Μια τυχαία μέρα

Μία τυχαία μέρα, σε ένα τυχαίο σπίτι κάπου στην Αττική:

Ξυπνάει και προσπαθεί να καταλάβει πίσω από την κουρτίνα αν έχει βγει ο ήλιος. Κοιτάει το κινητό δίπλα. Τι ώρα είναι, λες να μην άκουσα το ξυπνητήρι; Είναι 6:30, πάλι ξύπνησε πριν χτυπήσει. Θα κοιμηθεί λίγο ακόμα. Ξανακοιτάει, 6:37 και μετά 6:46. Και 6:53. Άστο, χεστο θα σηκωθεί, για ένα τέταρτο δεν έχει διαφορά.

Πάει να φτιάξει τον καφέ του. Όσο περιμένει να ζεσταθεί το νερό τσεκάρει το e-mail του στο κινητό. Ώπα πήγε 7:30 κιόλας, πρέπει να σηκώσω τα παιδιά. Πάει ο καφές!

Ετοιμάστηκαν όλοι. Έτοιμα τα τοστάκια, τα παγούρια, τα βιβλία, το laptop, ο φορτιστής, κλείνουν οι τσάντες! Ρε παιδιά αφήστε τώρα τα αυτοκινητάκια να βάλουμε παπούτσια. Άντε, πάμε, πάλι θα αργήσουμε!

Μπαίνει στο αμάξι, μαζί με όλη την ομάδα. Στάση για τον παιδικό, στάση για το σχολείο, στάση στο μετρό για τη γυναίκα του. Βενζίνη μην ξεχάσει, τώρα όμως ή μετά τη δουλειά; Θα βρει να παρκάρει στη δουλειά άραγε ή θα κάνει πάλι κύκλους; Άσε καλύτερα να βάλει τώρα βενζίνη.

Κωλοφαρδία, βρήκε με τον 2ο κύκλο θέση, στα 5 λεπτά από το γραφείο! Πάλι καλά.

Στο γραφείο θα ετοιμάσει και τον καφέ. Κάτσε να στείλει 1-2 e-mails που επείγουν πρώτα. Χτυπάει και το τηλέφωνο, όλα μαζί! Εντάξει πήγε 11:30, ας τον παραγγείλει τον καφέ, δεν προλαβαίνει να πάει στην κουζίνα να τον φτιάξει.

Meeting λέει 13:00- 14:30. Έχει πάει 15:15 κι ακόμα να τελειώσει, χωρίς να βγαίνει και άκρη. Μόλις βγει να μπει στο e-banking να πληρώσει τη ΔΕΗ και το κινητό, πάλι έσκασε μήνυμα για φραγή. Ή μήπως να αφήσει τη ΔΕΗ (το κόβουν το ρεύμα χωρίς προειδοποίηση; δεν το κόβουν) και να πληρώσει έστω έναντι το ενοίκιο, 9 έφτασε ο μήνας. Κάτσε, τέλειωσε το meeting να μαζευτεί πίσω στο γραφείο μπας και τελειώσει κάποια στιγμή. Έχει και σούπερμαρκετ, σήμερα θα το προλάβει ανοικτό πάση θυσία!

businessman-running

Τελικά έβαλε έναντι για το ενοίκιο. Έστειλε και μήνυμα στο viber στη γυναίκα του για λίστα σουπερμάρκετ, αλλά να μη βγουν πολλά! Τρώγοντας μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή τσέκαρε και το facebook λίγο, μην είναι και τελείως ακοινώνητος. Άντε 33 αδιάβαστα e-mails έχουν μείνει και μία παρουσίαση κι έφυγε!

Το πρόλαβε το σουπερμάρκετ άνετα, 20:30 ήταν ήδη μέσα με καρότσι και ψώνιζε! ΟΚ, η παρουσίαση έχει κάτι εκκρεμότητες αλλά το βράδυ που θα κοιμηθούν τα παιδιά την τελειώνει.

Αγχώνεται όσο περνάει η ώρα, πάλι γέμισε το καρότσι, να δούμε πόσο θα βγει. Μήπως να μην πάρω την προσφορά με τις πάνες αφού δεν ήταν στη λίστα; Αλλά πάνες είναι, θα χρειαστούν, δε χαλάνε! Μία κυρία τον κοιτάει τον κοίταξε περίεργα στο διάδρομο με τα καθαριστικά. Λες να μην τα έλεγα από μέσα μου; Να νομίζει ότι παραμιλάω;

Κάνει είσοδο στο σπίτι με τις 5 τσάντες πολλαπλών χρήσεων (να κάνουμε και κάτι για τον πλανήτη εκτός την ανακύκλωση). Τα παιδιά τα πρόλαβε ξύπνια; Ναι, ευτυχώς! Γκρινιάζουν λίγο βέβαια αλλά τον περίμεναν. Τακτοποιεί τα πράγματα να βοηθήσει και λίγο τη γυναίκα του. Τι ώρα είναι, προλαβαίνει το ματς; 21:50. Δεν πειράζει το δεύτερο ημίχρονο θα το δει άνετα. Ελάτε παιδιά να κάνουμε μπανάκι και να αλλάξουμε!

Κοιμήθηκαν! Κομμάτια ήταν. Αύριο ο μεγάλος έχει προπόνηση και ο μικρός αγγλικά. Πρέπει να αναλάβει έναν από τους δύο. Θα προσπαθήσει να πάει στον μεγάλο, να δει και λίγο μπάλα. Μπορεί να είναι εκεί και ο μπαμπάς του Λευτέρη να πούνε για το ματς. Αμάν, το ματς! Το ξέχασε. Πόσο να είναι; 2-2 στο 65′! Ματσάρα! Άραγε θα μπει κάτι από εδώ και πέρα να δει κι αυτός ή έβαλαν ότι ήταν να βάλουν;

Έληξε το ματς. Ώρα για ύπνο. Αλλά έχει ξεμείνει η παρουσίαση. Πόση ώρα θα πάρει, θα την κάνει τσακ-μπαμ να φύγει από τη μέση.

Ξαπλώνει, βάζει ξυπνητήρι στις 7. Απομένουν 4 ώρες και 32 λεπτά τον ειδιοποιεί το κινητό. Λίγο ρε γαμώτο. Αλλά τι να πουν κι άλλοι που ξυπνάνε από τις 5 και πάνε στην οικοδομή

Κλείνει τα μάτια. Επιτέλους ύπνος. Αλλά που είναι ο ύπνος; Γιατί έχει αυτή την ανησυχία; Ή μήπως είναι ταχυπαλμία; Ξέχασε κάτι; ΚΤΕΟ πότε περνάει το αμάξι; Το δάνειο το πλήρωσε; Πάλι δεν βρήκε χρόνο να πάει σινεμά με την Ελένη. Δε ρώτησε και το μικρό για το σχολείο, μόνο τον μεγάλο, θα στενοχωρεθεί. Ραντεβού στον παιδίατρο να κλείσουν αύριο. Για κούρεμα να πάμε με τα παιδιά λες το Σάββατο;

Τι σκατά όλες οι σκέψεις τώρα που πάει να κοιμηθεί τον θυμήθηκαν; Κι αύριο μέρα είναι!

Παιδί εναντίον καθημερινότητας…

Κείμενό μου για το superdad.gr, από τη ζωή βγαλμένο…:

Τα φέρνει έτσι η ζωή συχνά πυκνά, που τις πιο μεγάλες χαρές, τα σημαντικότερα – θετικά – πράγματα που μας συμβαίνουν τα επισκιάζει η σκληρή πραγματικότητα και η πιεστική καθημερινότητα.

Όχι, δεν ανακαλύπτω τον τροχό, ούτε φιλοσοφώ ψάχνοντας να γράψω κάτι βαρύγδουπο. Μονολογώ (μονογραφώ ας πούμε, συγγραφική – τρομάρα μου – αδεία). Μονολογώ λοιπόν επειδή συνειδητοποιώ ότι το τελευταίο διάστημα ήμουν χαμένος. Πολλή δουλειά, πηγαίνω αργά σπίτι και φεύγω νωρίς. Προβλήματα και έννοιες που δε σε αφήνουν να κοιμηθείς και να χαλαρώσεις ούτε εκείνα τα σκόρπια δίωρα που βρίσκεσαι με την οικογένειά σου. Και νιώθω ότι παραμελώ τους πιο δικούς μου ανθρώπους. Και κυρίως το μικρό μου κολλητό! Σαν να με καταπίνει η καθημερινότητα. Και απογοητεύομαι. Με χαλάει πολύ. Το βρίσκω λάθος.

Και θα μου πεις, καλά ρε φίλε, δε βλέπεις γύρω σου, όλοι έτσι είμαστε! Και θα έχεις δίκιο. Έτσι είμαστε. Μπορούμε όλοι όμως άραγε να έχουμε επίγνωση πόσο κακό κάνουμε στον εαυτό μας, στη γυναίκα μας και κυρίως στα παιδιά μας; Ακόμα και συνολικά στην κοινωνία.

Και θα μου ξαναπείς, στη θεωρία είμαστε όλοι πρώτοι! Και πάλι θα έχεις δίκιο. Πόσο εύκολο είναι λοιπόν μέσα σε μια ούτως ή άλλως δύσκολη καθημερινότητα να μην παραμελείς τον σημαντικότερό σου ρόλο, του μπαμπά; Πόσο ακόμα δυσκολότερο είναι να διαχειριστείς το συγκεκριμένο ρόλο όταν προκύπτουν και έκτακτα προβλήματα εξτρά στην ήδη γερή δόση δυσκολιών που όλοι «απολαμβάνουμε»;

Γιατί όταν εσύ γυρνάς άδειος σπίτι φίλε και συνάδελφε superdad, είναι εκεί και σε περιμένει πώς και πώς ο μικρός πρίγκιπας ή/και η πριγκίπισσα σου. Σε περιμένει πολλές ώρες με πολλές απαιτήσεις. Θέλει να παίξετε όπως παίζει με το μπαμπά (με τη μαμά παίζει αλλιώς, αυτό είναι ξεκάθαρο). Θέλει να το χαϊδέψετε και να κάνετε μαζί μπάνιο. Θέλει να κουβεντιάσετε και να κάνετε αστεία. Θέλει να δείτε μαζί το «Μικρό Νικόλα» ή να διαβάσετε την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας (ναι, για 23324η φορά). Θέλει το μπαμπά του σε φουλ φόρμα και απόλυτα αφοσιωμένο.

Πώς γίνεται όμως αυτό; Προφανώς και δεν έχω manual και οδηγίες. Δεν ξέρω πώς γίνεται. Το ψάχνω κάθε μέρα. Αν κάποιος έχει καμιά καλή ιδέα ευχαρίστως να μας την παρουσιάσει! Ο μοναδικός τρόπος που έχω βρει είναι να βάλεις τον εαυτό σου να σκεφτεί εκείνη την ώρα, ποια ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή που έχει ζήσει ποτέ. Εμένα πάντα μου έρχεται στο μυαλό το μαιευτήριο. Εκείνες οι πρώτες ώρες. Μετά κάνε και δεύτερη ερώτηση, ποια είναι η πιο πρόσφατη στιγμή ευτυχίας (ή έστω ηρεμίας) που έχεις ζήσει πρόσφατα; Σου βάζω και στοίχημα ότι πάλι στο μικρό θα καταλήξεις (ξέρεις, που χόρευε πάνω στον καναπέ, που παίζατε μπάλα στο πάρκο, που περπατούσατε χέρι- χέρι, που σας πήρε ο ύπνος αγκαλιά…).

Λοιπόν τώρα που το σκέφτομαι (εννοείται μονολογώντας) είναι αυτοτροφοδοτούμενη η ευτυχία. Δίνεις σημασία στο παιδί σου, στην πηγή της ευτυχίας δηλαδή, την καλλιεργείς, τη βοηθάς να παράγει και θα σε αποζημιώσει με πολλές καθημερινές στιγμές. Κι αυτές οι στιγμές είναι η βενζίνη σου για το καθημερινό δρομολόγιo στα ζόρια σου.

Για την τελευταία παράγραφο, έχω κατοχυρώσει τα πνευματικά δικαιώματα να ξέρετε. Το υπόλοιπο ελεύθερα.

Πηγή : http://www.superdad.gr [ http://www.superdad.gr/simmaxoi/paidi-enantion-kathimerinotitas/ ]

Στα τριάντα

Διάβασα ένα κειμενάκι της Μαριάννας Ρουμελιώτη με το οποίο μπορώ να πω συμφωνώ σε πολλά και “συμπάσχω”! Άλλωστε κι εγώ εδώ και κάποιες μέρες βρίσκομαι σε αυτή την δεκαετία των τριάντα… Και μιας και χθες συζητούσαμε για την “χαμένη γενιά”, αυτό το κειμενάκι “κολλάει” πολύ. Και κυρίως δίνει το κλίμα, την ατμόσφαιρα και πολλές από τις σκέψεις των ανθρώπων εκεί γύρω στα τριάντα.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο enfo.gr

 

Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στην Ιθάκη με την παρέα από το σχολείο. Καθόμασταν σε ένα καφέ στο Κιώνι και ονειρευόμασταν πως θα θέλαμε να είμαστε στα 30. Τότε ήμασταν κάπου 20 στα 21, κάναμε κάτι ψιλοδουλειές για το χαρτζιλίκι μέχρι να τελειώσουμε τις σπουδές. “Θα θελα να ζω σε ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη”, “να είμαι συγγραφέας”, “να έχω παιδιά”, “θα θελα να είμαι σε αγρόκτημα στην Ιταλία”, χιλιάδες “να” και “θα” βγαλμένα από τον κινηματογράφο.

Βλέπαμε πολλές ταινίες, είχαμε μεγαλώσει εύκολα μάλλον, ήμασταν καλομαθημένοι. Δε ξέρω τι ακριβώς νομίζαμε, αλλά σίγουρα δεν υπολογίζαμε κανέναν και τίποτα. Σιγά μην γυρίσω αν φύγω, θα βρω δουλειά στο εξωτερικό, θα κάνω αυτό που μου αρέσει και έτσι θα ζω. Τα της Ελλάδας ήταν τα εύκολα, τα δεδομένα, ούτε συζήτηση για αυτά.

Φύγαμε για το εξωτερικό, γυρίσαμε από τo εξωτερικό για λόγους που τότε, ούτε φανταζόμασταν. Το πιο παράδοξο είναι πως τη μεγαλύτερη δυσκολία τη βρήκαμε στην Ελλάδα που θα ήταν εύκολα.

Χωριστήκαμε σε αυτούς που συνεχίζουν να ζουν μια εκδοχή, έστω στραπατσαρισμένη, του ονείρου τους και σε αυτούς που αναζητούν τον τρόπο να ζήσουν διαφορετικά. Κάποιοι από μας ακόμα ελπίζουν πως κάτι θα βγει από το 10ωρο στο κλιματιζόμενο γραφείο και τα ατελείωτα meetings. Κάποιοι από μας ακόμα πιστεύουν στην καινοτόμα επιχειρηματικότητα, στη σαραντάρα director που προτιμά το γραφείο από το σπίτι, στον πενηντάρη manager που μιλάει για τους πελάτες και τρέχουν τα σάλια του. Κάποιοι από μας πιστεύουν πως μόνο έτσι γίνεται, πως μόνο έτσι κατακτάς την ευτυχία, πως μόνο έτσι μπορείς να υπάρχεις. Ένα ταξίδι στο εξωτερικό το χρόνο, 10 μέρες διακοπές το καλοκαίρι στην Αντίπαρο και καταπίνονται όλα αυτά που δεν αντέχεις τον υπόλοιπο καιρό. Έτσι είναι, σου λένε οι γονείς σου, τα πρώτα χρόνια είναι δύσκολα, μετά ανεβαίνεις στη σκάλα και λες σε άλλους τι να κάνουν. Όλοι τα περάσαμε αυτά, θα πούνε οι πιο μεγάλοι των γραφείων. Χωριστήκαμε σε αυτούς που επιμένουν σε αυτό και σε αυτούς που το αμφισβητούν.

Αυτοί που το αμφισβήτησαν, έψαξαν δουλειές με μικρότερο ωράριο, με λιγότερα λεφτά, με ανθρώπους που θέλουν να βλέπουν. Κάποιοι δουλεύουν τις ίδιες ώρες αλλά με ανθρώπους που επέλεξαν, κάποιοι δουλεύουν τις ίδιες ώρες αλλά μπορούν να επιλέξουν αν θα είναι οι βραδινές ή οι πρωινές. Οι περισσότεροι παλεύουν για να πληρωθούν, αλλά δεν θα γυρνούσαν πίσω, ούτε για μια μέρα.

Στην πρώτη μου δουλειά μετά το μεταπτυχιακό είχα μια ατζέντα που σημείωνα όλα αυτά που έπρεπε να τελειώσω μέχρι το τέλος της ημέρας. Μετά το πρώτο τρίμηνο δεν προλάβαινα καν να γράψω τι έχω να κάνω. Έτρεχα όλο το πρωί να προλάβω να μιλήσω στα τηλέφωνα, να γράψω αναλυτικά email υπηρετώντας το “όλα πρέπει να τα έχουμε γραπτώς”. Έτρεχα να πάρω υπογραφές και επιβεβαιώσεις, να μπω και να βγω από συναντήσεις που κάναμε την τρίχα τριχιά, να τελειώσω πριν τις 10 το βράδυ. Γυρνούσα στο σπίτι και χρειαζόμουν τρεις ώρες για να σταματήσω να σκέφτομαι όλα αυτά που έχω να κάνω αύριο. Η βδομάδα μου, μια ατελείωτη διαδρομή προς το τίποτα. Αναρωτιόμουν τι έκανα λάθος, αν φταίει η εταιρεία, θα φύγω, έφυγα, πήγα αλλού, ήταν το ίδιο. Είναι πάντα το ίδιο. Είναι τέτοιοι οι ρυθμοί, τέτοιο το πλαίσιο, έτσι οι άνθρωποι, που μετά από λίγο καιρό μοιάζουν και είναι όλα ίδια.

Δεν ξέρω και δεν κατάλαβα ποτέ πώς κάποιοι από μας αντέχουν. Πώς σε κάποιους αυτή η συνεχόμενη τρέλα δε φαίνεται προβληματική. Παρατηρώ πως τα τελευταία χρόνια, λίγο πολύ, η κρίση γέννησε μια μεγαλύτερη αμφισβήτηση για αυτό το μοντέλο. Μίκρυναν οι μισθοί, άλλαξαν οι ανάγκες, κουράστηκαν οι άνθρωποι, τι σημασία έχει τι τους έφερε εδώ. Σημασία έχει να βγουν από το ετοιμόρροπο κτίριο πριν καταρρεύσει στα κεφάλια τους. Οι προηγούμενες γενιές θαμπώθηκαν για τα καλά από τις πολυεθνικές εταιρείες και τα γυάλινα υποκαταστήματα στην Κηφισίας. Η επαγγελματική καταξίωση ήταν τα πάντα.

Χωρίς απαραίτητα να έχουν αλλάξει τα πιστεύω και οι στόχοι των ανθρώπων, η επαγγελματική καταξίωση δεν έρχεται πια μόνο φορώντας κοστούμι σε μια τράπεζα, αλλά έρχεται και από ένα λαπτοπ στο σπίτι σου. Κάποιοι συγχρονίστηκαν άμεσα, κάποιοι αμφισβήτησαν τον αρχικό στόχο, κάποιοι περιπλανιούνται σε limbo. Για αυτούς μιλάω. Για αυτούς που ίσως τους πήρε η φόρα και τρέχουν χωρίς να θυμούνται το λόγο. Γι’ αυτούς που είναι στον αυτόματο. Για αυτούς που θα δεις τα Σάββατα έξω και μισομεθυσμένοι θα σου πουν πως δεν την παλεύουν άλλο στη δουλειά και αυτό θα το ακούς ξανά και ξανά, επί μήνες. Τη Δευτέρα θα έχουν και οι ίδιοι πείσει τους εαυτούς τους πως το έλεγαν στο μεθύσι τους, πως δεν είναι τελικά έτσι ακριβώς. Μέχρι το επόμενο Σάββατο.

Τότε θα ονειρευτούν πάλι ζωές σε νησιά και παραλίες αλλά πάλι δεν θα βρουν τον τρόπο να πιστέψουν πως γίνεται.

Όμως όλα γίνονται. Το είδα στις φίλες μου, σε πρώην συναδέλφους, σε μένα. Ενώ ξέρουμε και επαναλαμβάνουμε πως όλα είναι στα δικά μας χέρια, συνήθως αφηνόμαστε. Καμία κοινωνική καταξίωση δεν έρχεται με την καταπίεση και το “υπομένω”. Δεν θα ‘ναι εύκολα, αλλά δεν θα ναι δυσκολότερα. Θα υπάρχουν βράδια που θα στριφογυρνάς στο κρεβάτι σου, θα μετράς τα λεφτά και δε θα βγαίνουν. Το επόμενο πρωί όμως θα σου έρχεται μια ανάμνηση, μια εικόνα από σένα σε ένα γραφείο να κάνεις refresh τις σελίδες και θα λες, όχι άλλο. Ένας καφές στο κέντρο στις 11 μιας καθημερινής, το να ανοίγεις τον υπολογιστή σου για να δουλέψεις αυτά που θες εσύ, το να μπορείς να χαζολογήσεις αν σήμερα δεν συγκεντρώνεσαι, θα σου θυμίζουν πως έτσι δεν υπομένεις απλά, έτσι σου αρέσει. Μια καινούρια αίσθηση ελευθερίας. Η ελευθερία του να φέρνεις τις αλλαγές που χρειάζονται, να ακολουθείς αυτό που φαντάστηκες πως θες να είσαι και όχι αυτό που σου φόρεσαν με το ζόρι οι προηγούμενοι από σένα. Η ελευθερία του να ορίζεις τη ζωή σου, τις κινήσεις σου, τις επιλογές σου. Η ελευθερία του να εκπροσωπείς τον εαυτό σου και μόνο αυτόν.

 

πηγή:   http://enfo.gr/ar1610