Μπαμπαδοστόρυ

Δε μπορώ να θυμηθώ κείμενο που να περιέγραφε την καθημερινότητα αλλά και τις σκέψεις μου καλύτερα από αυτό που μοιράζομαι μαζί σας παρακάτω…

Είναι πολλές οι συμπτώσεις με την ιστορία του Σταύρου Καραίνδρου που με βοηθούν να ταυτιστώ:

Έχουμε γιους στην ίδια ακριβώς ηλικία. Αλλάξαμε δουλειά για τον ίδιο λόγο. Κι εγώ το παιδί το ήθελα από μικρός και φρόντισα κι εγώ να “χορτάσω” από απωθημένα πριν το αποκτήσω. Έχουν αρχίσει κι εμένα να ασπρίζουν τα μαλλιά, τσακώνομαι κι εγώ για τους “πυτζαμοήρωες” και τις σοκολάτες, φτιάχνω πίστες για αυτοκινητάκια και πατάω παιχνίδια. Πάω το βράδυ πριν κοιμηθώ να τους δω. Μου φαίνεται κι εμένα παράξενος ο εαυτός σου σε μίνι έκδοση. Και πολλά ακόμα που όσοι με ξέρουν θα τα δουν διαβάζοντάς το.

Δεν περίμενα να πετύχω κείμενο με το οποίο να ταυτίζομαι τόσο πολύ και να αποδίδει με τόση ακρίβεια την ιστορία μου ως μπαμπάς εδώ και 5 χρόνια, αλλα να που πέτυχα! Και μην το φοβηθείτε είναι ελάχιστα μελό και απόλυτα πραγματικό…

38806675_10214359355032329_5285616049876631552_n.jpg

To αναδημοσιεύω αυτούσιο όπως το βρήκα στο oneman.gr:

Σε κάθε σ’ αγαπώ του παιδιού σου, χρειάζεσαι πάνα (για σένα)

Με αφορμή την γιορτή του πατέρα (17/6) ένας χαζομπαμπάς (o Σταύρος Καραΐνδρος) γράφει για τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του.

Πριν γίνω πατέρας είχα 5-6 άσπρες τρίχες. Τώρα έχω 5-6 μαύρες. Δεν είναι ο καλύτερος πρόλογος του κειμένου, αλλά ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το να είσαι γονιός δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Σίγουρα το πιο ωραίο, η γλύκα είναι που σου μένει στο τέλος της ημέρας, αλλά ισχύει το απόλυτο κλισέ που ακούς εσύ που δεν έχεις γίνει μπαμπάς: “Φίλε, αλλάζει η ζωή σου από τη μία μέρα στην άλλη”.

Χρόνια μας πολλά. Γιορτή του πατέρα. Μπούρδες. Δεν ξέρω πότε, πώς και ποιος ανακάλυψε τη συγκεκριμένη γιορτή. Έλα, μωρέ, τους κακομοίρηδες τους μπαμπάδες τους έχουμε ριγμένους, ας τους βάλουμε μια γιορτή να έχουν να λένε κι αυτοί. Γιορτή της μητέρας, γιορτή της γυναίκας, πάρε και μία γιορτή του πατέρα.

Αλήθεια, ο Ηλίας Αναστασιάδης μου θύμισε ότι πλησιάζει η συγκεκριμένη μέρα. Όταν μου ζήτησε αυτό το κείμενο. Το είχα ξεχάσει, πιθανότατα θα το θυμόμουν την ίδια μέρα όταν θα έβλεπα τα κλασικά ποσταρίσματα στο Facebook με τη φωτογραφία του Νικόλα Πατέρα. Καμία γιορτή, μόνο αφορμή για μία ακόμη αγκαλιά, ένα ακόμη φιλί, ένα ακόμη «σ’ αγαπώ μπαμπάκα»

Και τα τσίσα θα τρέχουν. Γιατί -εκτός αν είσαι αναίσθητος- σε κάθε φιλί, αγκαλιά και σ’ αγαπώ θες πάνα. Για σένα.

Πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του μεγαλύτερου έρωτα της ζωής μου, του μοναδικού πράγματος για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος, το έχω συνειδητοποιήσει. Έχει περάσει η εποχή που κοιτούσα τον πιτσιρικά και αναρωτιόμουν αν αυτή η ψυχή είναι δική μου. Πέντε χρόνια μετά κι αφού μεσολάβησαν οι πρώτες κουβέντες, το «μπαμπά», το «μπαμπά μου» που είναι ακόμα καλύτερο, αλλά και οι πρώτοι καυγάδες (έχει Πιτζαμοήρωες, δεν θέλω να δω αθλητικά, δώσε μου το κινητό να παίξω ‘Angry Birds’), έχω συνειδητοποιήσει πλήρως ότι είμαι πατέρας. Και πλέον έχω περάσει στο επόμενο στάδιο. Αυτό με τις άσπρες τρίχες στην αρχή του κειμένου. Το άγχος του μεγαλώματος. Του σωστού μεγαλώματος.

Το παιδί δεν είναι πορτατίφ. Α, κοίτα, τι ωραίο, ταιριάζει με το σαλόνι, ποιος το διάλεξε; Το παιδί είναι παιδί. Ζωή, ευθύνη, υποχρέωση, μεγάλωμα, άγχος, αγάπη, λατρεία.

Εγώ ήμουν απόλυτα έτοιμος γι’ αυτό. Για έναν περίεργο ρόλο από νεαρή ηλικία έλεγα σε διάφορες συζητήσεις ότι όνειρό μου είναι να γίνω πατέρας. Με κοιτούσαν περίεργα, λογικό. Δεν ήθελα τη στιγμή που το έλεγα, παιδί θέλω τώρα το θέλω, αλλά στο μέλλον. Ήξερα ότι το ήθελα. Πριν μπω, όμως, σε αυτή τη διαδικασία κι αφού πρώτα βρω τον κατάλληλο άνθρωπο, στόχος ήταν να κάνω οτιδήποτε ήθελα που δεν θα το είχα απωθημένο για μετά. Ξενύχτι, ποτό, δουλειά, βόλτες, καμία έννοια στο μυαλό, καμία άλλη ευθύνη πέραν του εαυτού σου. Όχι μόνο για να σου φύγει κάθε απωθημένο, αλλά για να μη γυρίσεις μια μέρα να κοιτάξεις το παιδί σαν φυλακισμένος.

Το παιδί πρέπει να το θες. Μαζί αυτά τα δύο, ‘πρέπει’ και ‘θέλω’. Όχι σκέτο ‘πρέπει’. Επαναλαμβάνω, δεν αγοράζεις τηλεόραση, δεν αγοράζεις αυτοκίνητο. Άσε τι σου λένε οι τριγύρω για το ‘πρέπει’. Φέρνεις στον κόσμο έναν άνθρωπο, πλάθεις μια ζωή. Ακούγεται λίγο μυθιστορηματικό, αλλά το μυαλό σου πρέπει πρώτα να πήξει για να φτάσεις σε αυτή την απόφαση. Γι αυτό ακριβώς οποιοσδήποτε μου λέει ότι θέλει να γίνει γονιός του αραδιάζω όλα τα δύσκολα, του ‘φτύνω’ το άγχος στο πρόσωπο και μετά τον ρωτάω: «Είσαι έτοιμος για όλα αυτά»;

Κάθε βράδυ το τελευταίο πράγμα που θα κάνω πριν πάω για ύπνο είναι να περάσω μία βόλτα από το δωμάτιό του να τον δω να κοιμάται και να διακρίνω αν αναπνέει. Από την πρώτη μέρα έως σήμερα! Ψυχαναγκαστικό; Προφανώς. Συμφωνεί και το ταβάνι. Αυτά είναι τα τρυφερά, τα γούτσου γούτσου που αρέσουν στις γυναίκες. Μετά αρχίζουν τα ανατριχιαστικά. Βλέπεις τον εαυτό σου σε μικρή έκδοση. Mini me. Χειρονομίες, εκφράσεις προσώπου, ιδιοτροπίες. Έχεις απέναντί σου έναν μικρό καθρέπτη. Για να μη πω το κλασικό που άκουγες από τη μάνα σου, εκτός από το “ζακέτα πήρες;” και τελικά το ζεις: “Θα σου μοιάσει το παιδί σου και να δω τι θα κάνεις!”. Ισχύει.

Τσακωνόμαστε για τις σοκολάτες. Τους τις τρώω και κλαίει. Τρέχει στη μάνα του για παρηγοριά. Κλασικός μαμάκιας. Α, να μην το ξεχάσω. Τα αγόρια είναι μαμάκηδες. Έτσι πρέπει. Τον πατέρα τον βλέπουν με λίγο περισσότερο σεβασμό. Μεταξύ μας, αν θέλουν σε κάνουν χαλί να σε πατήσουν, να τον χέσω τον σεβασμό.

Ο δικός μου ήταν λογικό να γίνει μαμάκιας. Τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του με έβλεπε το πολύ τρεις ώρες την ημέρα. Η μάνα του τον μεγαλώσε, η μάνα του τον είδε να κάνει τα πρώτα του βήματα, η μάνα του τον άκουσε να μιλάει, η μάνα του ήταν εκεί κάθε δευτερόλεπτο. Ο μπαμπάς στη δουλειά, να φέρει λεφτά στο σπίτι (πόσο κλισέ). Ρόλος που δεν ήθελα. Προτιμούσα να ζω από κοντά κάθε αλλαγή φάσης παρά να τον βλέπω να μεγαλώνει σε βιντεάκια στο messenger.

Και κάπως έτσι ήρθε η μεγάλη απόφαση. Μια άλλη ζωή, με το παιδί προτεραιότητα, πάνω και από τη δουλειά. Σε καλύτερες συνθήκες, ανθρώπινο περιβάλλον. Σε άλλη πόλη. Εντελώς νέα ζωή, part 2. Το νούμερο 1 ήταν ο ερχομός του. Παραμένει το καλύτερο, έτσι δεν λένε και για τις ταινίες;

Ακούστε τώρα κάτι, για να τελειώνουμε. Ουδείς σου βάζει το πιστόλι στον κρόταφο για να γίνεις γονιός. Δεν είναι ντροπή να μη θες. Χίλιες φορές αυτό παρά να κάνεις ένα παιδί μέσα στη μεμψιμοιρία, να το βλέπεις σαν καταναγκαστικό έργο. Αν, όμως, σου έρθει αυτή η ευλογία, ζήσε το. Με τα άγχη, τα ξενύχτια, τη στενοχώρια αν αρρωστήσει, την κούραση, το χαμόγελο, το γαργαλητό, την αγκαλιά. Ζήσε το. Εγώ έχω να κοιμηθώ κανονικά, να πέσω σε βαθύ ύπνο που λένε, πέντε χρόνια. Κοιμάμαι με την ακοή ενεργή, μήπως και ξυπνήσει το βράδυ. Ε και; Ωραίο είναι. Είναι ωραίο να μεγαλώνεις μια ζωή και ακόμα πιο ωραίο να προσφέρεις.

Κλείνω τώρα γιατί πρέπει να στήσω μία πίστα αυτοκινητόδρομο. Σας το είπα; Δεν σας το είπα. Ποτέ δεν θα καταλάβω γιατί αυτού τους είδους τα παιχνίδια δεν πωλούνται έτοιμα. Και πρέπει να τα συναρμολογείς. Και πρέπει να πατάς το βράδυ, περπατώντας στα σκοτάδια, τα κομμάτια τους. Αν οι γυναίκες έχουν τον πόνο της γέννας, οι άντρες έχουν τον πόνο από το τουβλάκι στο γυμνό πέλμα. Θα με θυμηθείτε.

Χρόνια πολλά στους χαζομπαμπάδες.”

 

Πρώτα το ζούμε, μετά γράφουμε: Σε γάμο μαζί με τα παιδιά!

Προσοχή ακολουθεί κείμενο βγαλμένο από την εποχή του superdad με κρυφο-μελό επίλογο και κοινωνικό μήνυμα- bonus στο τέλος:

Αυτό το καλοκαίρι, όπως κάθε καλοκαίρι τουλάχιστον για όσο βρίσκεσαι ηλικιακά κάπου μεταξύ 28-40 τα Σαββατοκύριακα έχουν σχεδόν πάντα ένα γάμο ή μία βάφτιση! ΟΚ, φέτος έχουν και από μία μπόρα κάπου το μεσημέρι αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση…

CONFETTI_PARTY_CANNONS

Την τελευταία διετία, με τον μεγάλο να έχει «μεγαλώσει» και εκ φύσεως να είναι εύκολος και ανθεκτικός στο ξενύχτι δεν είχαμε δυσκολευτεί. Φέτος όμως το project έγινε πιο πολύπλοκο με την προσθήκη στην ομάδα του μικρού που τώρα κοντεύει τους 11 μήνες. Από ότι έχει φανεί ως τώρα, μια χαρά έχει ανταπεξέλθει κι εκείνος και όλη η ομάδα στις φετινές μας κοινωνικές εφορμήσεις. Άλλωστε παιδί που κοιμάται ώρες κάτω σχεδόν από ηχείο είναι ευλογία!

Σκεφτόμουν όμως προχθές πόσο διαφορετική ήταν η φάση αυτή πριν από τα παιδιά. Είχες ας πούμε γάμο φίλου Σαββατόβραδο. Σάββατο πρωί χαλαρά πήγαινες για το καφεδάκι σου- οι γυναίκες τα κλασσικά κομμωτήρια/νύχια προφανώς- έκανες τη βόλτα σου και προς το μεσημέρι γύριζες σπίτι, έκανες με το πάσο σου το μπάνιο σου και το ξύρισμά σου και την έπεφτες για ένα σύντομο ύπνο, 2-3 ωρίτσες το πολύ. Ξυπνούσες φρεσκαδούρα, διάλεγες  με την ηρεμία σου τι θα βάλεις, ντυνόσουν, χτενιζόσουν, έμπαινες στο αμάξι και πήγαινες. Στην ώρα σου.

Εκεί εννοείται με την παρέα έκανες το χαβαλέ σου, έπιανες την κουβέντα να μάθεις τα νέα διαφόρων που είχες να δεις καιρό (κάτι παλιοί συμμαθητές ή κάτι μακρινοί συγγενείς παίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις). Οι γυναίκες σχολιασμό νυφικού, στολισμού εσύ σχολιασμό φαγητού, γυναικών (αν σε έπαιρνε προφανώς, υπάρχει και προ γάμου/παιδιών η παντόφλα και ίσως είναι εντονότερη αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο κείμενο…) περνούσε άνετα η ώρα. Μετά έχοντας φάει, με μεθοδικότητα και σχολαστικότητα ότι έχει ο μπουφές, άρχιζες να πίνεις με μοναδικό σου άγχος το αλκοτέστ. Χαβαλές, χορός, έφτανε η ώρα 6-7 και δεν το έπαιρνες χαμπάρι. Την επομένη ξυπνούσες κατά το μεσημέρι, κανόνιζες το μπάνιο σου ή αν βαριόσουν πολύ κανένα φαγητό και άραζες μετά πάλι στον καναπέ για αποθεραπεία. Ενίοτε έπαιζε και βραδινή έξοδος.

Τα πράγματα τώρα είναι λίγο διαφορετικά. Ακόμα κι αν- όπως είναι η δική μου περίπτωση- όλη η ομάδα είναι ευέλικτη, εύκολη στο ξενύχτι και άνετη στο έξω! Για παράδειγμα το Σάββατο θα πρέπει να αναλάβεις τα παιδιά εσύ όσο η γυναίκα σου πάει κομμωτήριο (αυτά δεν αλλάζουν…). Πράγμα που σημαίνει παιχνίδι ή βόλτα μέχρι τελικής πτώσης. Μετά μπάνιο το μικρό και μπάνιο το μεγάλο για «να είναι έτοιμοι». Κάπου εκεί ανάμεσα κάνεις κι εσύ ένα στα γρήγορα. Στόχος σου είναι να καταφέρεις να τα κοιμήσεις το μεσημέρι για να την παλέψουν το βράδυ. Και να κοιμηθείς κι εσύ.

Κοιμίζεις πρώτα το μικρό και μετά το μεγάλο. (μην μπερδεύεσαι, δεν είναι τόσο απλό όσο το διαβάζεις σε αυτή την πρόταση)! Αφού μαζέψεις το χαμό και αμέσως μόλις σε πάρει ο ύπνος ξυπνάει ο μικρός. Τον ξανακοιμίζεις. Μετά ξυπνάει ο μεγάλος. Και συνεχίζεται έτσι η φάση μέχρι να έρθει η ώρα να ντυθείτε. Συνολικός χρόνος ύπνου 14 λεπτά. Σε 4 άτοκες δόσεις.

305424014_37d74a8717_o

Το ντύσιμο έρχεται να δοκιμάσει τα νεύρα σου. Μόλις ντύσεις το μικρό, η πρώτη του δουλειά θα είναι εννοείται να λερώσει πάνα. Άρα να τον αλλάξεις πάλι. Για να ντύσεις το μεγάλο (από τριών ετών και πάνω εμφανίζεται το φαινόμενο) πρέπει πρώτα να διαπραγματευτείς και να πετύχεις συμφωνία για τα ρούχα.

Γιατί να βάλω πουκάμισο;

Ε, βάζουμε τα καλά μας, να κι εγώ θα βάλω.

Δε θέλω!

Καλά μη βάλεις! (δίνοντάς του ένα μπλουζάκι για ξεκάρφωμα)

Δύο λεπτά μετά…

Εσύ θα βάλεις όμως!!

Ε ναι δε στο είπα;

Τότε θέλω κι εγώ.

Επόμενος σταθμός παντελόνι

Γιατί να βάλω μακρύ παντελόνι, καλοκαίρι είναι!

Για ποιο καλό μωρέ, αφού θα βάλεις πουκάμισο, ταιριάζει καλύτερα!

Κι αν ζεσταίνομαι;

Θα αντέξεις δεν θα έχει τόσο ζέστη εκεί.

ΨΕΜΑΤΑ λες για να βάλω! Αφού είναι καλοκαίρι! (σταθερό επιχείρημα)

Ωραία, βάλε βερμούδα, όπως ο μπέμπης! (με όσο πιο αδιάφορο τόνο είναι εφικτό)

Εγώ είμαι μεγάλος αν ξέρεις! Φέρε το παντελόνι. Κι εσύ μακρύ θα βάλεις ε;

Nαι, ναι! (πάει κι αυτό)

Για να μη στα πολυλογώ, υπολόγισε αντίστοιχο παζάρι για παπούτσια, κάλτσες, ζώνη (αν το τραβάει ο οργανισμός σου), χτένισμα και έχεις μία εικόνα. Μετά υπολόγισε ότι έχεις ακριβώς 10 λεπτά για να είσαι έτοιμος πριν λερωθεί/τσαλακωθεί. Ότι προλάβεις. Εκτός αν θες να τους ετοιμάσεις ντυμένος οπότε θα έχεις 10 λεπτά να αλλάξεις τα ρούχα που ήδη τσαλάκωσες και να φτιάξεις το μαλλί (αν έχεις τέτοιο) που ήδη χάλασες…

2d34860352b1c179b26635cea06f92e0--father-and-son-pics-father-and-son-matching
Πώς είναι εδώ η παρέα; Ε καμία σχέση!

Με τα πολλά, κάποια στιγμή είστε έτοιμοι. Τώρα είναι η ώρα που ρωτάς τη γυναίκα σου. «Είμαστε έτοιμοι, να κατεβάσω το καρότσι και τη τσάντα του μωρού στο αυτοκίνητο»; Κατά 98,4% θα σου πει «σε 3 λεπτά ξεκινάμε». Εκεί είναι ένα λίγο δύσκολο 20λεπτο που θα πρέπει να απασχολήσεις τα παιδιά χωρίς να λερωθεί κανείς από τους τρεις σας. Αλλά θα τα καταφέρεις! Κάποια στιγμή θα μπείτε στο αυτοκίνητο. Θα ανεβείς πάνω για αυτό που ξεχάσατε. Θα ξαναμπείς στο αυτοκίνητο και θα ξεκινήσετε. Πιθανότατα έχεις περίπου 4 λεπτά για να είστε στην ώρα σας.

Κάποια στιγμή θα φτάσεις και εννοείται θα συναντήσεις τον φίλο σου που δεν έχει ακόμα παιδιά για να δεις τι σημαίνει «ντύθηκα, χτενίστηκα κι ΕΦΤΑΣΑ έτσι ως το γάμο». Μη σε πάρει από κάτω, όλη η βραδιά είναι μπροστά σας για διασκέδαση!

Στο μυστήριο τα πράγματα είναι σχετικά απλά, κυνηγάς τον μεγάλο με το μικρό αγκαλιά, χαιρετάς πεταχτά γνωστούς και προσπαθείς να μη γίνεις χάλια. Παράλληλα ΟΦΕΙΛΕΙΣ να έχεις άποψη για το νυφικό και το στολισμό καθώς αν όχι το ίδιο βράδυ την επομένη θα ερωτηθείς και ΠΡΕΠΕΙ να έχεις ολοκληρωμένη άποψη. Μη γίνεις πάλι ρόμπα και ακούσεις το γνωστό «εσείς οι άντρες μηδέν παρατηρητικότητα βρε παιδί μου». Αν επιλέξεις δικαιολογίες τύπου, «είχα τα παιδιά και δεν πρόσεξα καλά», παίζει και το «σε σας τους άντρες είναι αδύνατο να κάνετε δύο πράγματα ταυτόχρονα».

Μετά είναι ίσως η πιο δύσκολη φάση. Το κενό ανάμεσα στο μυστήριο και το φαγητό/γλέντι κλπ. Εκεί εννοείται ότι τα παιδιά θα δηλώνουν κουρασμένα, διψασμένα και πεινασμένα. Άλλο που όταν έρθει το φαγητό θα θέλουν να παίξουν! Μη σε μπερδεύει! Οπλίσου με υπομονή και θα το ξεπεράσεις. Εκμεταλλεύσου αυτό το κενό και ως τις 10-10.30 κοίτα να κοιμήσεις το μωρό. Αν φυσικά θες να φας, να πιείς (πλάκα σου κάνω, αφού από το πρώτο ποτό θα ζαλίζεσαι έτσι που έχεις ξεσυνηθίσει) και να χορέψεις (αν σε κρατάνε τα πόδια και η μέση σου).

Μετά όλα θα κυλήσουν καλά, όπως τον παλιό καλό καιρό! Αρκεί το μεγάλο παιδί (που δε χωράει σε καρότσι) είτε να κοιμάται εύκολα σε καρέκλες και καναπεδάκια είτε να το τραβάει το ξενύχτι (ευτυχώς αυτό το λαχείο έπεσε σε εμάς!). Θα γίνει χαμός!

Βέβαια την επομένη που ο φίλος σου θα κοιμάται ως το μεσημέρι εσύ θα πρέπει να σηκωθείς πρωί- πρωί που θα ξυπνήσει το μωρό. Αυτό είχε κοιμηθεί από τις 10 άλλωστε και γύρω στις 7-8 είναι ξύπνιο, φρέσκο, επαναφορτισμένο έτοιμο για παιχνίδι! Μετά θα ξυπνήσει κι ο μεγάλος με νεύρα (ξενυχτάει άνετα είπαμε κι αυτό έχει και απόνερα…) για να παίξετε όλοι μαζί παρέα! Καλή τύχη!

Θα μου πεις τόση ταλαιπωρία αξίζει; Εσύ δηλαδή είσαι ευτυχής μπαμπάς; Ναι είμαι, όσο οξύμωρο κι αν σου φαίνεται! Μέσα σε όλο αυτό τον πανικό που σου περιγράφω έχει πολλές μικρές στιγμές αποζημίωσης. Ψάξε καλά και θα τις βρεις!

gries

Όσο για εσάς που ανήκετε στην πρώτη κατηγορία και μάλλον γελάτε τώρα, να θυμάστε ότι εμείς σε αυτό το γάμο τραβήξαμε διάφορα αλλά κανείς δεν μας ευχήθηκε «άντε και στα δικά σου ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ» ούτε και μας ρώτησε αν έχουμε βρει «κανένα καλό παιδί με καλή δουλειά» . Επίσης πιθανότατα κανείς δεν ασχολήθηκε με το τι φορούσαμε ή αν έχουμε πάρει κανένα κιλό. Για μάντεψε ποιοι ήταν στο στόχαστρο του κουτσομπολιού όλο το βράδυ!

Από τις αλλαγές…στην Αλλαγή!

Γενικά από πέρυσι το Σεπτέμβριο μέχρι και σήμερα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στην οικογενειακή μας ζωή!

Καταρχήν ο μικρός της οικογένειας πήγε πρώτη φορά σχολείο. Με ότι αυτό συνεπάγεται σε διαχείριση και προετοιμασία αλλά και στην αλλαγή της ρουτίνας. Έμαθε να ξυπνά συγκεκριμένη ώρα, να ακολουθεί κανόνες πέρα από αυτούς του σπιτιού, έμαθε τι θα πει δασκάλα, γνώρισε πολλά παιδάκια, έμαθε να κάνει παρέες, έκανε και την πρώτη του φιλία (πιο βαριά λέξη), του άρεσε και το πρώτο κορίτσι (με αξιοθαύμαστη σταθερότητα), έμαθε να αρρωσταίνει και να αναρρώνει, συμμετείχε σε γιορτές και μουσικοχορευτικά events. Κυρίως όμως αυτούς τους 10 μήνες εξελίχθηκε τρομερά σαν προσωπικότητα. Μιλάει και εκφράζεται πια καθαρά- και ξάστερα όταν πρόκεται για την άποψή του- είναι πιο εξωστρεφής, παίζει ευκολότερα με παιδιά. Α, έμαθε και ποδήλατο!

Γενικά τα πήγε πολύ καλά και νιώθω ότι ήταν σωστή κίνηση να πάει παιδικό παρότι το σκεφτόμασταν, εφόσον είχαμε τη δυνατότητα να τον κρατήσουμε σπίτι μέχρι το νηπιαγωγείο. Θα το πρότεινα σε όλους. Διευκρινίζω ότι δε μιλάω για τίποτα ψαγμένους και φημισμένους παιδικούς σταθμούς που θέλουν ένα μισθό το μήνα. Μιλάω για τον δημοτικό σταθμό της περιοχής μας, όπου αν εξαιρέσουμε ίσως λίγο την υποδομή (μια αυλή μεγαλύτερη του λείπει και λίγο πιο πολύς ήλιος), ο μικρός είχες και καλές παιδαγωγούς και καλής ποιότητας βοηθητικό προσωπικό (μαγείρεμα, καθάρισμα κλπ σε αυτές τις φάσεις είναι κομβικά) και σωστό φαγητό και παράπλευρες δραστηριότητες (γιορτές, γυμναστική, μουσική, θέατρο κλπ).

Παράλληλα, ο μπαμπάς της οικογένειας, μετά από ένα γερό χουνέρι και μία δύσκολη οικονομικά περίοδο, από τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε άλλαξε 2 δουλειές. Για καλό έγιναν οι αλλαγές οπότε, ας τις δούμε ως γρήγορη εξέλιξη. Η μαμά της οικογένειας ξαναδούλεψε έξω (με το γνωστό διάλογο «η μαμά όμως γιατί πάει στη δουλειά;»), λίγους μήνες μέχρι να τσιμπήσει το φέσι της- στα χνάρια του συζύγου- και να επιστρέψει στη δουλειά από το σπίτι, που είναι μία πιο kids’ friendly εκδοχή μεν αλλά όχι και πολύ τσέπη- friendly. Στην ευρύτερη οικογένεια, είχαμε απώλειες (δυστυχώς συνήθεια πια…) αλλά είχαμε και γάμους και χαρές και νέα πρόσωπα που σταδιακά μπαίνουν και αφίξεις που περιμένουμε για να ενισχυθεί το ρόστερ με νέα «ταλέντα» και να εμπλουτιστεί η επόμενη γενιά. Γεμάτη σαιζόν!

Dont-be-afraid-of-change

Κι εκεί που προσπαθείς να αφομοιώσεις όλες αυτές τις αλλαγές, συνειδητοποιείς ότι σε λίγες μέρες έρχεται μία ακόμα πιο μεγάλη. Το νέο μέλος της οικογένειας. Θεωρητικά έχει μπει στη ζωή μας εδώ και 8,5 μήνες. Πρακτικά όμως θα μπει τώρα (σήμερα, την άλλη εβδομάδα, άντε τέλος του μήνα). Και το ερώτημα είναι απλό. Τώρα τι κάνουμε; Ο μικρός πώς θα είναι; Ο μεγάλος (άκου μεγάλος…) πώς θα το πάρει; Τι πρέπει να κάνω για να τον καθησυχάσω; Τελικά δεν είναι απλό. Ούτε και ένα το ερώτημα. Είναι άπειρες οι ερωτήσεις που περνάνε από το μυαλό σου αλλά ελάχιστες απαντήσεις.

Βέβαια, το έχεις ξαναπεράσει, είσαι πιο έμπειρος. Αλλά μία βόλτα στην αποθήκη για να φέρεις ξανά πάνω τα «βασικά για το μωρό» σε πείθει ότι δε πα να είσαι έμπειρος, δεν μπορείς να ξέρεις. Θα το χρειαστεί το μωρό το μάρσιπο; O μεγάλος τον χρησιμοποιησε πολύ. Το πορτ- μπεμπέ όμως καθόλου. Αλλά και πάλι ας το ανεβάσω… Κάτι πιπίλες δεν τις ανοίξαμε καν, αλλά αν αυτό τις θέλει;

Το δωμάτιο είναι από καιρό έτοιμο, για να μην νιώσει ο μεγάλος ότι γίνονται μεγάλες αλλαγές στη ζωή του. Μαζί διαλέξαμε το κρεββάτι του το μεγάλο, μιας και η κούνια είναι για το μωρό. Τον έχουμε προετοιμάσει στο φουλ. Τι ιστορίες, τι άλμπουμ φωτογραφιών, τι σχέδια για το τι θα κάνουμε με το μωρό, τα πάντα. Κι όμως φοβόμαστε ότι θα του έρθει κεραμίδα. Προφανώς φοβόμαστε γιατί και για εμάς είναι μεγάλη αλλαγή. Και έχουμε άπειρα θέματα που δεν είμαστε σε θέση «να σχεδιάσουμε με ακρίβεια».

Αλλά ας μην είμαστε αχάριστοι. Η αλλαγή όταν γίνεται για καλό, είναι ανάσα και ανανέωση για όλους. Και δεν πειράζει που δεν πήγαμε πουθενά διακοπές, ούτε και που θα ζοριστούμε πρακτικά, ψυχολογικά, οικονομικά κλπ. Κάνουμε το καλύτερο δώρο στον «μεγάλο». Αλλά και στον «μικρό» νομίζω. Βασικά και στους εαυτούς μας. Οπότε καλώς να έρθει και αυτή Η Αλλαγή*!

 

*Ο δαίμων του πληκτρολογίου δεν ευθύνεται για τα κεφαλαία. Ούτε για τα bold.

Γίνεται να «εισβάλουν» στον προσωπικό σου χώρο και να σου αρέσει; Σπάνια, αλλά γίνεται.

Είμαι από τους ανθρώπους που θεωρούν τη μουσική, ψυχανάλυση. Μέσα από τη μουσική έχω μάθει να βιώνω συναισθήματα, να «ντύνω» τη διάθεσή μου αλλά ενίοτε και να την αλλάζω.

Η μουσική ήταν πάντα ο τρόπος μου να προετοιμαστώ είτε για να μπω να παίξω μπάλα κάποτε, είτε ακόμα και για να πάω σε μία σημαντική δουλειά ή συνάντηση. Ήταν πάντα κι ο τρόπος μου να αποσυμπιεστώ μετά από δύσκολες μέρες ή στιγμές. Ήταν πάντα το καταφύγιό μου όταν ήθελα να μείνω μόνος.

Συχνά τα βράδια, παρά τη νύστα και την κούρασή μου, απομονώνομαι και ακούω μουσική στα ακουστικά ως αργά. Όταν όλοι στο σπίτι έχουν κοιμηθεί. Πίστευα πάντα ότι αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσα να προσφέρω στον εαυτό μου μέσα στην πίεση της καθημερινότητας. Μία ανάσα.

Κι όμως, τελικά υπάρχει και καλύτερο. Τον τελευταίο καιρό ο γιος μου το βράδυ πριν αποκοιμηθεί έρχεται και κάθεται δίπλα μου (και πάνω μου ενίοτε), παίρνει το ένα ακουστικό και ακούει μαζί μου. Είναι από τις λίγες ώρες της μέρας που μένει ήσυχος. Ακούει και πολλές φορές σχολιάζει «τι λέει μπαμπά εκεί» . Σε ότι του αρέσει ζητά να το ξαναβάλω. Δηλώνει δε και κατηγορηματικά ποιά δεν του αρέσουν. Πάντως κάθεται (δεν είναι τόσο απλό όσο το φαντάζεσαι αυτό), ακούει, απολαμβάνει και σιγά- σιγά σβήνει ο διακόπτης του.

Αυτού του τύπου λοιπόν την προσωπική «ιεροτελεστία», δεν είχα φανταστεί ότι θα την μοιραστώ με κάποιον. Κι όμως συμβαίνει και με συγκινεί πολύ. Όχι γιατί «μου μοιάζει το παιδί». Ή γιατί μπορεί στα πιο πολλά που ακούμε να συμφωνούμε στο πόρισμα, αλλά γιατί μπορώ να μοιραστώ μαζί του κάτι που εδώ και 3 δεκαετίες ήταν προσωπικό τελείως.

Δε ξέρω για πόσο ακόμα θα θέλει να «μοιραζόμαστε» τη μουσική. Σίγουρα κάποια στιγμή θα γίνει και γι αυτόν μια προσωπική στιγμή. Αλλά η «χάρη» που μου έκανε, για όσο κρατήσει, ήταν κάτι που πραγματικά με έκανε να αισθάνομαι γεμάτος.

Θα σκέφτεσαι τώρα που με διαβάζεις, κοίτα κάτι θέματα που τον συγκινούν. Κι όμως εμένα με συγκινεί όλο αυτό. Παρότι δεν είμαι φαν του μελό, το να εισβάλει ένα 4χρονο τόσο γλυκά σε μία τόσο προσωπική συνήθεια, έχει…κάτι!

Αφιερωμένο λοιπόν στο Γιάννη, ένα από τα βασικά τραγούδια της κοινής μας playlist:

Μόγλης

Ένα από τα μεγαλύτερα «δώρα» της πατρότητας είναι η ευκαιρία που σου δίνεται να ξαναδείς τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που τον ανακαλύπτει, μέρα με τη μέρα. Βλέπεις την αθωότητα, την απλότητα αλλά και την καθαρότητα που αντιμετωπίζουν τα πράγματα. Καταλαβαίνεις έτσι πόσο πολύπλοκη κάνουμε πολλές φορές τη ζωή μας. Καταλαβαίνεις όμως και πόσο σημαντικά είναι κάποια πράγματα που συχνά μέσα στη ρουτίνα ή και στην σκληρότητα που σου επιβάλλει η ζωή, τα ξεχνάς ή τα υποτιμάς.

Το Σαββατοκύριακο λοιπόν, έκατσα να δω με τον- 3 χρονών και κάτι- γιο μου την ταινία «Μόγλης». Κλασσική παιδική ιστορία, βιβλίο που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε διαβάσει. Για όσους δεν έχει τύχει να το διαβάσουν, πρόκειται για ένα παιδί που μεγαλώνει μόνο του, χωρίς γονείς και γενικότερα ανθρώπους, μέσα στη ζούγκλα με τη βοήθεια των ζώων της.

%ce%bc%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%b7%cf%82

Εξηγώντας του λοιπόν τι είναι αυτό που βλέπουμε του είπα ότι το παιδάκι αυτό μεγαλώνει μόνο του, μέσα στα ζώα. Με κοίταξε με εμφανή απορία αλλά δεν το σχολίασε. Λίγα λεπτά μετά κι ενώ θεώρησα ότι πια είναι κατανοητό το σενάριο, επανήλθε: «Και που είναι ο μπαμπάς και η μαμά του»; Του εξήγησα και πάλι όσο μπορούσα πιο αναλυτικά.

Είδαμε το έργο- όσο μπορεί ένας τρίχρονος να δει συγκεντρωμένα έργο- και μετά ασχοληθήκαμε με άλλα θέματα, κυρίως με παιχνίδι βασικά. Ξαφνικά διακόπτει το παιχνίδι του και με ρωτά ξανά κοιτώντας με στα μάτια με μεγάλη σοβαρότητα: «Μπαμπά, που ήταν ΟΜΩΣ ο μπαμπάς του παιδιού από το έργο με τα ζωάκια»; Του εξηγώ ξανά, αλλά έβλεπα καθαρά ότι περιγράφω κάτι αδιανόητο.

Αρκετές ώρες μετά και λίγο πριν κοιμηθεί επανήλθαμε στο θέμα.

  • Μπαμπά, αύριο θα πας δουλειά κι εγώ σχολείο;
  • Ναι, είναι Δευτέρα αύριο, θα πάμε.
  • Και μετά τη δουλειά θα έρθεις σπίτι;
  • Ναι, θα έρθω να παίξουμε.
  • Α! Και θα έρθει (προφανώς όχι σε εμάς αλλά στο παιδί του) και ο μπαμπάς του παιδιού από το έργο με τα ζωάκια; (με πραγματική αγωνία)

Κάπου εκεί κατάλαβα, πόσο είχε επηρεάσει το μυαλουδάκι του αυτή η υπόνοια απώλειας που του περιέγραψα. Πόσο αδιανόητο και έξω από τον κόσμο του είναι το σενάριο ένα παιδί να μην έχει τους γονείς του. Και συνειδητοποίησα μέσα από την καθαρή και αθώα ματιά του, πόση αξία έχει να εκτιμούμε το γεγονός ότι μεγαλώσαμε με τους γονείς μας ή με δικούς μας ανθρώπους. Και να μπορούμε, έστω και στο ελάχιστο, να καταλάβουμε την ψυχολογία που έχει ένα παιδί που δεν τους έχει, για τον οποιοδήποτε λόγο. Όταν αρχίσουμε να το καταφέρνουμε θα έχουμε κάνει ένα καλό πρώτο βήμα στην προσπάθειά μας να είμαστε άνθρωποι.

Μπαμπά, θα μου πεις μια ιστορία;

Κείμενό μου για το Superdad.gr:

Aπό μικρός συνηθίζω (το κάνω ακόμα γι αυτό και βάζω ενεστώτα) να πλάθω στη φαντασία μου ιστορίες. Και να της διηγούμαι- κυρίως στον εαυτό μου- με διάφορους τρόπους, γραπτά, νοερά ακόμα και μουσικά. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, από τις ιστορίες αυτές είναι εντελώς ρεαλιστικές κι έχουν σαν δεξαμενή τα ερεθίσματα που από μικρός είχα. Είτε από όσα άκουγα από τους γονείς, τους φίλους και τους γνωστούς είτε και ακόμα από την οικογενειακή εφημερίδα, τα βιβλία που διάβαζα, μουσικές που ανακάλυπτα ή και όσα παρατηρούσα να συμβαίνουν γύρω μου.

Προφανώς δεν είμαι εδώ και καιρό πια μικρός. Συνεχίζω όμως να φτιάχνω, να ψάχνω και να προσπαθώ να ακούσω ή να διηγηθώ ιστορίες. Οι ιστορίες μου χωρίζονται τελικά σε δύο βασικά είδη. Εκείνες που έφτιαξα μέσα από όσα έζησα και παρατήρησα. Κι εκείνες που έφτιαξα από τα ακούσματα και τις πληροφορίες των μεγαλύτερων.

Η πρώτη κατηγορία είναι απείρως πιο ρεαλιστική. Ουσιαστικά είναι μια προσπάθειά μου, η φαντασία μου να περιτυλίγει και να περιγράφει με μεγαλύτερη παρατηρητικότητα την πραγματικότητα. Και είναι αρκετά συναισθηματικές, μιας και προσεγγίζουν το τώρα με τη δική μου οπτική και με τη γεύση που σε εμένα αφήνουν όσα ζούμε. Που μιλούν για την καθημερινή μάχη για την επιβίωση. Για την κοινωνικό-πολιτική παράνοια μέσα στην οποία ζούμε. Για μικρές καθημερινές ιστορίες ανθρώπων όπως εμείς, που όμως για εκείνους η ιστορία αυτή είναι πιθανόν καθοριστικής σημασίας. Για το μόνιμα ερωτήματα στο μυαλό των 30αρηδων, «μένω ή φεύγω από τη χώρα», «να κάνω οικογένεια», «φεύγω από το πατρικό επιτέλους», «είμαι καλός πατέρας τελικά».

Η δεύτερη κατηγορία όμως είναι πολύ πιο συναρπαστική και εντυπωσιακή. Έχω στο μυαλό μου ιστορίες από μέρη και ανθρώπους που ποτέ ο ίδιος δεν έζησα. Διηγήσεις για ανθρώπους θαυμαστούς, με προσωπικότητες που εντυπωσιάζουν. Με τρόπο σκέψης αλλά και πορεία που σου εξάπτουν τη φαντασία. Ιστορίες που έχουν μυρωδιά μιας άλλης εποχής. Αλλά και ιστορίες δεκαετιών που μοιάζουν να έγιναν χθες.

Περιγραφές της ζωής ανθρώπων που πέτυχαν και άλλαξαν τα πράγματα, όπως ο Νέλσον Μαντέλα και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ ή ο Τσε. Ακόμα- ακόμα κι ο Στιβ Τζομπς. Ανθρώπων που άφησαν το στίγμα τους για πάντα σαν τον Καζαντζάκη, τον Μαρξ ή τον Χατζιδάκι. Που σε κάνουν να θαυμάζεις και να αντιλαμβάνεσαι πώς εξελίσσεται η ανθρωπότητα.

Αλλά και ανθρώπων με τρομερό ταλέντο που αυτοκαταστράφηκαν όπως ο Σιδηρόπουλος κι ο Άσιμος ή ο Μπεστ κι ο Μαραντόνα. Ή δεν κατέληξαν έτσι όπως θα περίμενε κανείς, θυμίζοντας σε όλους ότι η ευτυχία δεν κατακτιέται εύκολα όσο πετυχημένος ή δοξασμένος είσαι όπως του Μπίλι Μπο και της Μαρίας Κάλλας.

Ανθρώπους που σε μαγεύουν από το πρώτο λεπτό όπως ο Έλβις ή οι Μπιτλς. Αλλά και ιστορίες που σε μελαγχολούν σαν της Μάνστεστερ των Μπέμπηδων του αεροπορικού δυστυχήματος ή του Χατζηπαναγή και της Εθνικής Ελλάδας που σε βάζουν να σκεφτείς «πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα τώρα;».
Αυτό το ταξίδι μέσα από τις ιστορίες και τις διηγήσεις, το αγαπάω πολύ. Και είναι από τα λίγα πράγματα που θα επιδιώξω να μεταδώσω στο παιδί μου. Να του πω τις ιστορίες μου. Και να του δείξω «πως το κάνω». Δε με νοιάζει καθόλου αν θα του αρέσουν οι ιστορίες μου όπως εγώ της έχω φτιάξει. Ούτε και θα θιχτώ αν αποφασίσει να τις αλλάξει. Και πολύ θα μου αρέσει αν ανακαλύψει άλλες, διαφορετικές από τις δικές μου και τους δικούς του «ήρωες».

Σκεπτόμενος όλα αυτά και προσπαθώντας να αποδείξω πώς από γενιά σε γενιά μεταφέρεται το storytelling (έτσι το λέμε στην Κρήτη), παλιότερα με τις ιστορίες δίπλα στο τζάκι, πλέον ακόμα και μέσα από το internet και το youtube, έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν η δική μου γενιά έχει δημιουργήσει ή τέλοσπάντων θα προλάβει να φτιάξει ικανό αριθμό ηρώων, ιστοριών και αφηγημάτων για να μεταφέρει ή θα «καθαρίσουν» πάλι οι παλιές οι καραβάνες. Αλλά αυτό είναι μια άλλη- μεγάλη, σύνθετη και ίσως πικραμένη- συζήτηση. Προς το παρόν στόχος μου είναι να σας διηγηθώ την ιστορία για τις…ιστορίες μου και να σας το προτείνω, συνάδελφοι superdads ως ένα καλό μάθημα πατρικό.

Να τους λέμε ιστορίες λοιπόν. Και να τους σπρώχνουμε να φτιάξουν και τις δικές τους. Και εντωμεταξύ ας κάνουμε μια προσπάθεια να «φτιάξουμε ιστορία» κι εμείς ως γενιά.

Παιχνίδι στη φύση

Πάντα μου αρέσουν οι περιγραφές του φίλου μου του Λευτέρη Κουγιουμουτζή. Πολύ περισσότερο όταν μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια:

Καθώς απολαμβάνω τον καφέ μου, ράθυμος σε μια αγροτουριστική μονάδα, κάπου στους πρόποδες των ορέων, μελετώ μια συμμορία πιτσιρικάδων που παίζουν από ώρα στο διπλανό πλάτωμα κι έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μου. Το μεγαλύτερο είναι πέντε – έξι χρονώ, το μικρότερο ίσα που έχει κλείσει τα δυόμισι.

Ολα με τις ζακετούλες και τα καπελάκια τους, καθότι ναι μεν έσκασε τα πρώτα του χαμόγελα ο ανοιξιάτικος ήλιος αλλά στη σκιά ακόμα έχει ψύχρα και οι μαμάδες αγχώνονται.

Κάθονται κάτω από έναν πλάτανο και δείχνουν πολύ απορροφημένα από τη δραστηριότητά τους. Δεν έχουν μαζί τους κανένα απολύτως εργοστασιακό παιχνίδι· τα παράτησαν στην πόλη μαζί με την πλήξη τους.

Η φύση τούς προσφέρει απλόχερα ό,τι χρειάζονται για να παίξουν: κλαδιά, ξυλαράκια, ξερά και χλωρά φύλλα, χώμα και νερό.

Αφράτεψαν το χώμα, έσκαψαν έναν μικρό λάκκο και τον γεμίζουν με νερό.

Πηγαίνουν εναλλάξ σε μια βρυσούλα εκεί κοντά και ανεφοδιάζονται μ’ ένα πλαστικό μπουκάλι.

Αφού φτιάξουν λάσπη, την πλάθουν σε μικρούς σβόλους, που τους απλώνουν στη συνέχεια στη λιακάδα για να ξεραθούν και να γίνουν μικρές μπάλες.

Δεν ξέρω τι σκοπεύουν να τις κάνουν, δεν φαίνεται να τα έχει απασχολήσει το ζήτημα. Δεν έχει σημασία άλλωστε· απολαμβάνουν τη δημιουργική τους ενασχόληση και την παρέα.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, ένα μωρό δοκιμάζει τα πρώτα του αβέβαια βήματα.

Πέφτει, σηκώνεται, κάνει πως ξεσκονίζεται και συνεχίζει. Βρίσκει κάποια στιγμή ένα ξερόκλαδο κι ένα φυλλαράκι, τ’ αρπάζει και κάθεται κατάχαμα να τα μελετήσει με την ησυχία του.

Τα παρατηρεί με ύφος περισπούδαστο, τα κόβει κομματάκια, λες και προσπαθεί να επιβεβαιώσει τον Δημόκριτο και την ατομική του θεωρία. Δίνει την εντύπωση πως καλύτερα παιχνίδια δεν έπιασε ποτέ.

Ολα τα παιδάκια δείχνουν ευτυχισμένα, πλήρως ενταγμένα μέσα στο τοπίο, σαν να ήταν εκεί από πάντα. Στο φυσικό τους περιβάλλον. Αν και γνωρίστηκαν επιτόπου, δεν υπάρχουν γκρίνιες και υπερτροφικοί εγωισμοί. Μου έχει λείψει αυτό το παιδικό χάρισμα· της αβίαστης γνωριμίας και επαφής, χωρίς συστάσεις και καχυποψίες.

Της ομαλής συνύπαρξης, της απλότητας στην επικοινωνία.

Μεγαλώνοντας δεν ξέρω τι μας συμβαίνει και χάνουμε αυτήν την κοινωνική δεξιότητα· ίσως δηλητηριαζόμαστε από τα φαρμάκια του σύγχρονου τρόπου ζωής και περιχαρακωνόμαστε στον εαυτό μας, νιώθοντας πως τάχα μάς βαραίνουν οι σκοτούρες κι οι ευθύνες.

Μου έχει λείψει κι η ανεμελιά του φυσικού τους παιχνιδιού.

Μα πάνω απ’ όλα συνειδητοποιώ ότι, σε μικρούς και μεγάλους, μας έχει λείψει η επαφή με την ανόθευτη φύση.

Το καθαρό, το ατόφιο χώμα, που δεν έχει εμποτιστεί με δηλητήρια και φυτοφάρμακα, που δεν πνίγεται στα σκουπίδια, που δεν υποφέρει από εντατικές καλλιέργειες.

Ο ορίζοντας που δεν βιάζεται από τερατώδεις ανθρώπινες κατασκευές και παρεμβάσεις.

Η μουσική της φύσης, που σαν συμφωνική γαληνεύει τις ψυχές μας. Σε λίγο φεύγουμε όλοι για την πόλη.

Θ’ αφήσουμε το σπίτι μας με την ψευδαίσθηση πως γυρίζουμε σπίτι μας.

Να κυνηγήσουμε την επιβίωση και την επιτυχία και να ξεχάσουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Κι αν έχουμε λεφτά, να ξανάρθουμε για αγροτουρισμό και να καταναλώσουμε λίγη φύση ακόμα.

πηγή: http://www.efsyn.gr/arthro/paihnidi-sti-fysi