Γονείς είναι ώρα για ένα εορταστικό κήρυγμα στους εαυτούς μας!

Τα Χριστούγεννα υπάρχουν πρώτα από όλα για τα παιδιά, είναι γνωστό αυτό! Δώρα, παιχνίδια, κλειστά σχολεία, όλα (σχεδόν) γίνονται για εκείνα. Ή τουλάχιστον για εκείνα τα τυχερά που έχουν τη δυνατότητα να ζουν έτσι, γιατί δυστυχώς δεν είναι καθόλου αυτονόητο αυτό.

Από μικρός, βοηθώντας στο παιχνιδάδικο του θείου μου, είχα ζήσει την καταναλωτική μανία των παιδιών αλλά και των μεγάλων. Σε μια εποχή, καλύτερη οικονομικά από σήμερα για το μέσο έλληνα, όπου γονείς, θείοι, νονοί και παππούδες έμπαιναν στο μαγαζί με ολόκληρες λίστες και έβγαιναν με ένα φορτηγό τσάντες!

Θυμάμαι καλά τα παιδιά να παθαίνουν παροξυσμό και κρίσεις μπροστά στα γεμάτα ράφια. Να μην ξέρουν τι πρωτοθέλουν. Αλλά να γνωρίζουν καλά ότι ΘΕΛΟΥΝ! Απαιτούσαν και γκρίνιαζαν αν δεν γίνονταν όλα τα χατήρια τους. Σκεφτόμουν τότε ότι είναι «κακομαθημένα» και ότι οι γονείς και γενικά οι γύρω τους, έφταιγαν αφού τους έκαναν όλα τα χατήρια.

capture

Κύλησαν τα χρόνια, μεγάλωσα και ήρθε η ώρα να μπω στη θέση εκείνων των γονιών που κατηγορούσα. Συνειδητοποίησα ότι δεν είναι τελικά τόσο απλό. Χρειάζεται σαν γονιός να δουλέψεις πολύ, πολύ πριν τις Γιορτές, για να προετοιμάσεις το έδαφος. Να εξηγήσεις ξανά και ξανά ότι διαλέγουμε ένα παιχνίδι που θέλουμε πιο πολύ κι ότι όχι δεν μπορούμε να τα αγοράσουμε όλα. Χρειάζεται να αποκτήσεις πειθώ και πυγμή ώστε στην κρίσιμη ώρα μπροστά στο ράφι, να μη λυγίσεις από τα δάκρυα, την πίεση, τα νάζια και όλα τα άλλα κόλπα που το παιδί σου χρησιμοποιεί για να σε τουμπάρει. Χρειάζεται να έρθεις επίσης και σε κόντρα με παππούδες και γιαγιάδες αλλά και θείους και θειάδες, νονούς και νονές και διάφορους ακόμα που ανακατεύονται για να τους εξηγήσεις γιατί «έλα μωρέ δεν πειράζει αν πάρουμε κι αυτό». Πειράζει μακροπρόθεσμα και για το καλό του παιδιού είναι αυτή η αντίσταση!

Γενικά αυτές τις μέρες χρειάζεται να δώσεις αγώνα για να κρατήσεις στοιχειωδώς ισορροπίες και το μέτρο. Στις βόλτες, στο πόσο γλυκό θα φάει, στο αν «πειράζει» να μην φάει το φαγητό του, στο αν «πειράζει» να μην κοιμηθεί για μεσημέρι, στο γιατί ΔΕΝ είναι απαραίτητο να στηθεί όλο το κόψιμο της βασιλόπιτας για να πέσει το φλουρί στο παιδί ή το εγγόνι. Στο γιατί δεν χρειάζονται 7 φλουριά για να ευχαριστηθούν όλα τα εγγόνια. Όλα αυτά δεν είναι τελικά «χαριτωμένα». Είναι περιττά και δεν βοηθούν το παιδί.

carousel-merrygoround-luna-park-fathers-day-melbou1

Μετά από τα τρίτα Χριστούγεννα ως γονιός έχω συνειδητοποιήσει πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να πείσεις ότι δεν τους κάνει καθόλου κακό να μάθουν ότι δεν μπορούν να κερδίζουν πάντα. Ούτε πάντα να παίρνουν αυτό που θέλουν. Και είναι δύσκολο να πείσεις τα ίδια τα παιδιά αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον. Δεν έχω αυταπάτες.

Αντιθέτως είναι πολύ εύκολο να λυγίσεις κι εσύ πρώτος και να μπεις στον πειρασμό μια «γλυκιάς δωροδοκίας» που θα σου κάνει τη ζωή απλούστερη.

«Φάε το φαγητό σου για να φας γλυκό»

«Να είσαι καλό παιδί για να πάρεις (ή να σου φέρει ο Άγιος Βασίλης) κι αυτό το παιχνίδι»

«Θα πάρεις ΚΑΙ αυτό το παιχνίδι αν μου υποσχεθείς ότι δε θα κλαις»

Νομίζω πώς όλοι οι γονείς, λίγο ή πολύ την έχουμε πατήσει. Όπως όλοι μας έχουμε κάνει τα στραβά μάτια στο υπερβολικό κανάκεμα ειδικά αυτές τις μέρες προκειμένου να αποφύγουμε να γίνουμε δυσάρεστοι στους δικούς μας.

Το κακό είναι ότι μετά τα απόνερα καλούμαστε εμείς να τα διαχειριστούμε. Και το παιδί μας. Κι επίσης το χειρότερο είναι ότι με όλα αυτά τελικά μπορεί να θέλαμε το καλό του παιδιού μας αλλά μάλλον δεν του κάναμε καλό μακροπρόθεσμα.

Οπότε μιας και είναι η περίοδος των resolutions και των στόχων για την επόμενη χρονιά, ας βάλουμε όλοι μας κάπου μέσα στη λίστα μας και ένα ακόμα. Ας μάθουμε στα παιδιά μας να ευχαριστιούνται με ότι τους προσφέρεται στο μέτρο του δυνατού και να μάθουν και να ευχαριστούν με ειλικρίνεια- και όχι από υποχρέωση ή για καλόπιασμα- εκείνον που τους το προσφέρει. Και ας μάθουμε στους εαυτούς μας και στους υπόλοιπους ενήλικες ότι ο «εύκολος δρόμος» δεν είναι σχεδόν ποτέ ο καλύτερος, είναι προτιμότερο να στοχεύουμε στο τέλος του δρόμου παρά απλά να αρκούμαστε να πετύχουμε την επόμενη ακριβώς στροφή του.

 

Δύο χρόνια μαζί! Και τι χρόνια ε;

Κείμενο μου για το superdad:

Δύο χρόνια πριν, μια Τρίτη και 13 του 2013, άλλαξε η ζωή μου. Και δεν είναι λεκτική υπερβολή ή μια ακόμα μελό δήλωση ενός χαζομπαμπά. Ισχύει. Αλλάζει σε μια στιγμή η ζωή σου. Σε όλα! Με τα καλά που έχει κάθε αλλαγή και με τα κακά της βέβαια.

Αυτές τις μέρες, όσο πλησιάζουμε στο φετινό 13άρι του Αυγούστου με πιάνει μια διάθεση απολογισμού. Τι έγινε αυτά τα δύο χρόνια;

Δεν ξέρω για εσάς, για εμάς στην οικογένεια ήταν δύο πολύ δύσκολες χρονιές. Με ανεπανόρθωτες ατυχίες. Με σημαντικές και αναντικατάστατες απώλειες. Με μεγάλα ζόρια. Με πολλές «εκπτώσεις» στα θέλω μας. Με πάρα πολύ πίεση και άγχος. Χωρίς ξεγνοιασιά. Χωρίς ηρεμία. Χωρίς ταξίδια. Χωρίς  κίνητρα και αισιοδοξία.

Μην τα πολυλογώ και για εμάς όπως (σχεδόν) για όλη την Ελλάδα δεν πήγε καλά το πράγμα.

Και τότε σκέφτομαι, αν δεν είχαμε το μικρό τι θα λέγαμε τώρα; Χωρίς αυτό το μικρό πλασματάκι να απορροφά όλη την ενέργεια μας, όλο το ενδιαφέρον μας κι όλη μας τη σκέψη;

Τίποτα δε θα ήταν ίδιο. Και τίποτα δεν θα ήταν καλύτερο. Το έχω ξαναγράψει και παλιότερα. Αυτός ο μικρούλης είναι το μοναδικό ουσιαστικά κίνητρο για να προχωράμε. Όπως- όπως και με μεγάλη δυσκολία μεν αλλά προχωράμε. Και κάπου εκεί, όπως τα στριφογυρνάω στο μυαλό μου, συνειδητοποιώ  (ξανά) την βαρύτητα που έχει η παρουσία του στη ζωή μας.

Αρχικά χαμογελάω, γιατί είναι ευτυχία όλο αυτό. Μετά όμως ομολογώ τρομάζω λίγο.  Δεν πρέπει να του το μεταφέρω αυτό το συναίσθημα. Δεν πρέπει να νιώσει ποτέ στη ζωή του, ότι «κουβαλάει» και τα βάρη, τα άγχη και τα απωθημένα ακόμα των γονιών του. Αν θέλω να είμαι σωστός μπαμπάς πρέπει όλο αυτό που νιώθω να το μεταβολίσω και να του το προσφέρω ως αγάπη. Σκέτη, ξεκάθαρη και ατελείωτη αγάπη. Χωρίς αστερίσκους και «ναι μεν, αλλά…».

Καταλήγει κάπου όλη αυτή η εσωτερική αναζήτηση θα μου πείτε; Ναι καταλήγει. Να τσακιστώ να απολαύσω το παιδάκι μου και την ευτυχία που εκπέμπει όλο αυτό. Και να το απομονώσω από όλο το υπόλοιπο περιβάλλον.

Γιατί αγαπητέ συνάδελφε το 13αρι μου δύο χρόνια πριν ήταν, είναι και θα είναι ότι καλύτερο έχω κάνει στη ζωή μου. Εσύ ειδικά το ξέρεις ήδη, γιατί- ως συνάδελφος- το έχεις ζήσει, ίσως και περισσότερες από μία φορές. Κι είναι κι ο λόγος που τώρα αυτή τη στιγμή, εγώ γράφω όσα γράφω κι εσύ τα διαβάζεις (χάρη στο superdad).

Χρόνια μας πολλά λοιπόν! Εύχομαι όλοι μας να έχουμε την τύχη να κάνουμε άπειρους τέτοιους απολογισμούς . Μόνο καλό μας κάνει!

__________

Είναι τελικά η υπερβολική προστασία ένα είδος κακοποίησης;

Το εκπαιδευτικό ριάλιτι «World’s Worst Mom» («Η χειρότερη μαμά του κόσμου») προβάλλεται από τα μέσα Ιανουαρίου στο Discovery Life Channel. Το εμπνεύστηκε η Λενόρ Σκενάζι, η δημοσιογράφος από τη Νέα Υόρκη που κέρδισε επάξια τον προαναφερθέντα τίτλο το 2008, όταν τόλμησε να ομολογήσει ότι άφησε τον εννιάχρoνο γιο της να μπει μόνος του στο μετρό.

Μαινόμενοι γεννήτορες έπεσαν πάνω της να τη «λιντσάρουν» και κάπως έτσι πυροδοτήθηκε το ντιμπέιτ για την ανελευθερία των σύγχρονων παιδιών. Σιγά σιγά η καμπάνια «εγρήγορσης» της Σκενάζι άρχισε να κερδίζει έδαφος. Στο «World’s Worst Mom» η ίδια παρεμβαίνει για να συνετίσει γονείς που «πνίγουν» τα παιδιά τους μέσα σε τόνους χαρτί αεροπλάστ, αυτό με τις φυσαλίδες αέρα που χρησιμοποιείται για το περιτύλιγμα των εύθραυστων δώρων.

Αυτοί οι γονείς είναι πλέον ο κανόνας. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα σημερινά υπερπροστατευμένα και «μικροδιαχειριζόμενα» παιδιά της Δύσης μεγαλώνουν χωρίς τα στοιχειώδη διδάγματα επιβίωσης. Μπορεί να έχουν πλείστες (ακαδημαϊκές και άλλες) δεξιότητες, αλλά δεν είναι «street smart» (περπατημένα, της πιάτσας). Ήτοι ένα εννιάχρονο αγόρι σήμερα μπορεί να παίζει στα δάχτυλα το MP4 ή το iPad, αλλά οι γονείς του τρέμουν να το αφήσουν έστω και για μισή ώρα μόνο στο σπίτι ή να το στείλουν στο γειτονικό μάρκετ με την προσφιλή λίστα: «Τυρί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά».

Η δε απουσία ελεύθερου (όχι κατευθυνόμενου) παιχνιδιού συνδέεται άρρηκτα με την κατάθλιψη και τις αγχώδεις διαταραχές στην παιδική ηλικία (η συχνότητα των οποίων είναι, στις ΗΠΑ τουλάχιστον, πενταπλάσια έως οκταπλάσια σε σχέση με το 1950) και βέβαια με την πανδημία παιδικής παχυσαρκίας και διαβήτη τύπου 2. Τα παιδιά είναι πλέον καταδικασμένα να ζουν κάτω από μια οργουελική, γονική επίβλεψη (σημειωτέον ότι από τη δεκαετία του ’70 έως σήμερα η μέση απόσταση που μπορεί να διανύσει ένα παιδί μόνο του στη Βρετανία μειώθηκε σχεδόν κατά 90%).

Το ντιμπέιτ γύρω από τις παρενέργειες του «helicopter parenting» (όπως έχει βαφτιστεί η υπερπροστατευτική σχολή γονεϊκότητας) τροφοδοτείται διαρκώς. Προ ημερών ο καναδός συγγραφέας Μάικλ Κρίστι έγραψε στους New York Times ένα άρθρο με τίτλο «Όλοι οι γονείς είναι δειλοί» (μήνυμα που διαπνέει και το πρόσφατο, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «If I Fall, If I Die»).

Το άρθρο είναι κατά το ήμισυ μια κατάδυση στα δικά του παιδικά χρόνια, όταν ο ίδιος πέφτει θύμα μιας υπερπροστατευτικής (και αγοραφοβικής) μητέρας, η οποία παλεύει να καταπνίξει τo πάθος του για το σκέιτμπορντ. Ως πιτσιρικάς αντιστέκεται σθεναρά. Η μητέρα του συνεχίζει να παθαίνει κρίσεις πανικού κάθε φορά που τον βλέπει να ανεβαίνει πάνω στη σανίδα, ο ίδιος συνεχίζει να βιώνει τη μεταφυσική έξαψη του έφηβου σκέιτερ σπάζοντας σχεδόν νομοτελειακά κνήμες, περόνες, σπονδύλους και δόντια. Στα 17 του αποφασίζει να σπάσει και το γλιτσερό, μητρικό κουκούλι που τον κρατάει παγιδευμένο. Θα ζήσει για χρόνια μακριά (γυρνάει στο σπίτι του στα 32 του, όταν η μητέρα του πεθαίνει πλέον από καρκίνο).

Στο δεύτερο ήμισυ του άρθρου του ο Κρίστι σκύβει με συγκατάβαση πάνω από το αμάρτημα της μητρός του ανακαλύπτοντας τη δική του άτολμη γονεϊκότητα. Σαν κάτι να αλλάζει, μόλις γεννιέται ο γιος του: «Βγαίνοντας με το παιδικό καρότσι στο κυκλοφοριακό χάος του μεσημεριού, ένιωσα για πρώτη φορά συντονισμένος με την επικινδυνότητα του κόσμου τούτου, με την ευαλωτότητα του ανθρώπου απέναντί της. Η πόλη έμοιαζε ξαφνικά να δονείται από κινδύνους που για καιρό με άφηναν αδιάφορο: αυτοκίνητα που άλλαζαν απότομα πορεία, εν δυνάμει απαγωγείς, τοξικά αέρια και πεταμένες βελόνες». Η κατάσταση θα επιδεινωθεί: «Έφτασα στο σημείο να κλωτσήσω έναν σκύλο στο πάρκο γιατί μου φαινόταν ότι πήγαινε να δαγκώσει τον μικρό». «Ποτέ δεν πίστευα ότι γονεϊκότητα σημαίνει να μαθαίνεις να ζεις με αυτόν τον αδυσώπητο, οξύ φόβο» καταλήγει. Παρά ταύτα, η υπερπροστασία παραμένει (όπως γράφει η Ανθή Δοξιάδη στο «Ρίζες και φτερά», εκδ. Ποταμός) ένα είδος κακοποίησης.

Το ταξίδι πάνω στη σανίδα εγγυάται κινδύνους αλλά και γνώση ζωής.

Πηγή : http://www.superdad.gr [ http://www.superdad.gr/keimena/oloi-oi-goneis-einai-deiloi/ ]