους μπαμπάδες- ποδοσφαιρόφιλους εκπληρώθηκε. Ε ναι, προφανώς και δεν έβλεπε ολόκληρα ματς σχολιάζοντας και πίνοντας μπύρες… Αλλά και τα ματσάκια του τα ψιλό-είδε και μερικούς παίκτες έμαθε και τις πίτσες του τις έφαγε. Έφτιαξε πρόγραμμα! Επενδύσαμε στο μέλλον.

Γιατί σας τα λέω όλα αυτά θα μου πείτε. Ο πρώτος είσαι ή ο τελευταίος; Σωστό. Όλος αυτός ο πρόλογος είναι για να “φτιάξω κλίμα” ποδοσφαιρικό ώστε να μοιραστώ μαζί σας τη σοφία που χάρη και σε αυτή τη… σπάνια και μοναδική εμπειρία αποκόμισα. Κι αφορά στα ινδάλματα κάθε γενιάς.

Με έκπληξη λοιπόν αυτές τις μέρες διαπίστωσα ότι ο μικρός αποφάσισε ότι “είμαι ο Ρονάλντο”. Ποτέ δεν ήμουν φαν του. Ούτε και κανένας hater. Εκτιμώ πολύ τη αξία του, τον θεωρώ από τους κορυφαίους, αλλά ως εκεί. Επέμεινα και τον ρώτησα μήπως είναι ο Μέσι, ο Μπέιλ, ο Παγέ ή ο Μπουφόν. Επέμεινε ότι είναι ο Ρονάλντο. Με τα πολλά, το κατάπια.

Σκέφτηκα να τον ρωτήσω αν είναι ο Μαραντόνα αλλά θα μου έλεγε “ρε πατέρα αυτός έπαιζε όταν ήσουν εσύ μικρός”. Είπα να του πω Ζιντάν αλλά θα μου έλεγε “καλά ρε μπαμπά, αυτός είναι προπονητής, δεν το ξέρεις”; Και δίκιο θα είχε.

Όσο κι αν μας κακοφαίνεται κάθε γενιά έχει τα ινδάλματά της. Τα σημεία αναφοράς της. Θυμάμαι όταν ο Μαραντόνα μεγαλουργούσε ήμουν σαν τον γιο μου. Τον λάτρεψα πριν ουσιαστικά καταλάβω το ποδόσφαιρο. Μου έλεγε ο πατέρας μου για Κρόιφ και του έλεγα Ντιέγκο! Μου μιλούσε για Μίμη Παπαιωάννου και Μαύρο (ναι ήταν ΑΕΚ) και του απαντούσα για Σαραβάκο και Βέρα (ναι είμαι ΟΦΗ). Γι αυτούς μιλούσαν όλοι γύρω μου. Αυτούς αποθέωναν κι αυτούς λάτρευαν να μισούν. Επόμενο ήταν η “αύρα” τους να με επηρεάσει. Όπως η αύρα του Ζιντάν σίγουρα θα επηρέασε τους σημερινούς 18αρηδες.

Αυτό που συνειδητοποίησα με λίγα λόγια είναι ότι όσο κι αν νιώθουμε “ξεπερασμένοι” θα πρέπει να το καταπιούμε, ειδικά οι πατεράδες. Όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα θα τα πάμε με τα παιδιά μας.

By the way, το ότι ο γιος μου διάλεξε αυτόν που βρίζουν οι πολλοί κι όχι την politically correct επιλογή, μόνο περήφανο με κάνει! Ρε μπας και μου έμοιασε;

Picture 022

Ζητιάνοι του ποδοσφαίρου

Όπως κάθε καλοκαίρι με μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση άρχισε η γνωστή διαμάχη και μίρλα περί “όπιου του λαού” ειδικά από το ιδεολογικό χώρο που κι εγώ αυτό-τοποθετούμαι. Πάγια θέση μου είναι ότι κάθετι παίρνει τη χροιά που εσύ του δίνεις. Και η πυρηνική ενέργεια μπορεί να είναι βόμβα αλλά και θεραπεία. Σίγουρα όμως έχει αξία. Αυτό ισχύει και για το ποδόσφαιρο. Είναι φαινόμενο με κοινωνική δυναμική και επιρροή τεράστια και παγκόσμια. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε.   
Προσωπικά προτιμώ να το βλέπω από μια οπτική σαν αυτήν που περιγράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο:

“Δεν είμαι τίποτα παραπάνω παρά ένας ζητιάνος του καλού ποδοσφαίρου. Περιφέρομαι στον κόσμο με το καπέλο στο χέρι και παρακαλάω στα γήπεδα: “Ο θεός να σας έχει καλά, ένα καλό παιχνίδι’. Και όταν παίζεται καλό ποδόσφαιρο, είμαι πανευτυχής για το θαύμα, χωρίς να νοιάζομαι ποια είναι η ομάδα ή η χώρα που το παίζει”.

Ο ΟΦΗ γιαγέρνει, υπερήφανος και ανεξάρτητος!

Ένα πολύ ωραίο κείμενο του Κώστα Κεφαλογιάννη για τον ΟΦΗ:

Δεν υπάρχουν πιο ωραία μεσημέρια σε μια πόλη της περιφέρειας, από εκείνα τα ποδοσφαιρικά μεσημέρια όπου όλοι, στις καφετέριες, στα σουβλατζίδικα, στο δρόμο, από το πρωί μέχρι την ώρα του αγώνα έχουν την ίδια προσδοκία και την ίδια αγωνία στο βλέμμα. Ένα μεσημέρι όπως αυτό που έζησε το Ηράκλειο πριν το παιχνίδι με το Φωστήρα.