Οι κηδείες της καραντίνας

Το έφερε έτσι η ζωή και χρειάστηκε να στείλω κι εγώ εκείνο τον κωδικό 5 (τελετή) στο κινητό. Η αδερφή του πατέρα, πλήρης ημερών θα μπορούσε να πει κανείς, πιο ψύχραιμος, έφυγε το Σάββατο του Λαζάρου.

Οι οδηγίες του γραφείου ξεκάθαρες. Το πολύ 10 άτομα και με απόσταση 2 μέτρων. Απαγορεύονται καφέδες και γεύματα πριν και μετά. Σε στενό οικογενειακό κύκλο. Πολλοί φίλοι και συγγενείς μας είπαν «ήθελα να έρθω αλλά δεν αφήνουν». Η μάνα μου με το ζόρι πείστηκε να κάτσει στην Κρήτη και να αποφύγει αεροπλάνα και βαπόρια. Μέχρι που έφτασα στο Πρώτο, σκεφτόμουν ότι είναι κρίμα, να φεύγει κάποιος μόνος. Το είχα σκεφτεί και για το Γλέζο και τον Κοροβέση τις προηγούμενες ημέρες.

Όταν έφτασα όμως άρχισα να αλλάζω άποψη. Επικρατούσε ησυχία και ηρεμία. Λίγους ανθρώπους έβλεπες. Και στο δικό μας θάλαμο, τους απολύτως κοντινούς. Αυτούς που καταλάβαιναν και ένιωθαν όπως εσύ περίπου. Αυτούς με τους οποίους δεν είχατε πολλά να πείτε, τα λέτε κάθε μέρα άλλωστε. Έτσι σιωπηρά κύλησε η ώρα, έγινε το μυστήριο και η τελετή. Χωρίς λουλούδια, στεφάνια, επικήδειους και άλλες κοινωνικές συμβάσεις.

Θυμάμαι όταν έχασα τον πατέρα μου, το βράδυ, στο περίφημο κρητικό «νυχτέρι», με ατελείωτο κόσμο να μπαινοβγαίνει σπίτι από νωρίς το πρωί μέχρι την επόμενη μέρα, το πρωί της κηδείας. Κόσμος που μου μιλούσε, μου έλεγε ιστορίες και πιθανότατα είχε καλή πρόθεση και αγάπη. Με καταπίεζε όμως. Κάποια στιγμή ένιωθα ότι θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Να έχει ησυχία και σκοτάδι για λίγο. Να πάρω μία ανάσα.

Το ίδιο και την επόμενη μέρα στην τελετή. Χαιρετούρες πριν και μετά, κόσμος, στέφανα, επικήδειοι. Πολύς, πάρα πολύς, κόσμος ήθελε να τιμήσει την οικογένειά μου. Θα ήμουν αχάριστος αν δεν αναγνώριζα την καλή τους πρόθεση και τα αγνά κίνητρα. Αλλά ήταν πολύ, πάρα πολύ, καταπιεστικό και κουραστικό. Όταν 48 ώρες μετά έκλεισε ο διακόπτης, τότε μόνο ένιωσα λίγο ήρεμος κι ελεύθερος να αφεθώ στα συναισθήματά μου.

Το ίδιο σκηνικό και στο μνημόσυνο. Κόσμος, λουλούδια, τραπέζια. Πάλι, όλοι με αγάπη δίπλα σου. Αλλά καμιά φορά προτιμάς να μην είναι τόσο δίπλα σου. Επειδή είμαι και λίγο πρακτικός τύπος, έχω σκεφτεί πολλές φορές πως όλα αυτά έξοδα κι ο κόπος μπορούσαν να πάνε σε ανθρώπους με ανάγκη. Αυτό είναι πραγματικό μνημόσυνο για εκείνον που φεύγει.

Θα μου άρεσε τελικά οι κηδείες της καραντίνας, να μην είναι εξαιρέσεις αλλά κανόνας. Και με τον κόσμο που θέλει να σε τιμήσει, να βρίσκεσαι στο δρόμο, στη δουλειά, στο καφενείο και να θυμάσαι τον άνθρωπό σου με ιστορίες, ρακές και συζητήσεις. Να έχεις την αθιβολή του στην καθημερινότητά σου. Αυτό είναι το πιο ωραίο. Τα άλλα- στο μυαλό μου τουλάχιστον- είναι πιο προσωπικές υποθέσεις. Για τον στενό οικογενειακό κύκλο.