Η Εθνική Ομάδα ως “βιτρίνα” του ελληνικού ποδοσφαίρου

Ξαφνικά μου ήρθε η όρεξη να μιλήσω για μπάλα. Βασικά αυτή την όρεξη για μπάλα την έχω πάντα. Πρώτα και κυρίως να παίζω. Και μετά να μιλάω. Για μπάλα όμως και ποδόσφαιρο. Όχι για τα υπόλοιπα. Κι εδώ στην Ελλάδα μιλάμε κυρίως για τα υπόλοιπα. Και μιλάνε- ή έστω ακούγονται περισσότερο- εκείνοι που δεν γνωρίζουν και πολλά (βέβαια έχουν όλο το δικαίωμα).  Και κάπως έτσι έχουμε καταλήξει σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα “ελληνικό ποδόσφαιρο”.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά με αφορμή την Εθνική ομάδα. Είχα γράψει στο παρελθόν ότι η Εθνική μας την περίοδο 2003-2014 δεν ήταν η βιτρίνα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ήταν ένα θαύμα, μια απροσδόκητη και εκτός πραγματικότητας επιτυχία. Εξηγήσιμη ασφαλώς. Και με συγκεκριμένους ανθρώπους στους οποίους οφείλεται. Η σημερινή Εθνική ομάδα είναι όντως η βιτρίνα του ελληνικού ποδοσφαίρου. Και για να είμαι εντελώς σαφής, δε μιλώ τόσο για την ποιότητα του υλικού, των ελλήνων ποδοσφαιριστών. Σε όλες τις χώρες ανά 5ετία- 7ετία αλλάζει ο κορμός κι έχει αυξομειώσεις. Οι “καλές” εθνικές όμως διατηρούνται σε ένα minimoum επίπεδο έστω. Δε μας φταίει ότι “δεν έχουν προσωπικότητες όπως ο Ζαγοράκης κι ο Δέλλας”. Άλλα μας φταίνε. Και το ξέρουμε όλοι μας καλά.

Βλέποντας το ματς της εθνικής και παράλληλα τα άλλα αποτελέσματα, συνειδητοποίησα ότι η Πορτογαλία του Σάντος έκανε το απόλυτο. Με 1-0 στα πιο πολλά ματς. Ναι με 1-0. Πάει όμως στη Γαλλία. Κι εμείς λίγο πολύ έτσι δεν πηγαίναμε; Θυμήθηκα τη μουντιαλική γκρίνια μετά το ματς με την Κολομβία. “Που πάμε με Κατσουράνη” και “να μην παίξει στο επόμενο”. Και “τι τους θέλει τώρα αυτούς”. Και “γιατί παίζει τόσο αμυντικά” και άλλες ιστορίες ατελείωτης προπονητικής της εξέδρας και γκρίνιας.

???  *** GOAL ***

Με θυμάμαι να αντιμετωπίζομαι ως εξωγήινος όταν έλεγα ότι η Κολομβία είναι μια από τις καλές ομάδες, top επιπέδου και καλά έκανε και δεν μας έβγαλε μπροστά γιατί θα είχαμε θέμα. Το κατάλαβαν όλοι στη συνέχεια της διοργάνωσης. Θυμάμαι επίσης την απορία ή πιο σωστά την αποδοκιμασία στο βλέμμα όσων με άκουγαν να λέω ότι “δεν έχουμε καλύτερο του Κατσουράνη για το συγκεκριμένο ρόλο”. Ούτε και του Καραγκούνη. Κι ότι ο Γκέκας είναι χρήσιμος για ένα προπονητή. Κι ότι τέλοσπάντων έχουμε ένα προπονητή υψηλού επιπέδου που μας κρατάει σε υψηλό επίπεδο κόντρα στα βαρίδια του πραγματικού ποδοσφαίρου στη χώρα (τα οποία ήδη είχαν αρχίσει να τρυπώνουν στα αποδυτήρια).

Φαντάζομαι σήμερα δεν έχει καν νόημα να πω “σας τα έλεγα”. Μη λέμε τα αυταπόδεικτα. Το θαύμα του EURO 2004 και των μεγάλων διοργανώσεων και των παρά ένα πέναλτι 8 του Μουντιάλ δεν ήταν προϊόν της καλής δουλειάς στο ποδόσφαιρό μας. Ήταν προϊόν της απομόνωσης της Εθνικής από όλο το υπόλοιπο ποδοσφαιρικό οικοσύστημα. Σήμερα η Εθνική έχει ενταχθεί σε αυτό το οικοσύστημα. Κι αυτό ΑΚΡΙΒΩΣ είναι το πρόβλημα.

Άρα την λύση την ξέρουμε (και) σε αυτό τον τομέα. Πάλι είναι θέμα βούλησης. Ή πιο σωστά είναι θέμα μη βούλησης. Ξα μας* λέμε στην Κρήτη!

Προς το παρόν με τσ’ υγείες μας (που επίσης λέμε στην Κρήτη) και περαστικά μας!

*Ξα μας= Στην εξουσία μας (στην κρίση μας, στο χέρι μας σε ελεύθερη μετάφραση)

Eθνική Ομάδα: το όπιο του λαού

Κόμματα (παλιά, νέα, υπό εξαφάνιση ή χορηγούμενα), κανάλια και δημοσκόποι απ’ όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση το 2012, επαναφέρουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα την καραμέλα της εθνικής συνεννόησης, της κυβέρνησης εθνικής ενότητας και της κυβέρνησης ειδικού σκοπού. Κοινός παρονομαστής είναι να μην είναι μόνοι τους οι ΣΥΡΙΖΑίοι να αλωνίζουν, αλλά αντίθετα να εκπροσωπείται και το παλιό πολιτικό σύστημα και οι ελίτ που το στηρίζουν.

Ένας άλλος όρος, την πατρότητα του οποίου έχει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Α’, κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, είναι και η “εθνική ομάδα” που μας θυμίζει εποχές εθνικής παλιγγενεσίας Euro 2004 και έχει θετικό φορτίο στα αυτιά του μέσου έλληνα. Την ιδέα υιοθέτησε και ο Σταύρος Θεοδωράκης που έχει επίσης δηλώσει μπαλαντέρ για όλες τις κυβερνήσεις. Για να υπάρχει εθνική ομάδα πρέπει όλοι να κλωτσάνε προς την ίδια κατεύθυνση τη μπάλα. Τι να κάνουμε, όμως, που στην κατεύθυνση δεν υπάρχει συμφωνία και η διαφωνία είναι βαθύτατη, πολιτική και στρατηγική.

To κόνσεπτ είναι να μαζευτούμε όλοι ήσυχα, ήρεμα και μονιασμένα να συζητήσουμε για το καλό της χώρας, λες και το καλό της χώρας είναι μονομπλόκ, λες και ο άνεργος έχει τα ίδια συμφέροντα με τον εφοπλιστή ή ο τοκογλύφος με τον άνθρωπο που του πάει τη βέρα του επειδή δεν έχει μαντήλι να κλάψει. Τι τους ενοποιεί όλους αυτούς, το “ελληνικό αίμα”, το “ελληνικό dna”, ή το ότι είναι “χριστιανοί ορθόδοξοι”;

Καλούν τον ΣΥΡΙΖΑ να βάλει μυαλό, να ωριμάσει, να συνέλθει, να αποβάλει το -φτου κακά!- κομμουνιστικό παρελθόν με το οποίο έφτασε ως εδώ, για να γίνει ένα κόμμα σαν όλα τα άλλα, “κανονικό”, που θα επιδείξει σοβαρότητα και σύνεση για να ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα… Κι εκεί είναι το κλειδί, “κι αυτοί καλύτερα”.

Τα 5 χρόνια των Μνημονίων, ενώ η ανεργία ξεπέρασε το 25% και πάνω από 4 στους 10 έλληνες βρίσκονται στο όριο της φτώχειας και κάτω από αυτό, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, 505 Έλληνες το 2013 -εν μέσω κρίσης- είχαν περιουσιακά στοιχεία ίσα με το 30% του ελληνικού ΑΕΠ. Μάλιστα, μέσα σε έναν χρόνο η περιουσία τους αυξήθηκε σε αξία ίση με το 4,7% του ελληνικού ΑΕΠ. Για το 2014, οι δισεκατομμυριούχοι στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά δύο από το 2013, με αύξηση της συνολικής τους περιουσίας κατά 12,5%.*

Κι αυτοί καλύτερα λοιπόν. Μάλιστα, η εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, βαφτίζεται από την -κατευθυνόμενη- κοινή γνώμη ως “συνετή στάση”. Όταν όμως ο ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των άλλων, των φτωχών, βαφτίζεται “μονομερής ενέργεια που θα μας βγάλει από το ευρώ”.

Κοντά σ’ αυτήν την ομάδα των υπερπλουσίων υπάρχει κι ένα στρώμα μερικών χιλιάδων ανθρώπων, μεγαλογιατρών, μεγαλοδικηγόρων, μεγαλοδημοσιογράφων, στελεχών τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων, που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο κατορθώνουν να μην πληρώνουν φόρους ή να πληρώνουν πολύ λιγότερους από αυτούς που τους αναλογούν σύμφωνα με το δίκιο αλλά και με την συνταγματική επιταγή. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι αρκετά ευκατάστατοι ώστε η συμμετοχή τους, ακόμα και αυξημένη, στα δημόσια βάρη δεν θα επέφερε σημαντική αρνητική μεταβολή στον τρόπο της ζωής τους. Δεν κινδυνεύουν να μείνουν άστεγοι, με κρύα σπίτια, ή ανασφάλιστοι, ή να μείνουν τα παιδιά τους χωρίς φροντιστήρια.

Το εθνικό συμφέρον λοιπόν δεν είναι εθνικό. Τόσα χρόνια ο Σαμαράς και πριν από αυτόν ο Παπαδήμος και πριν από αυτόν ο ΓΑΠ, στο όνομα του εθνικού συμφέροντος λεηλάτησαν στοχευμένα όλους όσοι δεν ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες, δηλαδή τους φτωχούς και μικρομεσαίους. Φρόντισαν, μάλιστα, να τους πείσουν ότι αυτοί ευθύνονται για την κρίση και ότι πληρώνουν δίκαια τα σπασμένα. Βασικό επιχείρημα το τζιπ που πήρε ο αγρότης από την επιδότηση και το επίδομα πλυσίματος χεριών του δημοσίου υπαλλήλου το οποίο προφανώς παραχωρήθηκε από κάποιον συριζαίο υπουργό, τη θητεία του οποίου δεν πήραμε χαμπάρι. Για όσα δεν φταίνε οι Έλληνες φτωχοί, ξέρετε, φταίνε οι ξένοι φτωχοί, οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί, οι εργάτες στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας, αυτοί που σκάβανε για τους Ολυμπιακούς αγώνες, οι πωλητές πειρατικών cd κ.λπ. κ.λπ…

Όλες αυτές οι θυσίες, ξέρετε, έγιναν “για την πατρίδα”. Πατρίδα όμως χωρίς ανθρώπους δεν υπάρχει. Επίσης, όλοι αυτοί οι υπερπατριώτες δεν έχουν κανένα πρόβλημα να την πουλάνε κοψοχρονιά σε Έλληνες και ξένους, αλλά κυρίως στους κολλητούς τους.

Για όλους αυτούς τους λόγους, εθνική ομάδα δεν μπορεί να υπάρξει με τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται από τους αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε οι διαπραγματεύσεις και η πολιτική γίνονται με βάση πολιτικά σχέδια και ταξικές μεροληψίες και όχι από “αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα”. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σαφής: η διαπραγμάτευση θα γίνει από αυτούς που μπορούν να εξασφαλίσουν ότι την κρίση θα πληρώσουν οι πλούσιοι και όχι οι φτωχοί.

*Σύμφωνα με την έκθεση Wealth- X της Ubs και Wealth-X & UBS Billionaire Census 2014

** Η Αναστασία Γιάμαλη είναι δημοσιογράφος στην «Αυγή».

Πηγή: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.politiki&id=38870

Στο Μουντιάλ είμαι…με όλους

Ένα πολύ ενδιαφέρον και βαθιά ποδοσφαιρικό κείμενο για το Μουντιάλ που ξεκινάει σήμερα. Διαφωνώ ΜΟΝΟ στο υστερόγραφο. Η Εθνική ομάδα είναι η βιτρίνα ενός ποδοσφαίρου σάπιου. Μια βιτρίνα παντελώς άσχετη με το εσωτερικό του. Ναι δεν παίζει σπουδαία μπάλα, αλλά έχει μάθει να επιβιώνει όχι με γιούργια και κορώνες αλλά με σύστημα και επιμονή. Είναι χρήσιμο παράδειγμα. Το κείμενο λοιπόν για να μπαίνουμε σιγά σιγα σε ρυθμούς:

mundial 2014

Αγαπώ το ποδόσφαιρο κυριολεκτικά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Με μια μπάλα στον κήπο της γιαγιάς να ανταλλάζω πάσες με τον πατέρα μου. Και αργότερα να ακολουθώ τον θείο μου στις προπονήσεις της Ομόνοιας, να κάθομαι με τους παίκτες στον πάγκο. Δεν είχα πολλές επιλογές. Όλη μου η οικογένεια υποστήριζε φανατικά την Ομόνοια και επομένως η υποστήριξη στο τριφύλλι ήταν αυτονόητη. Μεγαλώνοντας κατάλαβα και γιατί. Ομάδα της Αριστεράς, με έντονες κοινωνικές αναφορές τόσο κατά τη δημιουργία της όσο και στην πορεία της, ομάδα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων και υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Τουρκοκύπριους. Αν είχα επιλογή πάλι Ομόνοια θα ήμουν.

Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε «σώνει και ντε» να διαλέξω εθνική κάθε τέσσερα χρόνια. Το πρώτο Μουντιάλ που θυμάμαι ήταν αυτό της Ιταλίας το 1990. Όλοι διάλεγαν και μια ομάδα. Ο ένας την Ολλανδία, ο άλλος την Αργεντινή, ο τρίτος την Ιταλία και όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου τη Βραζιλία. Εγώ έγινα Γιουγκοσλαβία. Σε αυτό του 1994 ερωτεύτηκα τη Βραζιλία. Το 1998 απλά παρακολούθησα τα παιχνίδια, το 2002 γοητεύτηκα από την Τουρκία, τέσσερα χρόνια μετά από την Πορτογαλία και το 2010 δεν θα μπορούσα να μην υποκλιθώ στην Ισπανία.

Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα να υποστηρίζεις σταθερά συγκεκριμένη ομάδα στο Μουντιάλ. Η παγκοσμιοποίηση του ποδοσφαίρου έχει κάνει τις εθνικές ομάδες τόσο όμοιες που ελάχιστες διατηρούν το δικό τους στυλ. Η Βραζιλία εξευρωπαΐστηκε, η Αργεντινή χάνει τη σκληράδα της για χάριν του μεγαλείου του Μέσι, οι Άγγλοι έχουν αφήσει καιρό τώρα τις σέντρες και το ψηλό παιχνίδι, οι Ισπανοί αφού δίδαξαν τον κόσμο το τίκι-τάκα προσπαθούν να εφεύρουν νέα πράγματα, η Γερμανία έχει αλλάξει και έχει γίνει πιο θελκτική στα μάτια μου, η Ιταλία έχει αφήσει πίσω το κατενάτσιο και προσπαθεί να δημιουργήσει, η Ολλανδία αφήνει φέτος το κλασσικό 4-3-3 και το γυρνάει σε 5-3-2 γιατί δεν έχει τους κατάλληλους παίκτες για το σύστημα που υποτίθεται ότι λανσάρει εδώ και καμιά 25αριά χρόνια. Ακόμα και οι Αφρικανικές χώρες φέρνουν το παιχνίδι του τόσο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα που καμιά φορά καταλαβαίνεις ότι οι παίκτες νιώθουν να έχουν αφήσει την ταυτότητά του στα αποδυτήρια των ευρωπαϊκών ομάδων που αγωνίζονται.

Αν πάλι τα κριτήριά σου είναι πιο κοινωνικό – πολιτικά μάλλον έχεις ξεμείνει από ομάδες. Η ΕΣΣΔ δεν υπάρχει πια και μαζί της κατάρρευσαν όλες οι υπόλοιπες ανατολικές χώρες. Η Βενεζουέλα συνήθως δεν πάει στις τελικές φάσεις, η Κούβα προτιμά το μπέιζμπολ. Όσοι πάλι σκέφτονται τη Β.Κορέα θα πρέπει να ένιωσαν άσχημα στο προηγούμενο Μουντιάλ με την εικόνα της ομάδας αλλά και με όσα ακολούθησαν.

Πιστεύω ότι αν υποστηρίζεις σταθερά την ίδια ομάδα σε Μουντιάλ χάνεις τη μισή απόλαυση του τουρνουά. Πάντα εμφανίζεται μια χώρα που θα καταφέρει να σε κερδίσει με όσα κάνει. Πάντα υπάρχει ένας παίκτης που σε τρελαίνει, πάντα ένας προπονητής που γουστάρεις πολύ, πάντα κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες που σε ωθούν να υποστηρίξεις συγκεκριμένη χώρα. Στο Μουντιάλ του 1990 για παράδειγμα, οι «Γιούγκο» εκτός από μπαλάρα σε ενέπνεαν γιατί έβλεπαν χωρίς ίχνος κομπλεξισμού τους δυτικούς αντιπάλους τους. Δεν θα μπορούσες όμως να μην υποστηρίξεις και λίγο το Καμερούν του Ροζέ Μιλά και σίγουρα θα ήσουν με την Αργεντινή του Μαραντόνα που στον ημιτελικό με την Ιταλία δίχασε μια ολόκληρη χώρα προτρέποντας τους νότιους να στηρίξουν τη χώρα του καθώς οι βόρειοι τους καταπιέζουν μέσα στην ίδια την Ιταλία.

Στις ΗΠΑ το 1994 τρελάθηκες με τον μεγάλο Ρομπέρτο Μπάτζιο αλλά και με το δίδυμο της βραζιλιάνικης επίθεσης, Ρομάριο – Μπεμπέτο. Σίγουρα όμως για λίγο υποστήριξες την κλίκα της Βουλγαρίας και σκέφτηκες ότι όταν μείνεις φαλακρός θέλεις να μοιάσεις λίγο με τον μεγάλο Λέτσκοφ. Στήριξες για λίγο τη Ρουμανία του Χάτζι και σου άρεσε που είδες τη Σουηδία να κάνει την έκπληξη φτάνοντας στην τρίτη θέση.

Το 1998 δεν μπορεί να μην χάρηκες που ένας Αλγερινός έκανε τους Γάλλους να τον προσκυνούν, δεν γίνεται να μην πωρώθηκες με το γκολ του Μπέργκαμπ στο 89΄ του αγώνα με τους Αργεντίνους, δεν μπορεί να μην ταυτίστηκες λίγο με τους Κροάτες που έπαιξαν μπαλάρα και ήρθαν τρίτοι, δεν μπορεί, αν ήσουν Βραζιλία, να μην θύμωσες με όσα έγιναν στον τελικό με τους σπόνοσορες να πιέζουν τον Ρονάλντο να παίξει παρά την εμφανή του αδυναμία.

Τέσσερα χρόνια μετά, εκτός από το ξενέρωμα του αηδιαστικού σπρωξίματος της Ν.Κορέας, εκστασιάστηκες με τα «3 Ρ» της Βραζιλίας, χόρεψες κάποιες στιγμές στα γκολ της Σενεγάλης και όσο κι αν δεν το παραδέχεσαι πωρώθηκες με τους Τούρκους που μάσαγαν σίδερα και έφτασαν στα ημιτελικά. Αν ήσουν «Γάλλος» θύμωσες με τον απίστευτο διασυρμό της πρωταθλήτριας κόσμου που δεν κατάφερε να πετύχει ούτε γκολ.

Το 2006 ταυτίστηκες με τον Ζιντάν που έριξε τη κουτουλιά στον Ματεράτσι αλλά σίγουρα κάποιες στιγμές σε κέρδισε και η Ιταλία, σου άρεσε η ολοκληρωμένη ομάδα της Πορτογαλίας αλλά δεν μπορεί να μην εκτίμησες και τη προσπάθεια της Γερμανίας που έβαλε τότε τις βάσεις για μια νέα, δυναμική επανεμφάνιση στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα.

Όσο για το 2010; Ξεκίνησες υποστηρίζοντας Αργεντινή γιατί είχε στον πάγκο Μαραντόνα και στο χορτάρι Μέσι, σε «κέρδισε» η Γκάνα που έκανε εκπληκτικά παιχνίδια, την Ισπανία να είναι αχτύπητη αλλά και την Ολλανδία να κάνει ό,τι καλύτερο στον τελικό απέναντί της αλλά σίγουρα ήσουν για λίγο με την Ουρουγουάη που σε άφηνε άφωνο με τον απίστευτο συνδυασμό πάθους και τεχνικής και τον μεγάλο Ντιέγκο Φορλάν να σε καθηλώνει μπροστά από την οθόνη.

Από σήμερα λοιπόν, καθόμαστε μπροστά στις οθόνες μας, φωνάζουμε τους φίλους μας και αφηνόμαστε στη σαγήνη της στρογγυλής θεάς, μια σαγήνη που μόνο οι ποδοσφαιρόφιλοι μπορούν να καταλάβουν και δεν χρειάζεται να μπούμε σε καμιά διαδικασία να εξηγήσουμε το γιατί. Όποιος καταλαβαίνει, καλώς!

 

Υ.Γ. Όσο για αυτούς που υποστηρίζουν την Ελλάδα. Τι να πω; Ο καθένας με τα βίτσια του