Μπαμπαδοστόρυ

Δε μπορώ να θυμηθώ κείμενο που να περιέγραφε την καθημερινότητα αλλά και τις σκέψεις μου καλύτερα από αυτό που μοιράζομαι μαζί σας παρακάτω…

Είναι πολλές οι συμπτώσεις με την ιστορία του Σταύρου Καραίνδρου που με βοηθούν να ταυτιστώ:

Έχουμε γιους στην ίδια ακριβώς ηλικία. Αλλάξαμε δουλειά για τον ίδιο λόγο. Κι εγώ το παιδί το ήθελα από μικρός και φρόντισα κι εγώ να “χορτάσω” από απωθημένα πριν το αποκτήσω. Έχουν αρχίσει κι εμένα να ασπρίζουν τα μαλλιά, τσακώνομαι κι εγώ για τους “πυτζαμοήρωες” και τις σοκολάτες, φτιάχνω πίστες για αυτοκινητάκια και πατάω παιχνίδια. Πάω το βράδυ πριν κοιμηθώ να τους δω. Μου φαίνεται κι εμένα παράξενος ο εαυτός σου σε μίνι έκδοση. Και πολλά ακόμα που όσοι με ξέρουν θα τα δουν διαβάζοντάς το.

Δεν περίμενα να πετύχω κείμενο με το οποίο να ταυτίζομαι τόσο πολύ και να αποδίδει με τόση ακρίβεια την ιστορία μου ως μπαμπάς εδώ και 5 χρόνια, αλλα να που πέτυχα! Και μην το φοβηθείτε είναι ελάχιστα μελό και απόλυτα πραγματικό…

38806675_10214359355032329_5285616049876631552_n.jpg

To αναδημοσιεύω αυτούσιο όπως το βρήκα στο oneman.gr:

Σε κάθε σ’ αγαπώ του παιδιού σου, χρειάζεσαι πάνα (για σένα)

Με αφορμή την γιορτή του πατέρα (17/6) ένας χαζομπαμπάς (o Σταύρος Καραΐνδρος) γράφει για τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του.

Πριν γίνω πατέρας είχα 5-6 άσπρες τρίχες. Τώρα έχω 5-6 μαύρες. Δεν είναι ο καλύτερος πρόλογος του κειμένου, αλλά ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Το να είσαι γονιός δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Σίγουρα το πιο ωραίο, η γλύκα είναι που σου μένει στο τέλος της ημέρας, αλλά ισχύει το απόλυτο κλισέ που ακούς εσύ που δεν έχεις γίνει μπαμπάς: “Φίλε, αλλάζει η ζωή σου από τη μία μέρα στην άλλη”.

Χρόνια μας πολλά. Γιορτή του πατέρα. Μπούρδες. Δεν ξέρω πότε, πώς και ποιος ανακάλυψε τη συγκεκριμένη γιορτή. Έλα, μωρέ, τους κακομοίρηδες τους μπαμπάδες τους έχουμε ριγμένους, ας τους βάλουμε μια γιορτή να έχουν να λένε κι αυτοί. Γιορτή της μητέρας, γιορτή της γυναίκας, πάρε και μία γιορτή του πατέρα.

Αλήθεια, ο Ηλίας Αναστασιάδης μου θύμισε ότι πλησιάζει η συγκεκριμένη μέρα. Όταν μου ζήτησε αυτό το κείμενο. Το είχα ξεχάσει, πιθανότατα θα το θυμόμουν την ίδια μέρα όταν θα έβλεπα τα κλασικά ποσταρίσματα στο Facebook με τη φωτογραφία του Νικόλα Πατέρα. Καμία γιορτή, μόνο αφορμή για μία ακόμη αγκαλιά, ένα ακόμη φιλί, ένα ακόμη «σ’ αγαπώ μπαμπάκα»

Και τα τσίσα θα τρέχουν. Γιατί -εκτός αν είσαι αναίσθητος- σε κάθε φιλί, αγκαλιά και σ’ αγαπώ θες πάνα. Για σένα.

Πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του μεγαλύτερου έρωτα της ζωής μου, του μοναδικού πράγματος για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος, το έχω συνειδητοποιήσει. Έχει περάσει η εποχή που κοιτούσα τον πιτσιρικά και αναρωτιόμουν αν αυτή η ψυχή είναι δική μου. Πέντε χρόνια μετά κι αφού μεσολάβησαν οι πρώτες κουβέντες, το «μπαμπά», το «μπαμπά μου» που είναι ακόμα καλύτερο, αλλά και οι πρώτοι καυγάδες (έχει Πιτζαμοήρωες, δεν θέλω να δω αθλητικά, δώσε μου το κινητό να παίξω ‘Angry Birds’), έχω συνειδητοποιήσει πλήρως ότι είμαι πατέρας. Και πλέον έχω περάσει στο επόμενο στάδιο. Αυτό με τις άσπρες τρίχες στην αρχή του κειμένου. Το άγχος του μεγαλώματος. Του σωστού μεγαλώματος.

Το παιδί δεν είναι πορτατίφ. Α, κοίτα, τι ωραίο, ταιριάζει με το σαλόνι, ποιος το διάλεξε; Το παιδί είναι παιδί. Ζωή, ευθύνη, υποχρέωση, μεγάλωμα, άγχος, αγάπη, λατρεία.

Εγώ ήμουν απόλυτα έτοιμος γι’ αυτό. Για έναν περίεργο ρόλο από νεαρή ηλικία έλεγα σε διάφορες συζητήσεις ότι όνειρό μου είναι να γίνω πατέρας. Με κοιτούσαν περίεργα, λογικό. Δεν ήθελα τη στιγμή που το έλεγα, παιδί θέλω τώρα το θέλω, αλλά στο μέλλον. Ήξερα ότι το ήθελα. Πριν μπω, όμως, σε αυτή τη διαδικασία κι αφού πρώτα βρω τον κατάλληλο άνθρωπο, στόχος ήταν να κάνω οτιδήποτε ήθελα που δεν θα το είχα απωθημένο για μετά. Ξενύχτι, ποτό, δουλειά, βόλτες, καμία έννοια στο μυαλό, καμία άλλη ευθύνη πέραν του εαυτού σου. Όχι μόνο για να σου φύγει κάθε απωθημένο, αλλά για να μη γυρίσεις μια μέρα να κοιτάξεις το παιδί σαν φυλακισμένος.

Το παιδί πρέπει να το θες. Μαζί αυτά τα δύο, ‘πρέπει’ και ‘θέλω’. Όχι σκέτο ‘πρέπει’. Επαναλαμβάνω, δεν αγοράζεις τηλεόραση, δεν αγοράζεις αυτοκίνητο. Άσε τι σου λένε οι τριγύρω για το ‘πρέπει’. Φέρνεις στον κόσμο έναν άνθρωπο, πλάθεις μια ζωή. Ακούγεται λίγο μυθιστορηματικό, αλλά το μυαλό σου πρέπει πρώτα να πήξει για να φτάσεις σε αυτή την απόφαση. Γι αυτό ακριβώς οποιοσδήποτε μου λέει ότι θέλει να γίνει γονιός του αραδιάζω όλα τα δύσκολα, του ‘φτύνω’ το άγχος στο πρόσωπο και μετά τον ρωτάω: «Είσαι έτοιμος για όλα αυτά»;

Κάθε βράδυ το τελευταίο πράγμα που θα κάνω πριν πάω για ύπνο είναι να περάσω μία βόλτα από το δωμάτιό του να τον δω να κοιμάται και να διακρίνω αν αναπνέει. Από την πρώτη μέρα έως σήμερα! Ψυχαναγκαστικό; Προφανώς. Συμφωνεί και το ταβάνι. Αυτά είναι τα τρυφερά, τα γούτσου γούτσου που αρέσουν στις γυναίκες. Μετά αρχίζουν τα ανατριχιαστικά. Βλέπεις τον εαυτό σου σε μικρή έκδοση. Mini me. Χειρονομίες, εκφράσεις προσώπου, ιδιοτροπίες. Έχεις απέναντί σου έναν μικρό καθρέπτη. Για να μη πω το κλασικό που άκουγες από τη μάνα σου, εκτός από το “ζακέτα πήρες;” και τελικά το ζεις: “Θα σου μοιάσει το παιδί σου και να δω τι θα κάνεις!”. Ισχύει.

Τσακωνόμαστε για τις σοκολάτες. Τους τις τρώω και κλαίει. Τρέχει στη μάνα του για παρηγοριά. Κλασικός μαμάκιας. Α, να μην το ξεχάσω. Τα αγόρια είναι μαμάκηδες. Έτσι πρέπει. Τον πατέρα τον βλέπουν με λίγο περισσότερο σεβασμό. Μεταξύ μας, αν θέλουν σε κάνουν χαλί να σε πατήσουν, να τον χέσω τον σεβασμό.

Ο δικός μου ήταν λογικό να γίνει μαμάκιας. Τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής του με έβλεπε το πολύ τρεις ώρες την ημέρα. Η μάνα του τον μεγαλώσε, η μάνα του τον είδε να κάνει τα πρώτα του βήματα, η μάνα του τον άκουσε να μιλάει, η μάνα του ήταν εκεί κάθε δευτερόλεπτο. Ο μπαμπάς στη δουλειά, να φέρει λεφτά στο σπίτι (πόσο κλισέ). Ρόλος που δεν ήθελα. Προτιμούσα να ζω από κοντά κάθε αλλαγή φάσης παρά να τον βλέπω να μεγαλώνει σε βιντεάκια στο messenger.

Και κάπως έτσι ήρθε η μεγάλη απόφαση. Μια άλλη ζωή, με το παιδί προτεραιότητα, πάνω και από τη δουλειά. Σε καλύτερες συνθήκες, ανθρώπινο περιβάλλον. Σε άλλη πόλη. Εντελώς νέα ζωή, part 2. Το νούμερο 1 ήταν ο ερχομός του. Παραμένει το καλύτερο, έτσι δεν λένε και για τις ταινίες;

Ακούστε τώρα κάτι, για να τελειώνουμε. Ουδείς σου βάζει το πιστόλι στον κρόταφο για να γίνεις γονιός. Δεν είναι ντροπή να μη θες. Χίλιες φορές αυτό παρά να κάνεις ένα παιδί μέσα στη μεμψιμοιρία, να το βλέπεις σαν καταναγκαστικό έργο. Αν, όμως, σου έρθει αυτή η ευλογία, ζήσε το. Με τα άγχη, τα ξενύχτια, τη στενοχώρια αν αρρωστήσει, την κούραση, το χαμόγελο, το γαργαλητό, την αγκαλιά. Ζήσε το. Εγώ έχω να κοιμηθώ κανονικά, να πέσω σε βαθύ ύπνο που λένε, πέντε χρόνια. Κοιμάμαι με την ακοή ενεργή, μήπως και ξυπνήσει το βράδυ. Ε και; Ωραίο είναι. Είναι ωραίο να μεγαλώνεις μια ζωή και ακόμα πιο ωραίο να προσφέρεις.

Κλείνω τώρα γιατί πρέπει να στήσω μία πίστα αυτοκινητόδρομο. Σας το είπα; Δεν σας το είπα. Ποτέ δεν θα καταλάβω γιατί αυτού τους είδους τα παιχνίδια δεν πωλούνται έτοιμα. Και πρέπει να τα συναρμολογείς. Και πρέπει να πατάς το βράδυ, περπατώντας στα σκοτάδια, τα κομμάτια τους. Αν οι γυναίκες έχουν τον πόνο της γέννας, οι άντρες έχουν τον πόνο από το τουβλάκι στο γυμνό πέλμα. Θα με θυμηθείτε.

Χρόνια πολλά στους χαζομπαμπάδες.”

 

Από τις αλλαγές…στην Αλλαγή!

Γενικά από πέρυσι το Σεπτέμβριο μέχρι και σήμερα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στην οικογενειακή μας ζωή!

Καταρχήν ο μικρός της οικογένειας πήγε πρώτη φορά σχολείο. Με ότι αυτό συνεπάγεται σε διαχείριση και προετοιμασία αλλά και στην αλλαγή της ρουτίνας. Έμαθε να ξυπνά συγκεκριμένη ώρα, να ακολουθεί κανόνες πέρα από αυτούς του σπιτιού, έμαθε τι θα πει δασκάλα, γνώρισε πολλά παιδάκια, έμαθε να κάνει παρέες, έκανε και την πρώτη του φιλία (πιο βαριά λέξη), του άρεσε και το πρώτο κορίτσι (με αξιοθαύμαστη σταθερότητα), έμαθε να αρρωσταίνει και να αναρρώνει, συμμετείχε σε γιορτές και μουσικοχορευτικά events. Κυρίως όμως αυτούς τους 10 μήνες εξελίχθηκε τρομερά σαν προσωπικότητα. Μιλάει και εκφράζεται πια καθαρά- και ξάστερα όταν πρόκεται για την άποψή του- είναι πιο εξωστρεφής, παίζει ευκολότερα με παιδιά. Α, έμαθε και ποδήλατο!

Γενικά τα πήγε πολύ καλά και νιώθω ότι ήταν σωστή κίνηση να πάει παιδικό παρότι το σκεφτόμασταν, εφόσον είχαμε τη δυνατότητα να τον κρατήσουμε σπίτι μέχρι το νηπιαγωγείο. Θα το πρότεινα σε όλους. Διευκρινίζω ότι δε μιλάω για τίποτα ψαγμένους και φημισμένους παιδικούς σταθμούς που θέλουν ένα μισθό το μήνα. Μιλάω για τον δημοτικό σταθμό της περιοχής μας, όπου αν εξαιρέσουμε ίσως λίγο την υποδομή (μια αυλή μεγαλύτερη του λείπει και λίγο πιο πολύς ήλιος), ο μικρός είχες και καλές παιδαγωγούς και καλής ποιότητας βοηθητικό προσωπικό (μαγείρεμα, καθάρισμα κλπ σε αυτές τις φάσεις είναι κομβικά) και σωστό φαγητό και παράπλευρες δραστηριότητες (γιορτές, γυμναστική, μουσική, θέατρο κλπ).

Παράλληλα, ο μπαμπάς της οικογένειας, μετά από ένα γερό χουνέρι και μία δύσκολη οικονομικά περίοδο, από τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε άλλαξε 2 δουλειές. Για καλό έγιναν οι αλλαγές οπότε, ας τις δούμε ως γρήγορη εξέλιξη. Η μαμά της οικογένειας ξαναδούλεψε έξω (με το γνωστό διάλογο «η μαμά όμως γιατί πάει στη δουλειά;»), λίγους μήνες μέχρι να τσιμπήσει το φέσι της- στα χνάρια του συζύγου- και να επιστρέψει στη δουλειά από το σπίτι, που είναι μία πιο kids’ friendly εκδοχή μεν αλλά όχι και πολύ τσέπη- friendly. Στην ευρύτερη οικογένεια, είχαμε απώλειες (δυστυχώς συνήθεια πια…) αλλά είχαμε και γάμους και χαρές και νέα πρόσωπα που σταδιακά μπαίνουν και αφίξεις που περιμένουμε για να ενισχυθεί το ρόστερ με νέα «ταλέντα» και να εμπλουτιστεί η επόμενη γενιά. Γεμάτη σαιζόν!

Dont-be-afraid-of-change

Κι εκεί που προσπαθείς να αφομοιώσεις όλες αυτές τις αλλαγές, συνειδητοποιείς ότι σε λίγες μέρες έρχεται μία ακόμα πιο μεγάλη. Το νέο μέλος της οικογένειας. Θεωρητικά έχει μπει στη ζωή μας εδώ και 8,5 μήνες. Πρακτικά όμως θα μπει τώρα (σήμερα, την άλλη εβδομάδα, άντε τέλος του μήνα). Και το ερώτημα είναι απλό. Τώρα τι κάνουμε; Ο μικρός πώς θα είναι; Ο μεγάλος (άκου μεγάλος…) πώς θα το πάρει; Τι πρέπει να κάνω για να τον καθησυχάσω; Τελικά δεν είναι απλό. Ούτε και ένα το ερώτημα. Είναι άπειρες οι ερωτήσεις που περνάνε από το μυαλό σου αλλά ελάχιστες απαντήσεις.

Βέβαια, το έχεις ξαναπεράσει, είσαι πιο έμπειρος. Αλλά μία βόλτα στην αποθήκη για να φέρεις ξανά πάνω τα «βασικά για το μωρό» σε πείθει ότι δε πα να είσαι έμπειρος, δεν μπορείς να ξέρεις. Θα το χρειαστεί το μωρό το μάρσιπο; O μεγάλος τον χρησιμοποιησε πολύ. Το πορτ- μπεμπέ όμως καθόλου. Αλλά και πάλι ας το ανεβάσω… Κάτι πιπίλες δεν τις ανοίξαμε καν, αλλά αν αυτό τις θέλει;

Το δωμάτιο είναι από καιρό έτοιμο, για να μην νιώσει ο μεγάλος ότι γίνονται μεγάλες αλλαγές στη ζωή του. Μαζί διαλέξαμε το κρεββάτι του το μεγάλο, μιας και η κούνια είναι για το μωρό. Τον έχουμε προετοιμάσει στο φουλ. Τι ιστορίες, τι άλμπουμ φωτογραφιών, τι σχέδια για το τι θα κάνουμε με το μωρό, τα πάντα. Κι όμως φοβόμαστε ότι θα του έρθει κεραμίδα. Προφανώς φοβόμαστε γιατί και για εμάς είναι μεγάλη αλλαγή. Και έχουμε άπειρα θέματα που δεν είμαστε σε θέση «να σχεδιάσουμε με ακρίβεια».

Αλλά ας μην είμαστε αχάριστοι. Η αλλαγή όταν γίνεται για καλό, είναι ανάσα και ανανέωση για όλους. Και δεν πειράζει που δεν πήγαμε πουθενά διακοπές, ούτε και που θα ζοριστούμε πρακτικά, ψυχολογικά, οικονομικά κλπ. Κάνουμε το καλύτερο δώρο στον «μεγάλο». Αλλά και στον «μικρό» νομίζω. Βασικά και στους εαυτούς μας. Οπότε καλώς να έρθει και αυτή Η Αλλαγή*!

 

*Ο δαίμων του πληκτρολογίου δεν ευθύνεται για τα κεφαλαία. Ούτε για τα bold.

Παιχνίδι στη φύση

Πάντα μου αρέσουν οι περιγραφές του φίλου μου του Λευτέρη Κουγιουμουτζή. Πολύ περισσότερο όταν μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια:

Καθώς απολαμβάνω τον καφέ μου, ράθυμος σε μια αγροτουριστική μονάδα, κάπου στους πρόποδες των ορέων, μελετώ μια συμμορία πιτσιρικάδων που παίζουν από ώρα στο διπλανό πλάτωμα κι έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μου. Το μεγαλύτερο είναι πέντε – έξι χρονώ, το μικρότερο ίσα που έχει κλείσει τα δυόμισι.

Ολα με τις ζακετούλες και τα καπελάκια τους, καθότι ναι μεν έσκασε τα πρώτα του χαμόγελα ο ανοιξιάτικος ήλιος αλλά στη σκιά ακόμα έχει ψύχρα και οι μαμάδες αγχώνονται.

Κάθονται κάτω από έναν πλάτανο και δείχνουν πολύ απορροφημένα από τη δραστηριότητά τους. Δεν έχουν μαζί τους κανένα απολύτως εργοστασιακό παιχνίδι· τα παράτησαν στην πόλη μαζί με την πλήξη τους.

Η φύση τούς προσφέρει απλόχερα ό,τι χρειάζονται για να παίξουν: κλαδιά, ξυλαράκια, ξερά και χλωρά φύλλα, χώμα και νερό.

Αφράτεψαν το χώμα, έσκαψαν έναν μικρό λάκκο και τον γεμίζουν με νερό.

Πηγαίνουν εναλλάξ σε μια βρυσούλα εκεί κοντά και ανεφοδιάζονται μ’ ένα πλαστικό μπουκάλι.

Αφού φτιάξουν λάσπη, την πλάθουν σε μικρούς σβόλους, που τους απλώνουν στη συνέχεια στη λιακάδα για να ξεραθούν και να γίνουν μικρές μπάλες.

Δεν ξέρω τι σκοπεύουν να τις κάνουν, δεν φαίνεται να τα έχει απασχολήσει το ζήτημα. Δεν έχει σημασία άλλωστε· απολαμβάνουν τη δημιουργική τους ενασχόληση και την παρέα.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, ένα μωρό δοκιμάζει τα πρώτα του αβέβαια βήματα.

Πέφτει, σηκώνεται, κάνει πως ξεσκονίζεται και συνεχίζει. Βρίσκει κάποια στιγμή ένα ξερόκλαδο κι ένα φυλλαράκι, τ’ αρπάζει και κάθεται κατάχαμα να τα μελετήσει με την ησυχία του.

Τα παρατηρεί με ύφος περισπούδαστο, τα κόβει κομματάκια, λες και προσπαθεί να επιβεβαιώσει τον Δημόκριτο και την ατομική του θεωρία. Δίνει την εντύπωση πως καλύτερα παιχνίδια δεν έπιασε ποτέ.

Ολα τα παιδάκια δείχνουν ευτυχισμένα, πλήρως ενταγμένα μέσα στο τοπίο, σαν να ήταν εκεί από πάντα. Στο φυσικό τους περιβάλλον. Αν και γνωρίστηκαν επιτόπου, δεν υπάρχουν γκρίνιες και υπερτροφικοί εγωισμοί. Μου έχει λείψει αυτό το παιδικό χάρισμα· της αβίαστης γνωριμίας και επαφής, χωρίς συστάσεις και καχυποψίες.

Της ομαλής συνύπαρξης, της απλότητας στην επικοινωνία.

Μεγαλώνοντας δεν ξέρω τι μας συμβαίνει και χάνουμε αυτήν την κοινωνική δεξιότητα· ίσως δηλητηριαζόμαστε από τα φαρμάκια του σύγχρονου τρόπου ζωής και περιχαρακωνόμαστε στον εαυτό μας, νιώθοντας πως τάχα μάς βαραίνουν οι σκοτούρες κι οι ευθύνες.

Μου έχει λείψει κι η ανεμελιά του φυσικού τους παιχνιδιού.

Μα πάνω απ’ όλα συνειδητοποιώ ότι, σε μικρούς και μεγάλους, μας έχει λείψει η επαφή με την ανόθευτη φύση.

Το καθαρό, το ατόφιο χώμα, που δεν έχει εμποτιστεί με δηλητήρια και φυτοφάρμακα, που δεν πνίγεται στα σκουπίδια, που δεν υποφέρει από εντατικές καλλιέργειες.

Ο ορίζοντας που δεν βιάζεται από τερατώδεις ανθρώπινες κατασκευές και παρεμβάσεις.

Η μουσική της φύσης, που σαν συμφωνική γαληνεύει τις ψυχές μας. Σε λίγο φεύγουμε όλοι για την πόλη.

Θ’ αφήσουμε το σπίτι μας με την ψευδαίσθηση πως γυρίζουμε σπίτι μας.

Να κυνηγήσουμε την επιβίωση και την επιτυχία και να ξεχάσουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Κι αν έχουμε λεφτά, να ξανάρθουμε για αγροτουρισμό και να καταναλώσουμε λίγη φύση ακόμα.

πηγή: http://www.efsyn.gr/arthro/paihnidi-sti-fysi

Μήπως να ορίσουμε ξανά τι είναι ρεαλισμός τελικά;

Ρεαλισμός είναι σε ημιθανή οικονομία να ζητάς 4,5% του ΑΕΠ ρυθμό ανάπτυξης, μέσω νέων φόρων και περικοπών μισθών και συντάξεων;

Ρεαλισμός ειναι 4/10 νοικοκυριά να μην αγοράζουν τα βασικά και 3/10 παιδιά να ειναι πολύ κάτω από τα όρια της φτώχειας και ο μίσος πληθυσμός να εξερευνά τα όρια της (φτώχειας πάντα);

Ρεαλισμός είναι να μην έχεις δωρεάν πρόσβαση στα φάρμακά σου και να πληρώνεις σε συμμετοχές το 1/3 του μισθού σου στα γεράματα σου;

Ρεαλισμός είναι να χρωστάς πρώτη φορά στη ζωή σου δόσεις στην εφορία και δύο ενοίκια και να μην μπορείς να κοιμηθείς τα βράδια;

Ρεαλισμός ειναι να μην κανείς εμβόλιο γρίπης στα παιδιά σου γιατί δεν το καλύπτει ο ΕΟΠΥΥ και καλεί 120 ευρώ για κάθε παιδί;

Ρεαλισμός είναι να τα βγάζεις πέρα με τα ψέματα με ένα μισθό σπίτι και να νιώθεις και τύψεις για τον κολλητό σου που είναι άνεργος;

Ρεαλισμός ειναι επειδή έτυχε στραβή με θέμα υγείας στην οικογένεια να γίνεται ρεφενέ ταμείο από όλο το σόι;

Ρεαλισμός είναι να έχεις κανένα χωραφάκι από τον παππού και να ψάχνεις (αααν βρεις) να το πουλήσεις κοψοχρονιά για να καλύψεις ιατρικά έξοδα ή τρύπες από φόρους και λογαριασμούς και δάνειο;

Ρεαλισμός είναι να θες 1 χρόνο να βγεις στη σύνταξη και να μην ξερεις πως θα πληρώνεις ως τότε το ΤΕΒΕ σου;

Ρεαλισμός είναι να μην ανάβεις καλοριφέρ αν δε χιονίσει και να κυκλοφορούν μικροί μεγάλοι στο σπίτι με κουβέρτες και κασκόλ;

Ρεαλισμός ειναι να μην πηγαίνεις πάνω απο 1 άντε 2 φορές το χρόνο στο πατρικό σου να δεις τους δικούς σου γιατί δεν έχεις για ναύλα 35-40 χρονών μαντράχαλος;

Ρεαλισμός ειναι να παρηγορείς παππούδες και γιαγιάδες γιατι “συγνώμη παιδί μου δεν μπόρεσα πάλι να πάρω κάτι για τον μικρό“;

Ρεαλισμός ειναι να νιώθεις τύψεις που έχεις ρεύμα και σπιτι;

Ρεαλισμός είναι να μιλάς με την παρέα σου μέσω skype;

Ρεαλισμός ειναι να γίνεται “σκληρή διαπραγμάτευση” πριν από κάθε οικογενειακό σούπερ μάρκετ για το ποιά είναι τα απολύτως απαραίτητα;

Ρεαλισμός ειναι να έχεις κόψει ως πολυτέλειες έξοδα για άθληση, γήπεδο, σινεμά ή μια συναυλία;

Ρεαλισμός είναι να δουλεύεις 10-12 ώρες και να νιώθεις και άσχημα να πεις “δεν την παλεύω” και “δε μου φτάνει ο μισθός” γιατί άλλοι είναι άστεγοι και χρόνια άνεργοι;

Ρεαλισμός ειναι να μην απολαμβάνεις την οικογένεια σου και τις μικροχαρές γιατί συνέχεια σκέφτεσαι πως θα βγει ο μήνας και δε μπορείς να κοιμηθείς;

Ρεαλισμός είναι να μένεις ψύχραιμος και να μη σου γυρνάει ανάποδα το μυαλό όταν σου λένε ότι τόσο καιρό “σε σώζουν” και όλα “για το καλό σου γίνονται“;

Μήπως τον ορισμό του ρεαλισμού τον εχουμε πάρει λίγο λάθος στη χώρα τελευταία;

IMG_0420.JPG

H Αγία Ελληνική Οικογένεια

Γράφει ο Αλέξανδρος Παπαγιάγκου για το superdad.gr

Κάπου διάβασα πως «ο προορισμός μου ως γονιός είναι να προσπαθήσω να διορθώσω στο παιδί μου τα λάθη που έκαναν οι δικοί μου γονείς στα δικά τους παιδιά». Νομίζω πως δεν έχω διαβάσει κάτι πιο όμορφο που να οδηγεί στην πραγματική ανάπτυξη των ανθρώπινων γενεών. Αλλά πόσο είμαστε πραγματικά σε θέση να δούμε με αντικειμενικό μάτι τη λειτουργία των γονιών μας απέναντί μας και πόσο περισσότερο τη δική μας λειτουργία ως γονείς;

Μάλλον δεν θα πω πράγματα εύκολα κι ευχάριστα. Ούτε και για μένα δεν είναι εύκολα κι ευχάριστα. Παρακαλούνται τα παιδιά να απομακρύνουν τους γονείς από τις οθόνες τους, ακολουθούν ίσως σκληρές αλήθειες…

Η οικογένεια. Η Αγία Ελληνική Οικογένεια. Η δεμένη ελληνική οικογένεια. Τόσο δεμένη που πολλές φορές καταντάει κόμπος στο λαιμό των παιδιών της. Που θεωρώ αναμφισβήτητο το ότι όλοι μας αγαπάμε τα παιδιά μας. Και ό,τι κάνουμε το κάνουμε για το «καλό» τους. Για να τα προστατεύσουμε, να τα θωρακίσουμε, να τα διαπαιδαγωγήσουμε. Και θεωρούμε δεδομένο πως εμείς γνωρίζουμε το καλό τους καλύτερα από αυτά. Και ίσως αυτό να ισχύει μερικώς μέχρι κάποια ηλικία. Αλλά αυτή η ηλικία έχει σαφέστατα limit up. Από το limit up και πέρα, θα πρέπει εμείς ως γονείς να αισθανόμαστε σίγουροι πως τα παιδιά μας έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα εφόδια από εμάς ώστε να είναι σε θέση να κάνουν τις δικές τους επιλογές με ασφάλεια για την υγεία και την ακεραιότητά τους. Οποιεσδήποτε άλλες επιλογές, είτε μας αρέσουν είτε δε μας αρέσουν, απλά τις δεχόμαστε με αγάπη. Γιατί είναι οι δικές τους επιλογές, είναι οι αποφάσεις των νέων ανθρώπων που αγαπάμε. Όσο και να διαφωνούμε ή να μας προβληματίζει η επαγγελματική τους εξέλιξη ή η επιλογή συντρόφου ή ίσως ακόμα και ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός, η επιλογή τους να μείνουν μόνοι στη ζωή χωρίς ταίρι ή το αντίθετο ή μία πιθανή μετανάστευση, ο ρόλος μας ως γονείς – μέντορες έχει πια τελειώσει προ πολλού. Ο κάθε άνθρωπος πια, ας είναι ελεύθερος να γευτεί τους καρπούς των δικών του προσπαθειών ή τις συνέπειες των δικών του σφαλμάτων. Ακόμα κι αν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε κάποιες επιλογές, τους στερούμε πολλά περισσότερα από όσα ίσως «δύσκολα» προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε. Και το χειρότερο από όλα είναι, πως οι γονείς είναι φτιαγμένοι από τέτοια υλικά, ώστε να μην μπορούν να αντιληφθούν το μέγεθος της παρεμβατικότητάς τους στα θέματα άλλων ανθρώπων, γιατί και τα παιδιά μας είναι πια άλλοι, διαφορετικοί, μοναδικοί άνθρωποι.

Και όσοι έχουμε ακόμα πολύ μικρά παιδιά, ας μη βιαστούμε να χαρούμε. Αυτό το κείμενο αφορά κυρίως εμάς, γιατί από εμάς ξεκινάει το πρόβλημα. Και για την αποφυγή παρεξηγήσεων τον εαυτό μου τον βάζω πρώτο και «καλύτερο» στη λίστα. Πόσες φορές μέσα στην καθημερινότητα δεν αποδεικνύουμε στα μικρά ανθρωπάκια πως στην ουσία δεν τους εμπιστευόμαστε το παραμικρό; Πόσες φορές δεν έχουμε αναίτιους φόβους και υπερπροστατευτισμό και τρέχουμε να τα «σώσουμε» να μην πατήσουν στις λάσπες, να τους κρατήσουμε το κουταλάκι για να μην λερωθούν, να τους βάλουμε τα παπούτσια για να μην τα βάλουν ανάποδα, να τους κρατάμε το ποτήρι το νερό όταν πίνουν για να μην το χύσουν επάνω τους και πόσα άλλα.

Νομίζω πως ίσως κάνουμε λάθη που δεν τα καταλαβαίνουμε. Νομίζω πως υποτιμάμε τις δυνατότητές τους. Νομίζω πως τους περνάμε ένα μήνυμα πως θα υπάρχει πάντα κάποιος να τα σώσει και από την παραμικρή αναποδιά. Και τα υποδουλώνουμε. Τους δένουμε τα χέρια. Να μην μπορούν να κάνουν τίποτα χωρίς εμάς, να μας έχουν πάντα ανάγκη. Γιατί ο μπαμπάς και η μαμά σε αγαπάνε και θέλουν το καλό σου, που εσύ δεν το ξέρεις, και αν δεν τους ακούσεις πολλά άσχημα πράγματα θα σου συμβούν. Όπως για παράδειγμα θα λερωθείς με σάλτσα ντομάτας από τα μακαρόνια τα μπολονέζ. Και για μία φορά που δεν σου κράτησαν το κουταλάκι λερώθηκες με τη σάλτσα. Και έκλαιγες. Γιατί φοβήθηκες. Φοβήθηκες πως θα σε μαλώσουν ή ντράπηκες για τον εαυτό σου για το πόσο λίγος είσαι ώστε να μην μπορείς να κρατήσεις σωστά το κουταλάκι που σου το δείχνουν συνέχεια. Και αργότερα θα λερωθείς από σάλτσα χυλόπιτας από υποψήφια γκόμενα και πάλι θα κλαις. Γιατί έκανες λάθος. Κάτι δεν έμαθες σωστά. Και μετά πάλι θα λερωθείς από σάλτσα απόλυσης από έναν εργοδότη και πάλι θα κλαις. Γιατί ήσουν λίγος. Και μετά θα φοβηθείς να ξαναπροσπαθήσεις. Παντού χάλια τα κάνεις μόνος σου. Σου λείπει ένα χέρι να σου κρατάει το κουταλάκι…

Δε φταίνε τα παιδιά μας. Όχι. Εμείς φταίμε. Κι εγώ περισσότερο από όλους εσάς μαζί. Γιατί είμαι ο χειρότερος. Και τα γράφω για να τα διαβάζω και να τα αντιλαμβάνομαι καλύτερα. Πόσοι από εσάς δε «φοβηθήκατε» όταν είδατε ότι το παιδί σας είχε κάποια κλίση σε ένα μουσικό όργανο ή στη ζωγραφική ή στη γλυπτική – αγγειοπλαστική ή στο θέατρο ή στο τραγούδι ή στο ποδόσφαιρο και σας ανακοίνωσε πως θα ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτό; Μιλάω για τις περιπτώσεις που το παιδί όντως έχει δείξει ταλέντο σε αυτό και σας το επιβεβαιώνουν και οι καθηγητές του. Πόσοι δεν τρέξατε να το προστατεύσετε από «λάθος» πιθανές επαγγελματικές επιλογές, που δε θα το βγάλουν πουθενά οικονομικά, δε θα του προσφέρουν μία ζωή όπως θα ήθελε αυτό να τη ζήσει; Ναι, γιατί εμείς οι γονείς ξέρουμε πολύ καλύτερα τι ζωή θέλουν να ζήσουν τα παιδιά μας.

Έχουμε την εμπειρία της ζωής. Και τα λάθη μας ήταν το σχολείο μας, όπου διδαχτήκαμε τρόπους να μεταφέρουμε τα ίδια λάθη και σε μικρότερους μαθητές. Εμείς μπορεί να έχουμε την εμπειρία της ζωής, τα παιδιά μας όμως έχουν την ψυχή τους, Και παρατηρώ στον εαυτό μου και γύρω μου, πως κινούμαστε έντονα προς την κατεύθυνση να κλείσουμε το δρόμο στην ψυχή των παιδιών μας, βάζοντας φοβιστικές πινακίδες STOP για να τα οδηγήσουμε στον απόλυτο κομφορμισμό, να ξεριζώσουμε οτιδήποτε μαγικό και διαφορετικό κρύβει η παιδική τους ψυχή και να εγκαταστήσουμε ήθη, έθιμα, συνήθειες, τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς ενός κοινωνικού συνόλου που η ιστορία αποδεικνύει ότι δεν τα πήγε και περίφημα.

Έχω την εντύπωση ότι τα παιδιά γεννιούνται εγγενώς ευτυχισμένα. Έρχονται να μας συναντήσουν κουβαλώντας ωραίες εικόνες και ορμή ψυχής από μία άλλη, αγνή διάσταση την οποία εμείς έχουμε ξεγράψει προ πολλού. Η όψη στο πρόσωπό τους αλλάζει όσο έρχονται σε επαφή με τα δικά μας πρόσωπα, με τα δικά μας στυγνά ανθρώπινα μέτρα και κουτάκια. Κι όσο μεγαλώνουν τόσο ξεχνάνε την ψυχή τους. Όχι επειδή δεν έχουν καλή μνήμη, αλλά επειδή τα «εξημερώνουμε». Από την ελεύθερη άγρια φύση της ψυχής τους όπου έτρεχαν όλο χαρά στα λιβάδια και τα δάση, τα κλείνουμε στο κλουβί του ζωολογικού κήπου της comme il faut καθημερινότητάς μας. Φυσικά και πρέπει να μάθουν να λειτουργούν μέσα σε μία κοινωνία, ίσοι απέναντι σε ίσους αλλά δεν είναι ανάγκη να τρίψουμε με γυαλόχαρτο όλες τις πλευρές της ψυχής τους που έχουν εξογκωματάκια και δεν κουμπώνουν καλά στο κουτάκι μας.

Θα ήθελα πολύ να έχω τη δύναμη να εξαφανιστώ από τη ζωή του γιου μου όταν θεωρήσει πως το πλήρωμα του χρόνου έφτασε. Όταν αισθανθεί ότι πατάει καλά στα πόδια του, ίσως αμέσως μετά την ενηλικίωση ή τις σπουδές, εγώ θα πρέπει να μην είμαι πια καθόλου κομμάτι της καθημερινότητάς του. Ούτε της τηλεφωνικής καθημερινότητας. Να μην γνωρίζω πια τις επιλογές του. Δεν είναι υποχρεωτικό. Να μου λέει όσα θέλει, άμα θέλει και όταν θέλει. Να είμαι πάντα εκεί να τον στηρίζω όταν μου το ζητήσει. Ο ρόλος μου, θα ήθελα να περιοριστεί στο ρόλο του από μηχανής θεού, όταν επικαλεστεί τη βοήθειά μου και μόνο. Κατά τα άλλα, ένας ολόκληρος κόσμος ανοίγεται μπροστά του να τον γευτεί με όλες τις αισθήσεις του και χωρίς τη δική μου ματιά. Δεν πρέπει η ματιά μου να είναι εκεί. Δεν ξέρω αν μπορέσω να το κάνω. Αλλά καταγράφω τη σκέψη μου για να την ξαναδιαβάσω όταν έρθει εκείνη η ώρα, που ελπίζω να αργήσει (για να τα λέμε όλα!), αλλά υπάρχει ένα πράγμα για το οποίο είμαι σίγουρος: η Αγία Ελληνική Οικογένεια έχει αυστηρό τελετουργικό το οποίο δε μου πάει με τον χαρακτήρα που έχω και θεωρώ πως μέσα στην αγιότητά της έχει κατασπαράξει σαν θηράματα ελεύθερες και αγνές ψυχές…

Πηγή : http://www.superdad.gr [ http://www.superdad.gr/simmaxoi/i-agia-elliniki-oikogeneia/ ]