Καραντίνα, τηλε-εργασία και οικογενειακές ιστορίες

Ξυπνάς το πρωί, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας.

Ξεκινάς δυναμικά, ξέρεις καλά ότι αυτά τα λίγα λεπτά θα είναι τα πιο παραγωγικά της ημέρας. Μόλις στείλεις τα πολύ πρωινά e-mails και δεις τις ενημερώσεις της ημέρας (όχι ότι δεν τις είχες δει από την προηγούμενη, αλλά λέμε τώρα…) ακούς την πρώτη φωνή από το βάθος.

«Μαμααααά, μπαμπααααά! Εεεεέλα»

Ξύπνησε ο μικρός (είναι σε κούνια με κάγκελα και δε μπορεί να ξεπορτίσει, ακόμα, μόνος του), αρχίσει στα αλήθεια το σημερινό πρόγραμμα.

Πας μέσα. Αν δει εσένα «θέλει τη μαμά». Αν πάει εκείνη «ο μπαμπάς που είναι;». Γκρινιάζει λίγο που πρέπει να αλλάξει, μετά γκρινιάζει λίγο που θα φάει πάλι αυτό το πρωινό, ρωτάει αν θα πάει σχολείο, γκρινιάζει που δε θα πάει (ενώ ως πριν από μία εβδομάδα γκρίνιαζε που θα πάει), κάνει γενικά ότι περνά από το χέρι του για να ξυπνήσει και το μεγάλο.

Σηκώνεται ο μεγάλος, ενώ εσύ έχεις μόλις πάρει τις πρώτες απαντήσεις από τη δουλειά. Πρώτη του δουλειά να τσακωθεί με το μικρό. Εθιμοτυπικά. Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί έτσι!

Τρώει κι εκείνος το πρώτο γεύμα της ημέρας. Το πρώτο από τα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα πάρα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα αμέτρητα γεύματα της ημέρας…

«Τώρα, όπως ξέρεις, είναι ώρα για διάβασμα. Έχουμε πει κάθε μέρα 2 ωρίτσες, ναι;». Κάθεται ευχαρίστως να διαβάσει τα μαθήματα που έχεις αυτοσχεδιάσει, από ότι έχεις καταλάβει στην τετράμηνη θητεία σου ως «γονιός Α Δημοτικού».

Κάθεσαι κι εσύ στον υπολογιστή, αφού βρεις μια λύση στο «θέλω κάτι να παίξω» του μικρού. Προτείνεις playmobil, paw patrol, lego και τελικά παίζει με το τηλεκοντρόλ, το φορτιστή του κινητού και το ξεσκονόπανο.

Με τα πολλά, πιάνεις ξανά τον υπολογιστή, τα κείμενα, τις παρουσιάσεις, τα exclelόφυλλα (μακριά από εμάς), τα e-mails και αρχίζουν να χτυπάνε τηλέφωνα. Εννοείται πώς σε κάθε τηλέφωνο ή απαιτητικό θέμα, θα έχεις παρεμβολές.

«Μπαμπά, εδώ τι πρέπει να κάνω;» ή «Μπαμπά, κοίτα που έξυσα το μολύβι μου» και άλλα πολύ σημαντικά που πρέπει να επιλύσεις προκειμένου να μη βρει πάτημα να σηκωθεί από την απασχόλησή του. Ακαριαία, θα πεταχτεί κι ο μικρός. «Μπαμπά, εγώ κοίτα που έξυσα το ξεσκονόπανο»… Να τον καμαρώσεις κι εκείνον λίγο, να μην τον καμαρώσεις;

Ξανακάθεσαι και σκάει τηλέφωνο από το Διευθυντή. Παίρνεις τη φωνή του στυγνού επαγγελματία, την ανάσα στελέχους και το σηκώνεις. Μιλάς με σοβαρότητα και τυπικά. Μέχρι να εμφανιστεί παιδί που θα θέλει κάτι να σου πει. Συνήθως κάτι να φάει. Αν τους κάνεις νοήματα, θα καταλήξουν να κλαίνε που δεν τους μιλάς. Αν τους μιλήσεις θα καταλήξουν να κλαίνε επειδή δεν είπες αυτό που θέλουν.

Όπως παριστάνεις ότι ακούς, πιάνεις μπουφάν και βγαίνεις μπαλκόνι. Συνεχίζεις το τηλεφώνημά σου, ελαφρώς παγωμένος. Σύντομα παρατηρείς στη μπαλκονόπορτα δύο φάτσες κολλημένες, κόκκινες από ζόρι, να σε ψάχνουν. Τέλοσπάντων το τηλεφώνημα φτάνει στο τέλος του, μπαίνεις μέσα και πρέπει να απολογηθείς. Δίνεις φαγητό, δίνεις λύσεις στο τι να κάνουν και ξαναπιάνεις δουλειά.

Έχει μεσημεριάσει όμως πια. Σκάνε τα πρώτα τηλέφωνα από το σόι.

«Τι κάνετε, τα παιδιά πώς είναι;»

«Ακούσατε αυτό που είπε το πρωί ο Παπαδάκης»

«Μου είπε η Σούλα από απέναντι»

Όπα όπα, για κάτσε…

«Μάνα, δεν είπαμε δε βγαίνεις έξω;»

«Και μέσα τι να κάνω όμως παιδί μου;»

Εξηγείς για 340840247η φορά το ποίημα. Μένουμεσπίτι, ευπαθείς ομάδες, διάδοση, καραντίνα κλπ κλπ. Εννοείται ότι το βραδάκι θα χρειαστεί να τα εξηγήσεις ξανά. Μία λύση είναι να τα ηχογραφήσεις μία φορά και να τα βάζεις 2 φορές την ημέρα να τελειώνουμε…

Επιστρέφεις στον υπολογιστή. Νέα e-mails, εκκρεμότητες να κλείνουν σιγά- σιγά, φτάσαμε απόγευμα. Τελικά πιο πολλές είναι υπερωρίες σπίτι παρά στο γραφείο. Πριν κλείσεις, λες ας δω τι νέα. Τι το ήθελες κι εσύ… Βομβαρδισμός από fake news, άγχος, ανασφάλεια και τρόμο με γερές δόσεις από σχολιασμό σοσιαλμιντιακό. Όλοι ειδικοί κι όλοι άσχετοι. Σε πιάνει μία ταχυπαλμία, το κλείνεις μπας και ηρεμήσεις (αστείο…).

Το απόγευμα, ραντεβού με τον κ. Τσίοδρα. Παλιά οι μεσήλικες και οι μεγάλοι άνθρωποι, συντονίζονταν να δουν τον Άγνωστο Πόλεμο ή τη Λάμψη. Εμείς της καραντίνας, συντονιζόμαστε στην ενημέρωση για τον ιό. Και μέρα παρά μέρα στο διάγγελμα του Πρωθυπουργού.

Μετά αρχίζουν τα μηνύματα στα viber και στα messenger.

«Τον είδες

«Πώς τα βλέπεις»

«Δύσκολα τα πράγματα»

Απαντάς στα πρώτα, σύντομα χάνεις την ηρεμία σου, λες άσε, θα τα κλείσω όλα να ασχοληθώ με τα παιδιά να ξεχαστώ. Πιάνεις το παιχνίδι λοιπόν. Βασικά αναλαμβάνεις διαιτητής του παιχνιδιού. Ανά 5’ συνεργασίας και ηρεμίας, μεσολαβούν άλλα 5’ πλακωμού.

Μέχρι που βραδιάζει, έρχεται η ώρα να ηρεμήσει το σπίτι. Επί κανονικότητας, αυτό ήταν κατά τις 9. Τώρα έχει μετακινηθεί προς τις 11 και αν… Η γυναίκα σου ανακάλυψε (μάλλον τελευταία) τις Άγριες Μέλισσες και βλέπει διπλό επεισόδιο, ποδόσφαιρο πια δεν έχει για να την κοντράρεις, κάθεσαι κι εσύ και βλέπεις. Συζητάτε στις διαφημίσεις ποιος θα έχει εξοδόχαρτο την επομένη για σούπερ μάρκετ, κρεοπώλη κλπ. Στο τέλος το παίζετε κορώνα- γράμματα. Πάλι μέσα αύριο!

Αράζεις και κοιμίζεις τα παιδιά, με συζήτηση και κανένα βιβλίο. Ή σε κοιμίζουν εκείνα, ανάλογα το κέφι… Μεταξυπνάς στον καναπέ, τα πας στα κρεββάτια τους, μαζεύεις παιχνίδια, ποτήρια, πιάτα κι ότι άλλο μπορεί να βρίσκεται στο σαλόνι (το ξεσκονόπανο ας πούμε), κλείνεις τα φώτα και πας για ύπνο κι επίσημα.

Το επόμενο πρωί, ξυπνάς, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας…

Για ποιό ποδόσφαιρο μιλάμε;

Από καιρό είχα προσέξει ότι στα ποδοσφαιρικά (έχω και πολιτικά, κοινωνικά, μουσικά και μεγάλη γκάμα τρομάρα μου!) posts μου στα social media η αλληλεπίδραση (interaction λέμε στο χωριό μου) δεν είναι τόση όση στα άλλα θέματα. Όχι ότι με νοιάζει αλλά μου κίνησε την περιέργεια.

Κοιτώντας τη θεματολογία αυτών των- ποδοσφαιρικών- μου posts παρατήρησα ότι εντάσσονται σε 3 κατηγορίες. Η μία είναι γύρω από την ομάδα μου (ΟΦΗ) και κάποιες καθαρά αγωνιστικές αναλύσεις ή σκέψεις. Η δεύτερη είναι σχετικά με την Επικοινωνία και το ποδόσφαιρο, κάτι λογικό λόγω επαγγέλματος. Και η τρίτη αφορά τις ακαδημίες και γενικά τη φιλοσοφία, τη νοοτροπία κα την εκπαίδευση που προσφέρει το ποδόσφαιρο.

Επειδή δε ζω σε άλλο πλανήτη, ξέρω ότι θέματα ελκυστικά ή «εμπορικά» είναι άλλα. Διαιτησίες, παρασκήνια, κανένα στημένο, κανένα σχόλιο περί βίας, κανένα insta story παράγοντα, τέτοια… Αλλά και πάλι πίστευα ότι και τα δικά μου θέματα θα είχαν κάποιο κοινό. Έχουν βασικά, αλλά μοιάζει πολύ περιορισμένο.

Αποφάσισα λοιπόν να το τεστάρω και στην «κανονική ζωή». Να ανοίξω τέτοιες συζητήσεις στο γραφείο, σε παρέες αλλά και στη συναναστροφή με γονείς παιδιών της ακαδημίας του γιου μου. Δε θα το κρύψω, απογοητεύτηκα. Πολύ.

Στο γραφείο η μόνιμη φράση είναι «οκ άστα αυτά, θα μας πεις κανένα ματσάκι Football League να βγάλουμε κανένα φράγκο; Άντε, γιατί τελειώνει η σαιζόν». Οι συζητήσεις «ανάβουν» μόνο αν αφορούν τα ντέρμπυ και κυρίως τη διαιτησία. Αλλιώς ψόφια πράγματα. Και μεσοβδόμαδα το Champions League το ανταγωνίζεται το Master Chef και το Power of Love (είναι το νέο Survivor αν έχω καταλάβει καλά).

Στις παρέες, που οι ποδοσφαιρόφιλοι είναι αρκετοί μία από τα ίδια. Στημένα, παρασκήνιο, Υφυπουργοί, επιχειρηματίες, διαγωνισμός για το ποιος παράγοντας είναι πιο διεφθαρμένος, ανάλυση όλων των δικαστικών αποφάσεων. Που και που ακούς και για κανένα ωραίο γκολ. Αλλά αυτό είναι η εξαίρεση. Αν δε, πας να συζητήσεις για ποδόσφαιρο, ακαδημίες, εκπαίδευση, σε κοιτούν περίπου σαν βαρεμένο.

Οι τελευταίες μου ελπίδες ήταν στους γονείς της ακαδημίας. Έχοντας θέα μπροστά σου παιδιά που παίζουν και το χαίρονται είχα την ελπίδα ότι θα βρεθεί ακροατήριο. Η αλήθεια είναι ότι με 2-3 οι συζητήσεις για τα ματς του Champions League ή τα ξένα πρωταθλήματα τραβούσαν. Αλλά με τους συγκεκριμένους, όχι τυχαία, δεν έβλεπες ποτέ τη συζήτηση να φτάνει κάπως, κάπου στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Με τους υπόλοιπους πάλι τα πράγματα ήταν χειρότερα. Γονείς που βαριούνται περιμένοντας, που γκρινιάζουν που θα πρέπει να φέρουν το παιδί και Σαββατοκύριακο για αγώνα, που εκνευρίζονται να πρέπει να ξυπνήσουν νωρίς γιατί το έβαλαν 10 το παιχνίδι και διαμαρτύρονται αν είναι εκτός έδρας. Αλλά και γονείς που ξεκινούν να συζητούν με αγωνία για το αποτέλεσμα του αγώνα των 7χρονων και συνεχίζουν θάβοντας τον προπονητή και τον διαιτητή της ομάδας και του αγώνα του παιδιού και καταλήγουν να τσακώνονται για τις οπαδικές τους προτιμήσεις.

Μείναμε με 2-3 προπονητές να συζητάμε για το σχολείο που έφτιαξε ο Άγιαξ, για το performance analysis των Άγγλων στις μικρές τους ομάδες, για τη διαφορά που κάνει ο Ρονάλντο στη Γιούβε, το ταλέντο του Ζοάο Φέλιξ της Μπενφίκα ή για το «τι ωραίο κατέβασμα έκανε ο πιτσιρικάς» και πόσο ελεύθερα πρέπει να αφήνεις τα παιδιά να παίξουν και να ντριπλάρουν μικρά, μπας και αρχίσεις σα χώρα να βγάζεις ξανά παίκτες ικανούς στο 1 εναντίον 1 κι άλλα τέτοια αντί-εμπορικά.

Τελικά όταν καθένας από εμάς λέει τη φράση «μ’ αρέσει το ποδόσφαιρο» τι ακριβώς εννοεί; Για ποιο ποδόσφαιρο μιλάμε;

Τα απόνερα των “διακοπών”!

Κάθε φορά στις διακοπές με την “αγία” ελληνική οικογένεια σαν γονιός έρχεσαι αντιμέτωπος με το ίδιο δίλημμα: Στις 3-4 μέρες διακοπών που έχεις να περάσεις με το παιδί σου, να μπεις στον πειρασμό να ακολουθήσεις το “ότι θες παιδάκι μου” σύστημα των υπολοίπων στο σόι ή να γίνεις ο αυστηρός κι ο δυσάρεστος μπας και δε γίνει πολύ κωλοπαιδάκι και τα απόνερα στην επιστροφή είναι κάπως διαχειρίσιμα; 
Συνειδητά πάντα επιλέγω το 2ο. Και μονίμως καταλήγω “τσακωμένος” με το μικρό. Και κάπως ετσι σπαταλάμε τις μισές μέρες που έχουμε διαθέσιμες στο να του κάνω παρατηρήσεις και να με αποφεύγει, εκμεταλλευόμενος τις καταστάσεις, όπως κάθε παιδί θα έκανε. 
Και πάντα επιστρέφω με το ίδιο ερώτημα. Ρε μπας και κάνω μαλακία; Από αύριο θα δουλεύω πάλι 10-12 ώρες και θα περνάμε ελάχιστο χρόνο παρέα. Και απάντηση μετά από 4 χρόνια δεν έχω.