H άφιξη

Θες να γνωρίσεις τον κόσμο και να τον καταλάβεις; Παρατήρησέ τον. Άρχισε να βλέπεις αντιδράσεις και πλάσε για κάθε μία από αυτές μία ιστορία. Μην χάνεις την ευκαιρία να μαζέψεις τέτοιες αντιδράσεις στο σακκούλι σου όταν βρεθείς σε κόμβους συνάντησης ανθρώπων. Ένας τέτοιος είναι για παράδειγμα η αίθουσα αφίξεων σε ένα αεροδρόμιο.

Εκεί, περιμένοντας τον δικό σου άνθρωπο, βλέπεις την πόρτα να ανοιγοκλείνει και από μέσα να βγαίνουν όλες οι φυλές του κόσμου. Όλοι οι τύποι ανθρώπων. Και μαζί τους όλες οι ιστορίες που κουβαλάνε στις αποσκευές τους.

14-βασικά-tips-για-την-άφιξή-σας-στο-αεροδρόμιο-πριν-από-ένα-ταξίδι.jpg

Βγαίνουν πρώτοι, πιο βιαστικοί οι επιχειρηματίες και τα στελέχη. Με το κινητό στο χέρι κάνουν τον απολογισμό του business trip τους. Με μία τσάντα στο χέρι φεύγουν γρήγορα βιαστικοί, σπάνια τους περιμένει κάποιος. Το αυτοκίνητο είναι στο parking ή θα πάρουν ένα ταξί να πάνε σπίτι. Ευτυχώς το εξοδολόγιο της εταιρείας τα καλύπτει κάτι τέτοια.

Μετά εμφανίζονται οι “εκτάκτως” ταξιδεύοντες. Κι αυτοί συνήθως με κινητό στο χέρι να μάθουν τα νέα που έχασαν στη διάρκεια της πτήσης. Καλά ή κακά. Άλλοι περπατούν ανάλαφροι, έχουν έρθει για γεννητούρια, ψάχνοντας να βρουν το λουλουδάδικο ή το ζαχαροπλαστείο, μην πάνε με άδεια τα χέρια να ευχηθούν. Άλλοι πάλι συνοφρυωμένοι και με πιο βαρύ το βήμα τους. Μιλάνε με γιατρούς ή συγγενείς και προχωρούν σκεπτικοί και προβληματισμένοι χωρίς να κοιτούν τίποτα γύρω τους.

Αν είσαι “τυχερός” μπορεί να πετύχεις και κάποιον γνωστό ή “σημαίνοντα” που εμφανίζεται πάντα με αέρα και χαμόγελο και κοιτάζει να δει αν τον αναγνωρίζουν και πώς αντιδρούν οι γύρω. Όσο πιο “σημαίνοντας” είναι τόσο μεγαλώνει η κουστωδία του, με “φύλακες-άγγελους” με σκούρα ρούχα, hands free και πάντα το περίφημο τσαντάκι-μπανάνα στη μέση.

Μετά υπάρχει ένα κενό για λίγο. Όσοι είχαν λίγα πράγματα, στο χέρι τα έχουν πάρει και έχουν προχωρήσει. Μένουν όσοι περιμένουν το φορτίο τους.

balitses-aerodromio

Οι τουρίστες για παράδειγμά. Μακράν οι πιο θορυβώδεις και χαλαροί. Με εκδρομικό ντύσιμο και διάθεση μεγάλη, ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, σε ένα χώρο όπου όλοι οι υπόλοιποι βρίσκονται διαδικαστικά. Εκείνοι είτε ξεκινούν μία νέα εμπειρία με ανυπομονησία, είτε επιστρέφουν από κάποια, με βαλίτσες γεμάτες παραστάσεις και ανάσες για την καθημερινότητα.

Πολλές φορές έξω είναι γι αυτούς και οι γνωστοί τύποι με το ταμπελάκι στο χέρι που αναζητά τον Mr & Ms Smith. Ενίοτε βέβαια ξεγελούν αυτά τα ταμπελάκια. Δεν είναι πάντα για τουρίστες αλλά και για στελέχη που έρχονται για επαγγελματικό ταξίδι. Αλλά κι αυτό μία μορφή τουρισμού δεν είναι;

Ακολουθούν οι φοιτητές. Άλλοι πιο μακρινοί, άλλοι κοντινότεροι. Με μία μεγάλη βαλίτσα γεμάτη τάπερ και άπλυτα ρούχα ενίοτε, δώρο για τη μαμά. Απέξω περιμένει ο μπαμπάς συγκινημένος που σε υποδέχεται πάντα (ακόμα και αιώνιος φοιτητής να είσαι) με συγκίνηση κι αμηχανία, με τη φράση- σήμα κατατεθέν “έλα πάμε, περιμένει η μάνα σου σπίτι να φάμε. Σου έχει φτιάξει … (βάλε όποιο φαί προτιμάς)”! Σε περίπτωση που συνοδεύτεται από γιαγιά, μαμά κλπ φυσικά θα ακούσεις και το περίφημο “καλέ πως αδυνάτισες” ακόμα κι αν κανένα ρούχο, δε κουμπώνει πια!

Τελευταίος θα βγει ο συγγενής. Ο γονιός, η γιαγιά ή ο θείος που έχουν έρθει για επίσκεψη και δουλειά μαζί. Αργούν γιατί έχουν πάντα 1-2 τσάντες με καλούδια στις αποσκευές. Συνήθως έχουν και το μεγαλύτερο κοινό να τους περίμένει. Ευτυχώς δηλαδή γιατί κάποιος πρέπει να τους βοηθήσει με τόσα πράγματα που κουβάλησαν πάλι!

83Aplg8ejBcFgx6hiP16.jpg

Υπάρχουν και οι πιο εντυπωσιακές αφίξεις βέβαια. Μπορεί να συμπέσει ο δικός σου να ταξιδεύει μαζί με την “ομαδάρα” που “τους πάτησε” και μαζί με εσένα να περιμένουν οπαδοί που φωνάζουν συνθήματα και ξέρουν τους παίκτες με το μικρό τους όνομα. Ή και με “τα παλτά” που πάλι “έφαγαν τα μπαλάκια τους και μας ξεφτίλισαν” και έτσι περιμένεις με οπαδούς που μιλάνε άπταιστα τα γαλλικά και υποδέχονται ομάδες που οι παίκτες τους λέγονται όλοι “μαλάκας” (και βάλε). Ή με οπαδούς κάποιου σελέμπριτι που μόλις απέδρασε από το Survivor και είναι εκεί όλα τα κανάλια για μία δήλωση του. Θα συμβούν κι αυτά!

DANOS

The storyteller: Το μανιφέστο μου

O Πλάτων έλεγε ότι εκείνοι που λένε τις ιστορίες, ελέγχουν την κοινωνία. Κι εγώ τον πιστεύω. Άλλωστε ο μικρός μου γιος Πλάτων είναι, κάτι θα ξέρω παραπάνω…

4

Καλώς ή κακώς, στη ζωή αυτή, δεν αρκεί να έχεις κάτι να πεις ή να έχεις ιδέες καλές. Χρειάζεται να ξέρεις και πώς να τις πεις για να πείσεις ή ακόμα και για να ενθουσιάσεις και να παρασύρεις. Το σύγχρονο marketing άλλωστε είναι δομημένο γύρω από αυτό. Απλά με τα χρόνια αλλάζουν οι τρόποι. Στις λέξεις προστέθηκε η φωτογραφία και η μουσική. Μετά μπήκε και το video και κάθε μέρα κάτι ακόμα έρχεται να εμπλουτίσει τις ιστορίες που διηγούμαστε.

3

Πώς καταλήξαμε να κρεμόμαστε στο storytelling. Στο περίφημο “αφήγημα” για όσους ασχολούμαστε (και) με την πολιτική επικοινωνία. Γιατί τελικά αυτό έχει τη δύναμη να ενώσει τη λογική και τα επιχειρήματα με το συναίσθημα. Η απλή αναπαραγωγή ιδεών ή επιχειρημάτων απαιτεί ένα κοινό που θα έχει έρθει εκ των προτέρων αποφασισμένο να ακούσει προσεκτικά. Σήμερα ζούμε όμως την εποχή της καχυποψίας αλλά και της υπερβολικής ταχύτητας της πληροφορίας. Σε βαθμό ανεξέλεγκτο. Το να πεις μία ιστορία είναι στην ουσία ένας τρόπος αυτή την τρέλα και να πεις στον άλλο, “έλα κάτσε να σου πω μία ιστορία“. Όπως όταν έχει έρθει η ώρα ένα παιδί που παίζει όλη την ημέρα να μπει πια σε mode ύπνου, του λες ένα παραμυθάκι. Τον καλείς να κόψει ρυθμό, να ξεχαστεί για λίγα λεπτά και να σε ακούσει. Αν έχεις κάτι ενδιαφέρον να πεις και τον σωστό τρόπο να το μεταφέρεις είναι πολύ πιθανό να στον προσφέρει αυτό το χρόνο. Λίγα λεπτά θα είναι πιθανόν, αλλά συνήθως αρκούν.

Ο καθένας έχει τις ιστορίες του. Όλοι έχουμε ιστορίες να πούμε. Ακόμα και η απάντηση στην ερώτηση “Πώς πήγε σήμερα το σχολείο” στο παιδί σου, οδηγεί σε μία ιστορία. Σίγουρα κάποιες έχουν περισσότερο ενδιαφέρον. Κάποιες ίσως λιγότερο. Υπάρχει όμως σοβαρή περίπτωση, αν βρεις τον τρόπο να την πεις να εντυπωσιάσεις με μία ιστορία από τη δεύτερη κατηγορία.

Η επιχειρηματολογία είναι storytelling. Η ανάλυση των πραγμάτων είναι storytelling. Η περιγραφή ενός αγώνα ποδοσφαίρου είναι storytelling. Η συνέντευξη για δουλειά, είναι storytelling. Ένα τραγούδι είναι storytelling.  Άλλοι μπορεί να το πουν χρονογράφημα, άλλοι διήγηση, άλλοι φωτογραφικό κολάζ ή video, άλλοι αφήγημα κι άλλοι, πιο τεχνοκράτες, παρουσίαση.

Και μας κάνει και καλό να μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας. Να αφηγούμαστε όσα σκεφτόμαστε αλλά και να καθόμαστε να ακούσουμε τι έχουν και οι άλλοι να μας πουν.  Αυτό είναι το δικό μου μανιφέστο. 

Μπαμπά, θα μου πεις μια ιστορία;

Κείμενό μου για το Superdad.gr:

Aπό μικρός συνηθίζω (το κάνω ακόμα γι αυτό και βάζω ενεστώτα) να πλάθω στη φαντασία μου ιστορίες. Και να της διηγούμαι- κυρίως στον εαυτό μου- με διάφορους τρόπους, γραπτά, νοερά ακόμα και μουσικά. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, από τις ιστορίες αυτές είναι εντελώς ρεαλιστικές κι έχουν σαν δεξαμενή τα ερεθίσματα που από μικρός είχα. Είτε από όσα άκουγα από τους γονείς, τους φίλους και τους γνωστούς είτε και ακόμα από την οικογενειακή εφημερίδα, τα βιβλία που διάβαζα, μουσικές που ανακάλυπτα ή και όσα παρατηρούσα να συμβαίνουν γύρω μου.

Προφανώς δεν είμαι εδώ και καιρό πια μικρός. Συνεχίζω όμως να φτιάχνω, να ψάχνω και να προσπαθώ να ακούσω ή να διηγηθώ ιστορίες. Οι ιστορίες μου χωρίζονται τελικά σε δύο βασικά είδη. Εκείνες που έφτιαξα μέσα από όσα έζησα και παρατήρησα. Κι εκείνες που έφτιαξα από τα ακούσματα και τις πληροφορίες των μεγαλύτερων.

Η πρώτη κατηγορία είναι απείρως πιο ρεαλιστική. Ουσιαστικά είναι μια προσπάθειά μου, η φαντασία μου να περιτυλίγει και να περιγράφει με μεγαλύτερη παρατηρητικότητα την πραγματικότητα. Και είναι αρκετά συναισθηματικές, μιας και προσεγγίζουν το τώρα με τη δική μου οπτική και με τη γεύση που σε εμένα αφήνουν όσα ζούμε. Που μιλούν για την καθημερινή μάχη για την επιβίωση. Για την κοινωνικό-πολιτική παράνοια μέσα στην οποία ζούμε. Για μικρές καθημερινές ιστορίες ανθρώπων όπως εμείς, που όμως για εκείνους η ιστορία αυτή είναι πιθανόν καθοριστικής σημασίας. Για το μόνιμα ερωτήματα στο μυαλό των 30αρηδων, «μένω ή φεύγω από τη χώρα», «να κάνω οικογένεια», «φεύγω από το πατρικό επιτέλους», «είμαι καλός πατέρας τελικά».

Η δεύτερη κατηγορία όμως είναι πολύ πιο συναρπαστική και εντυπωσιακή. Έχω στο μυαλό μου ιστορίες από μέρη και ανθρώπους που ποτέ ο ίδιος δεν έζησα. Διηγήσεις για ανθρώπους θαυμαστούς, με προσωπικότητες που εντυπωσιάζουν. Με τρόπο σκέψης αλλά και πορεία που σου εξάπτουν τη φαντασία. Ιστορίες που έχουν μυρωδιά μιας άλλης εποχής. Αλλά και ιστορίες δεκαετιών που μοιάζουν να έγιναν χθες.

Περιγραφές της ζωής ανθρώπων που πέτυχαν και άλλαξαν τα πράγματα, όπως ο Νέλσον Μαντέλα και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ ή ο Τσε. Ακόμα- ακόμα κι ο Στιβ Τζομπς. Ανθρώπων που άφησαν το στίγμα τους για πάντα σαν τον Καζαντζάκη, τον Μαρξ ή τον Χατζιδάκι. Που σε κάνουν να θαυμάζεις και να αντιλαμβάνεσαι πώς εξελίσσεται η ανθρωπότητα.

Αλλά και ανθρώπων με τρομερό ταλέντο που αυτοκαταστράφηκαν όπως ο Σιδηρόπουλος κι ο Άσιμος ή ο Μπεστ κι ο Μαραντόνα. Ή δεν κατέληξαν έτσι όπως θα περίμενε κανείς, θυμίζοντας σε όλους ότι η ευτυχία δεν κατακτιέται εύκολα όσο πετυχημένος ή δοξασμένος είσαι όπως του Μπίλι Μπο και της Μαρίας Κάλλας.

Ανθρώπους που σε μαγεύουν από το πρώτο λεπτό όπως ο Έλβις ή οι Μπιτλς. Αλλά και ιστορίες που σε μελαγχολούν σαν της Μάνστεστερ των Μπέμπηδων του αεροπορικού δυστυχήματος ή του Χατζηπαναγή και της Εθνικής Ελλάδας που σε βάζουν να σκεφτείς «πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα τώρα;».
Αυτό το ταξίδι μέσα από τις ιστορίες και τις διηγήσεις, το αγαπάω πολύ. Και είναι από τα λίγα πράγματα που θα επιδιώξω να μεταδώσω στο παιδί μου. Να του πω τις ιστορίες μου. Και να του δείξω «πως το κάνω». Δε με νοιάζει καθόλου αν θα του αρέσουν οι ιστορίες μου όπως εγώ της έχω φτιάξει. Ούτε και θα θιχτώ αν αποφασίσει να τις αλλάξει. Και πολύ θα μου αρέσει αν ανακαλύψει άλλες, διαφορετικές από τις δικές μου και τους δικούς του «ήρωες».

Σκεπτόμενος όλα αυτά και προσπαθώντας να αποδείξω πώς από γενιά σε γενιά μεταφέρεται το storytelling (έτσι το λέμε στην Κρήτη), παλιότερα με τις ιστορίες δίπλα στο τζάκι, πλέον ακόμα και μέσα από το internet και το youtube, έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν η δική μου γενιά έχει δημιουργήσει ή τέλοσπάντων θα προλάβει να φτιάξει ικανό αριθμό ηρώων, ιστοριών και αφηγημάτων για να μεταφέρει ή θα «καθαρίσουν» πάλι οι παλιές οι καραβάνες. Αλλά αυτό είναι μια άλλη- μεγάλη, σύνθετη και ίσως πικραμένη- συζήτηση. Προς το παρόν στόχος μου είναι να σας διηγηθώ την ιστορία για τις…ιστορίες μου και να σας το προτείνω, συνάδελφοι superdads ως ένα καλό μάθημα πατρικό.

Να τους λέμε ιστορίες λοιπόν. Και να τους σπρώχνουμε να φτιάξουν και τις δικές τους. Και εντωμεταξύ ας κάνουμε μια προσπάθεια να «φτιάξουμε ιστορία» κι εμείς ως γενιά.