Αυτό είναι το ποδόσφαιρο!

Οι δύο ποδοσφαιρικές βραδιές που ζήσαμε αυτή την εβδομάδα στο Champions League ήταν απολαυστικές για όσους αγαπάμε το πραγματικό ποδόσφαιρο. Είχαν τα πάντα!

Ποιότητα, δύναμη, πάθος, τακτική αλλά και ανατροπές κι εκπλήξεις. Είχαν “ήρωες” που ήρθαν από το πουθενά να αλλάξουν το στόρυ των παιχνιδιών. Είχαν τρομερά γκολ και εμπνεύσεις αλλά και “χοντρά” λάθη που στοίχισαν. Είχαν προπονητές υψηλού επιπέδου. Και φυσικά είχαν φανταστική ατμόσφαιρα που την απολάμβανες ακόμα κι από την τηλεόραση. Ήταν δύο βράδια, που μέσα στην ζόρικη καθημερινότητά μας, μας χόρτασαν ποδόσφαιρο, συγκινήσεις και γέμισαν την εβδομάδα μας.

Κι επειδή πιστεύω ότι το ποδόσφαιρο είναι τρόπος ζωής αλλά και τρόπος εκπαίδευσης, τα δύο χθεσινά ματς τα θεωρώ και ως δύο πολύ καλές ευκαιρίες να κάτσω με τους μικρούς να τα δούμε ξανά (οι ώρες του Champions League είναι δύσκολες για νήπια και παιδιά αλλά λόγω Πάσχα τα πρώτα ματς τα είχαμε δει live). Και το προτείνω σε όλους, μικρούς και μεγάλους. Άλλωστε ειδικά στην Ελλάδα, είναι αναγκαίο να ξαναμάθουμε τι είναι το ποδόσφαιρο.

Είναι ευκαιρία να τους δείξω τι είναι το ποδόσφαιρο. Από την κερκίδα ως το γήπεδο. Ότι όπως και η ζωή, έχει τα πάνω του και τα κάτω του. Κι ότι δεν κερδίζουν πάντα οι πιο «καλοί» ή εκείνοι που ξεκίνησαν καλύτερα αλλά μπορούν να κερδίσουν κι εκείνοι που έμειναν πίσω αλλά επιστράτευσαν μυαλό και ψυχή και επέστρεψαν. Ότι τελικά αυτό το «η προσπάθεια μετράει» δεν είναι βαρετό κλισέ, αλλά ισχύει. Αν η Τότεναμ και η Λίβερπουλ δεν είχαν προσπαθήσει, αν το είχαν παρατήσει, δε θα ζούσαμε όσα ζήσαμε.

Αν είχαν αποφασίσει ότι χωρίς Σαλάχ ή χωρίς Κέιν δεν υπάρχει ζωή, τώρα δε θα είχαμε όλα αυτά τα συναρπαστικά να συζητάμε….

Φυσικά ένα λεπτό λιγότερο χρόνου, θα έδινε πρόκριση στον Άγιαξ. Αλλά και πάλι η Τότεναμ θα είχε επιστρέψει από το -3. Μία σωστή αντίδραση της άμυνας της Μπάρτσα στο κόρνερ θα είχε γλυτώσει το 4ο γκολ. Όμως η Λίβερπουλ το πάλεψε, έφτασε ως εκεί, «διάβασε» σε ένα ασυνήθιστο και σπάνιο λάθος για άμυνα αυτού του επιπέδου και αντέδρασε πολύ γρήγορα. Γιατί δεν αρκεί να έχεις μυαλό, πρέπει να και να έχεις και ένστικτο και αντανακλαστικά.

Αν το σκεφτεί κανείς είδαμε τις δύο όψεις του νομίσματος μέσα σε δύο μέρες. Την Τρίτη αποδόθηκε δικαιοσύνη. Η καλύτερη ομάδα στα 180 συνολικά λεπτά πέρασε στον τελικό. Ο καλύτερος παίκτης μόνος του δεν αρκεί. Κι αυτό ακόμα είναι ένα χρήσιμο μάθημα για όλους μας. Την Τετάρτη πάλι αποκλείστηκε η ομάδα που όπως ο Έρικσεν της Τότεναμ είπε «έπαιξε καλύτερα από εμάς». Όμως καμία φορά η ψυχή, το τσαγανό και ενίοτε το ανορθόδοξο παιχνίδι μπορεί να κερδίσει. Συμβαίνουν αυτά. Αλλά δεν τελειώνει εκεί η ζωή. Η προσπάθεια συνεχίζεται…

Όμως πέρα από τα πολλά αγωνιστικά που αξίζει να δει (και να ξαναδεί) κανείς σε αυτά τα ματς, αξίζει να σταθεί και στα άλλα. Τα γύρω- γύρω. Να δει πράγματα που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν τα ζούμε. Οι οπαδοί της Λίβερπουλ μετά από μία ξεγυρισμένη 3αρα, γέμισαν το γήπεδο, έσπρωχναν την ομάδα από πριν καν αρχίσει το ματς και έγιναν μέρος της συνταγής για την ανατροπή. Την ατμόσφαιρα την απολαύσαμε όλοι.

Και οι οπαδοί της Μπάρτσα πήγαν ως την Αγγλία, έφαγαν 4, στενοχωρήθηκαν αλλά χειροκρότησαν την ομάδα τους και τον αντίπαλο και αποχώρησαν χωρίς να τα σπάσουν όλα.

Από την άλλη οι οπαδοί του Άγιαξ, έφτασαν ένα λεπτό από ένα τελικό μετά από 23 χρόνια. Ξέρουν ότι το καλοκαίρι η ομάδα αυτή, όπως είναι η μοίρα του Άγιαξ, θα σκορπίσει. Είδαν την ομάδα τους στο 3-0 (συνολικά) και τελικά να δέχεται 3 γκολ σε ένα ημίχρονο και να κλωτσάει την καρδάρα με το γάλα. Έκλαψαν και στενοχωρήθηκαν. Αλλά χειροκρότησαν τα παιδιά της ομάδας τους.

Την ίδια στιγμή που ο προπονητής της Τότεναμ δάκρυζε και ο ενθουσιασμός στην ομάδα του χτυπούσε κόκκινα. Σεβάστηκε όμως τον αντίπαλο. Κατέβηκε στα αποδυτήρια, άφησε τους παίκτες του Άγιαξ να χειροκροτήσουν και να χειροκροτηθούν από τον κόσμο, να αδειάσει το γήπεδο και μετά, όταν έμειναν μόνοι με τον κόσμο τους, έστησαν για πολλή ώρα ένα πραγματικό πάρτυ, όπως άλλωστε απαιτούσε η περίσταση.

H εβδομάδα αυτή μας έδωσε την ευκαιρία να θυμηθούμε τι είναι πραγματικά το ποδόσφαιρο. Ας προσπαθήσουμε αυτό το ευχάριστο «πάθημα», να μας γίνει και λίγο μάθημα και να αναζητάμε περισσότερο ποδόσφαιρο και λιγότερο παραποδόσφαιρο. Να θυμηθούμε ή και να ανακαλύψουμε ίσως κάποιοι την ουσία του, αυτό που το έκανε πραγματικό κοινωνικό φαινόμενο…

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο φιλοξενήθηκε αρχικά στο oficrete.gr όπου γράφουμε κι άλλα πράγματα εκτός από ΟΦΗ…

ΟΦΗ: Κοινωνικό φαινόμενο, όχι ποδοσφαιρική εταιρεία

Δε θα μπορούσα να γράψω όσα σκέφτομαι καλύτερα από το κείμενο αυτό του φίλου Λευτέρη Κουγιουμουτζή στο sdna.gr

Το Ηράκλειο είναι μια πόλη που διαμόρφωσε τον αστικό κοινωνικό της ιστό σχετικά πρόσφατα. Έποικοι και εσωτερικοί μετανάστες οι περισσότεροι κάτοικοι που συνέβαλαν στην πληθυσμιακή έκρηξη των προηγούμενων δεκαετιών, δεν ένιωσαν ποτέ Ηρακλειώτες.

Γι αυτό άλλωστε τότε και δεν αγάπησαν ποτέ με πάθος την ομάδα της πόλης, τον Όμιλο Φιλάθλων Ηρακλείου. Μπορεί το γήπεδο να ήταν πάντα κατάμεστο τις καλές αγωνιστικές εποχές της δεκαετίας του ’80, παρόλα αυτά ο ΟΦΗ δεν είχε πολυπληθές φίλαθλο ρεύμα και κίνημα. Το γήπεδο γέμιζε κυρίως χάρη στο καλό ποδόσφαιρο και επειδή εκείνα τα χρόνια ήταν μια δημοφιλής κυριακάτικη συνήθεια.

Δε συνέβη το ίδιο με τα παιδιά αυτών των εποίκων, που αποτέλεσαν την πρώτη μαζική γενιά βέρων Ηρακλειωτών και ένιωσαν την πόλη δική τους, που την αγάπησαν ως γενέτειρα και πατρίδα τους. Αυτή η γενιά, όσοι δηλαδή κυρίως γεννήθηκαν από τα τέλη του 1970 και μετά, αποτελεί και τον μεγάλο πυρήνα των φιλάθλων του ΟΦΗ σήμερα. Ο κόσμος του ΟΦΗ, από μειοψηφία στην ίδια του την πόλη μέχρι τη δεκαετία του ’90, είναι σήμερα ένα από τα πιο δυναμικά και αναπτυσσόμενα φίλαθλα κινήματα στη χώρα και, φυσικά, κατεστημένο στο Ηράκλειο με ισχυρά ερείσματα σε όλο το νησί.

Ένα φίλαθλο κίνημα που δε γαλουχήθηκε με αγωνιστικές επιτυχίες και δε στηρίχθηκε σε παχυλά πορτοφόλια και προεδρικές χρηματοδοτήσεις, ούτε αναπτύχθηκε μέσα από κάποιο εταιρικό μάρκετινγκ και μιντιακή προπαγάνδα. Αντίθετα, όσο η ομάδα βυθιζόταν σε αγωνιστική ανυποληψία και διοικητικά προβλήματα, τόσο το ποτάμι των οπαδών του ΟΦΗ μεγάλωνε. Φτάσαμε, μάλιστα, στο φαινομενικά οξύμωρο, ο ΟΦΗ να απογειωθεί οπαδικά με τον υποβιβασμό του στην Β Εθνική το 2009. Έκτοτε, το «Γεντί Κουλέ» είναι σταθερά ένα από τα πιο γεμάτα γήπεδα της χώρας με πληρότητες που θα τις ζήλευε κάθε ομάδα. Ένα τέτοιο κράμα φιλάθλων, συνηθισμένο στα δύσκολα, που η σχέση του με την ομάδα δε βασίζεται στην επιτυχία και στον πρωταθλητισμό παρά η αγάπη του είναι αγνά και παθολογικά ανιδιοτελής, δεν έχει τίποτα να φοβάται.

Όλα τα τελευταία χρόνια οι φίλαθλοι ήταν κυρίως που βοήθησαν ΟΦΗ να σταθεί στα πόδια του μέσα από συνθήκες που θα οδηγούσαν άλλες ομάδες στην πλήρη διάλυση και λαϊκή απαξίωση κι αδιαφορία. Με ενεργή συμμετοχή στα κοινά της ομάδας και με ασταμάτητη οικονομική αιμοδοσία. Φυσικά, δεν έλειψαν και οι παιδικές ασθένειες. Δόθηκε εμπιστοσύνη ενδεχομένως σε ανθρώπους που δεν τη διαχειρίστηκαν όπως της έπρεπε. Αφιερώθηκε όλη η ενέργεια του κόσμου στην κερκίδα και την παρουσία στο γήπεδο, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο στο τι γινόταν στην εταιρία. Πολλές φορές επικράτησε ο αχαλίνωτος ενθουσιασμός ή η ακραία αποδοκιμασία, φαινόμενα αμετροέπειας και νοοτροπία αρένας. «Έτσι είναι το γήπεδο», αντιτάσσεται συχνά στα παραπάνω. Κι όμως, ο φίλαθλος του ΟΦΗ έχει από καιρό βάλει τον πήχη ψηλότερα από τη γνωστή πεπατημένη.

Σήμερα δεν αποχαιρετούμε τον ΟΦΗ. Τον καλωσορίζουμε. Η απόσυρσή του από το πρωτάθλημα δεν είναι ένα τέλος, αλλά μια αρχή. Και μια τεράστια ευκαιρία να διορθώσει τα κακώς κείμενά του. Και το φίλαθλο κίνημά του θα είναι εκεί, ακόμα πιο ισχυρό και έντονο, και την επόμενη μέρα. Άλλωστε, είπαμε, δεν γίναμε ΟΦΗ για τα εύκολα. Αλλά πρέπει να κοιτάξει πώς θα ενισχύσει τις δικές του δομές και την αυτοοργάνωσή του. Πώς θα αναδείξει, μέσα από τα σπλάχνα του, ανθρώπους που θα οδηγήσουν σε καλύτερο μέλλον την ομάδα. Και πώς θα σταθεί αρωγός, συνεργάτης και αλλά και καλώς εννοούμενος ελεγκτής σε όποιον οικονομικό παράγοντα ενδεχομένως θελήσει να αναλάβει τα ηνία. Με νηφαλιότητα και ψυχραιμία, χωρίς κραυγές και εύκολες επιδοκιμασίες ή ανέξοδες αποδοκιμασίες.

Δε θα μπω στη διαδικασία να επιρρίψω ευθύνες ούτε να πετάξω ωμό κρέας στο λάκκο των λεόντων. Θα αναλάβω μονάχα τις δικές μου, κυρίως για τα πράγματα που δε μπόρεσα να κάνω και τα περισσότερα που δε μπόρεσα ν’ αλλάξω στο δικό μου πέρασμα απ’ τον ΟΦΗ. Ο καθένας, άλλωστε, έχει διαμορφώσει τη γνώμη του. Θα σταθώ μόνο στο εξής: ο ΟΦΗ ίσως είχε άλλη τύχη, αν έδινε λόγο κι εξουσία σε ανθρώπους που ήξεραν και μπορούσαν να διαχειριστούν τα οικονομικά του. Πέρασαν αρκετοί αξιόλογοι από τα διοικητικά του συμβούλια, αλλά δε μπόρεσαν ποτέ να λειτουργήσουν. Ας είναι, από τα λάθη μας μαθαίνουμε.

Ο Όμιλος Φιλάθλων Ηρακλείου δεν θα επιστρέψει, γιατί απλά δεν έφυγε ποτέ. Είναι κοινωνικό φαινόμενο κι όχι ποδοσφαιρική εταιρία. Ψάχνει να βρει τον δρόμο του και κάποια στιγμή θα τα καταφέρει. Ας ευχηθούμε το ίδιο για όλο το ελληνικό ποδόσφαιρο. Γιατί είναι αδύνατο να αναπτυχθεί ένα υγιές κύτταρο μέσα σ’ ένα καρκίνωμα. Κι ο κόσμος σ’ αυτήν εδώ τη χώρα πρέπει επιτέλους να αποκτήσει ξανά τις Κυριακές του.

IMG_0470.JPG

Στο Μουντιάλ είμαι…με όλους

Ένα πολύ ενδιαφέρον και βαθιά ποδοσφαιρικό κείμενο για το Μουντιάλ που ξεκινάει σήμερα. Διαφωνώ ΜΟΝΟ στο υστερόγραφο. Η Εθνική ομάδα είναι η βιτρίνα ενός ποδοσφαίρου σάπιου. Μια βιτρίνα παντελώς άσχετη με το εσωτερικό του. Ναι δεν παίζει σπουδαία μπάλα, αλλά έχει μάθει να επιβιώνει όχι με γιούργια και κορώνες αλλά με σύστημα και επιμονή. Είναι χρήσιμο παράδειγμα. Το κείμενο λοιπόν για να μπαίνουμε σιγά σιγα σε ρυθμούς:

mundial 2014

Αγαπώ το ποδόσφαιρο κυριολεκτικά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Με μια μπάλα στον κήπο της γιαγιάς να ανταλλάζω πάσες με τον πατέρα μου. Και αργότερα να ακολουθώ τον θείο μου στις προπονήσεις της Ομόνοιας, να κάθομαι με τους παίκτες στον πάγκο. Δεν είχα πολλές επιλογές. Όλη μου η οικογένεια υποστήριζε φανατικά την Ομόνοια και επομένως η υποστήριξη στο τριφύλλι ήταν αυτονόητη. Μεγαλώνοντας κατάλαβα και γιατί. Ομάδα της Αριστεράς, με έντονες κοινωνικές αναφορές τόσο κατά τη δημιουργία της όσο και στην πορεία της, ομάδα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων και υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Τουρκοκύπριους. Αν είχα επιλογή πάλι Ομόνοια θα ήμουν.

Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε «σώνει και ντε» να διαλέξω εθνική κάθε τέσσερα χρόνια. Το πρώτο Μουντιάλ που θυμάμαι ήταν αυτό της Ιταλίας το 1990. Όλοι διάλεγαν και μια ομάδα. Ο ένας την Ολλανδία, ο άλλος την Αργεντινή, ο τρίτος την Ιταλία και όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου τη Βραζιλία. Εγώ έγινα Γιουγκοσλαβία. Σε αυτό του 1994 ερωτεύτηκα τη Βραζιλία. Το 1998 απλά παρακολούθησα τα παιχνίδια, το 2002 γοητεύτηκα από την Τουρκία, τέσσερα χρόνια μετά από την Πορτογαλία και το 2010 δεν θα μπορούσα να μην υποκλιθώ στην Ισπανία.

Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα να υποστηρίζεις σταθερά συγκεκριμένη ομάδα στο Μουντιάλ. Η παγκοσμιοποίηση του ποδοσφαίρου έχει κάνει τις εθνικές ομάδες τόσο όμοιες που ελάχιστες διατηρούν το δικό τους στυλ. Η Βραζιλία εξευρωπαΐστηκε, η Αργεντινή χάνει τη σκληράδα της για χάριν του μεγαλείου του Μέσι, οι Άγγλοι έχουν αφήσει καιρό τώρα τις σέντρες και το ψηλό παιχνίδι, οι Ισπανοί αφού δίδαξαν τον κόσμο το τίκι-τάκα προσπαθούν να εφεύρουν νέα πράγματα, η Γερμανία έχει αλλάξει και έχει γίνει πιο θελκτική στα μάτια μου, η Ιταλία έχει αφήσει πίσω το κατενάτσιο και προσπαθεί να δημιουργήσει, η Ολλανδία αφήνει φέτος το κλασσικό 4-3-3 και το γυρνάει σε 5-3-2 γιατί δεν έχει τους κατάλληλους παίκτες για το σύστημα που υποτίθεται ότι λανσάρει εδώ και καμιά 25αριά χρόνια. Ακόμα και οι Αφρικανικές χώρες φέρνουν το παιχνίδι του τόσο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα που καμιά φορά καταλαβαίνεις ότι οι παίκτες νιώθουν να έχουν αφήσει την ταυτότητά του στα αποδυτήρια των ευρωπαϊκών ομάδων που αγωνίζονται.

Αν πάλι τα κριτήριά σου είναι πιο κοινωνικό – πολιτικά μάλλον έχεις ξεμείνει από ομάδες. Η ΕΣΣΔ δεν υπάρχει πια και μαζί της κατάρρευσαν όλες οι υπόλοιπες ανατολικές χώρες. Η Βενεζουέλα συνήθως δεν πάει στις τελικές φάσεις, η Κούβα προτιμά το μπέιζμπολ. Όσοι πάλι σκέφτονται τη Β.Κορέα θα πρέπει να ένιωσαν άσχημα στο προηγούμενο Μουντιάλ με την εικόνα της ομάδας αλλά και με όσα ακολούθησαν.

Πιστεύω ότι αν υποστηρίζεις σταθερά την ίδια ομάδα σε Μουντιάλ χάνεις τη μισή απόλαυση του τουρνουά. Πάντα εμφανίζεται μια χώρα που θα καταφέρει να σε κερδίσει με όσα κάνει. Πάντα υπάρχει ένας παίκτης που σε τρελαίνει, πάντα ένας προπονητής που γουστάρεις πολύ, πάντα κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες που σε ωθούν να υποστηρίξεις συγκεκριμένη χώρα. Στο Μουντιάλ του 1990 για παράδειγμα, οι «Γιούγκο» εκτός από μπαλάρα σε ενέπνεαν γιατί έβλεπαν χωρίς ίχνος κομπλεξισμού τους δυτικούς αντιπάλους τους. Δεν θα μπορούσες όμως να μην υποστηρίξεις και λίγο το Καμερούν του Ροζέ Μιλά και σίγουρα θα ήσουν με την Αργεντινή του Μαραντόνα που στον ημιτελικό με την Ιταλία δίχασε μια ολόκληρη χώρα προτρέποντας τους νότιους να στηρίξουν τη χώρα του καθώς οι βόρειοι τους καταπιέζουν μέσα στην ίδια την Ιταλία.

Στις ΗΠΑ το 1994 τρελάθηκες με τον μεγάλο Ρομπέρτο Μπάτζιο αλλά και με το δίδυμο της βραζιλιάνικης επίθεσης, Ρομάριο – Μπεμπέτο. Σίγουρα όμως για λίγο υποστήριξες την κλίκα της Βουλγαρίας και σκέφτηκες ότι όταν μείνεις φαλακρός θέλεις να μοιάσεις λίγο με τον μεγάλο Λέτσκοφ. Στήριξες για λίγο τη Ρουμανία του Χάτζι και σου άρεσε που είδες τη Σουηδία να κάνει την έκπληξη φτάνοντας στην τρίτη θέση.

Το 1998 δεν μπορεί να μην χάρηκες που ένας Αλγερινός έκανε τους Γάλλους να τον προσκυνούν, δεν γίνεται να μην πωρώθηκες με το γκολ του Μπέργκαμπ στο 89΄ του αγώνα με τους Αργεντίνους, δεν μπορεί να μην ταυτίστηκες λίγο με τους Κροάτες που έπαιξαν μπαλάρα και ήρθαν τρίτοι, δεν μπορεί, αν ήσουν Βραζιλία, να μην θύμωσες με όσα έγιναν στον τελικό με τους σπόνοσορες να πιέζουν τον Ρονάλντο να παίξει παρά την εμφανή του αδυναμία.

Τέσσερα χρόνια μετά, εκτός από το ξενέρωμα του αηδιαστικού σπρωξίματος της Ν.Κορέας, εκστασιάστηκες με τα «3 Ρ» της Βραζιλίας, χόρεψες κάποιες στιγμές στα γκολ της Σενεγάλης και όσο κι αν δεν το παραδέχεσαι πωρώθηκες με τους Τούρκους που μάσαγαν σίδερα και έφτασαν στα ημιτελικά. Αν ήσουν «Γάλλος» θύμωσες με τον απίστευτο διασυρμό της πρωταθλήτριας κόσμου που δεν κατάφερε να πετύχει ούτε γκολ.

Το 2006 ταυτίστηκες με τον Ζιντάν που έριξε τη κουτουλιά στον Ματεράτσι αλλά σίγουρα κάποιες στιγμές σε κέρδισε και η Ιταλία, σου άρεσε η ολοκληρωμένη ομάδα της Πορτογαλίας αλλά δεν μπορεί να μην εκτίμησες και τη προσπάθεια της Γερμανίας που έβαλε τότε τις βάσεις για μια νέα, δυναμική επανεμφάνιση στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα.

Όσο για το 2010; Ξεκίνησες υποστηρίζοντας Αργεντινή γιατί είχε στον πάγκο Μαραντόνα και στο χορτάρι Μέσι, σε «κέρδισε» η Γκάνα που έκανε εκπληκτικά παιχνίδια, την Ισπανία να είναι αχτύπητη αλλά και την Ολλανδία να κάνει ό,τι καλύτερο στον τελικό απέναντί της αλλά σίγουρα ήσουν για λίγο με την Ουρουγουάη που σε άφηνε άφωνο με τον απίστευτο συνδυασμό πάθους και τεχνικής και τον μεγάλο Ντιέγκο Φορλάν να σε καθηλώνει μπροστά από την οθόνη.

Από σήμερα λοιπόν, καθόμαστε μπροστά στις οθόνες μας, φωνάζουμε τους φίλους μας και αφηνόμαστε στη σαγήνη της στρογγυλής θεάς, μια σαγήνη που μόνο οι ποδοσφαιρόφιλοι μπορούν να καταλάβουν και δεν χρειάζεται να μπούμε σε καμιά διαδικασία να εξηγήσουμε το γιατί. Όποιος καταλαβαίνει, καλώς!

 

Υ.Γ. Όσο για αυτούς που υποστηρίζουν την Ελλάδα. Τι να πω; Ο καθένας με τα βίτσια του