Καραντίνα, τηλε-εργασία και οικογενειακές ιστορίες

Ξυπνάς το πρωί, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας.

Ξεκινάς δυναμικά, ξέρεις καλά ότι αυτά τα λίγα λεπτά θα είναι τα πιο παραγωγικά της ημέρας. Μόλις στείλεις τα πολύ πρωινά e-mails και δεις τις ενημερώσεις της ημέρας (όχι ότι δεν τις είχες δει από την προηγούμενη, αλλά λέμε τώρα…) ακούς την πρώτη φωνή από το βάθος.

«Μαμααααά, μπαμπααααά! Εεεεέλα»

Ξύπνησε ο μικρός (είναι σε κούνια με κάγκελα και δε μπορεί να ξεπορτίσει, ακόμα, μόνος του), αρχίσει στα αλήθεια το σημερινό πρόγραμμα.

Πας μέσα. Αν δει εσένα «θέλει τη μαμά». Αν πάει εκείνη «ο μπαμπάς που είναι;». Γκρινιάζει λίγο που πρέπει να αλλάξει, μετά γκρινιάζει λίγο που θα φάει πάλι αυτό το πρωινό, ρωτάει αν θα πάει σχολείο, γκρινιάζει που δε θα πάει (ενώ ως πριν από μία εβδομάδα γκρίνιαζε που θα πάει), κάνει γενικά ότι περνά από το χέρι του για να ξυπνήσει και το μεγάλο.

Σηκώνεται ο μεγάλος, ενώ εσύ έχεις μόλις πάρει τις πρώτες απαντήσεις από τη δουλειά. Πρώτη του δουλειά να τσακωθεί με το μικρό. Εθιμοτυπικά. Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί έτσι!

Τρώει κι εκείνος το πρώτο γεύμα της ημέρας. Το πρώτο από τα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα πάρα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα αμέτρητα γεύματα της ημέρας…

«Τώρα, όπως ξέρεις, είναι ώρα για διάβασμα. Έχουμε πει κάθε μέρα 2 ωρίτσες, ναι;». Κάθεται ευχαρίστως να διαβάσει τα μαθήματα που έχεις αυτοσχεδιάσει, από ότι έχεις καταλάβει στην τετράμηνη θητεία σου ως «γονιός Α Δημοτικού».

Κάθεσαι κι εσύ στον υπολογιστή, αφού βρεις μια λύση στο «θέλω κάτι να παίξω» του μικρού. Προτείνεις playmobil, paw patrol, lego και τελικά παίζει με το τηλεκοντρόλ, το φορτιστή του κινητού και το ξεσκονόπανο.

Με τα πολλά, πιάνεις ξανά τον υπολογιστή, τα κείμενα, τις παρουσιάσεις, τα exclelόφυλλα (μακριά από εμάς), τα e-mails και αρχίζουν να χτυπάνε τηλέφωνα. Εννοείται πώς σε κάθε τηλέφωνο ή απαιτητικό θέμα, θα έχεις παρεμβολές.

«Μπαμπά, εδώ τι πρέπει να κάνω;» ή «Μπαμπά, κοίτα που έξυσα το μολύβι μου» και άλλα πολύ σημαντικά που πρέπει να επιλύσεις προκειμένου να μη βρει πάτημα να σηκωθεί από την απασχόλησή του. Ακαριαία, θα πεταχτεί κι ο μικρός. «Μπαμπά, εγώ κοίτα που έξυσα το ξεσκονόπανο»… Να τον καμαρώσεις κι εκείνον λίγο, να μην τον καμαρώσεις;

Ξανακάθεσαι και σκάει τηλέφωνο από το Διευθυντή. Παίρνεις τη φωνή του στυγνού επαγγελματία, την ανάσα στελέχους και το σηκώνεις. Μιλάς με σοβαρότητα και τυπικά. Μέχρι να εμφανιστεί παιδί που θα θέλει κάτι να σου πει. Συνήθως κάτι να φάει. Αν τους κάνεις νοήματα, θα καταλήξουν να κλαίνε που δεν τους μιλάς. Αν τους μιλήσεις θα καταλήξουν να κλαίνε επειδή δεν είπες αυτό που θέλουν.

Όπως παριστάνεις ότι ακούς, πιάνεις μπουφάν και βγαίνεις μπαλκόνι. Συνεχίζεις το τηλεφώνημά σου, ελαφρώς παγωμένος. Σύντομα παρατηρείς στη μπαλκονόπορτα δύο φάτσες κολλημένες, κόκκινες από ζόρι, να σε ψάχνουν. Τέλοσπάντων το τηλεφώνημα φτάνει στο τέλος του, μπαίνεις μέσα και πρέπει να απολογηθείς. Δίνεις φαγητό, δίνεις λύσεις στο τι να κάνουν και ξαναπιάνεις δουλειά.

Έχει μεσημεριάσει όμως πια. Σκάνε τα πρώτα τηλέφωνα από το σόι.

«Τι κάνετε, τα παιδιά πώς είναι;»

«Ακούσατε αυτό που είπε το πρωί ο Παπαδάκης»

«Μου είπε η Σούλα από απέναντι»

Όπα όπα, για κάτσε…

«Μάνα, δεν είπαμε δε βγαίνεις έξω;»

«Και μέσα τι να κάνω όμως παιδί μου;»

Εξηγείς για 340840247η φορά το ποίημα. Μένουμεσπίτι, ευπαθείς ομάδες, διάδοση, καραντίνα κλπ κλπ. Εννοείται ότι το βραδάκι θα χρειαστεί να τα εξηγήσεις ξανά. Μία λύση είναι να τα ηχογραφήσεις μία φορά και να τα βάζεις 2 φορές την ημέρα να τελειώνουμε…

Επιστρέφεις στον υπολογιστή. Νέα e-mails, εκκρεμότητες να κλείνουν σιγά- σιγά, φτάσαμε απόγευμα. Τελικά πιο πολλές είναι υπερωρίες σπίτι παρά στο γραφείο. Πριν κλείσεις, λες ας δω τι νέα. Τι το ήθελες κι εσύ… Βομβαρδισμός από fake news, άγχος, ανασφάλεια και τρόμο με γερές δόσεις από σχολιασμό σοσιαλμιντιακό. Όλοι ειδικοί κι όλοι άσχετοι. Σε πιάνει μία ταχυπαλμία, το κλείνεις μπας και ηρεμήσεις (αστείο…).

Το απόγευμα, ραντεβού με τον κ. Τσίοδρα. Παλιά οι μεσήλικες και οι μεγάλοι άνθρωποι, συντονίζονταν να δουν τον Άγνωστο Πόλεμο ή τη Λάμψη. Εμείς της καραντίνας, συντονιζόμαστε στην ενημέρωση για τον ιό. Και μέρα παρά μέρα στο διάγγελμα του Πρωθυπουργού.

Μετά αρχίζουν τα μηνύματα στα viber και στα messenger.

«Τον είδες

«Πώς τα βλέπεις»

«Δύσκολα τα πράγματα»

Απαντάς στα πρώτα, σύντομα χάνεις την ηρεμία σου, λες άσε, θα τα κλείσω όλα να ασχοληθώ με τα παιδιά να ξεχαστώ. Πιάνεις το παιχνίδι λοιπόν. Βασικά αναλαμβάνεις διαιτητής του παιχνιδιού. Ανά 5’ συνεργασίας και ηρεμίας, μεσολαβούν άλλα 5’ πλακωμού.

Μέχρι που βραδιάζει, έρχεται η ώρα να ηρεμήσει το σπίτι. Επί κανονικότητας, αυτό ήταν κατά τις 9. Τώρα έχει μετακινηθεί προς τις 11 και αν… Η γυναίκα σου ανακάλυψε (μάλλον τελευταία) τις Άγριες Μέλισσες και βλέπει διπλό επεισόδιο, ποδόσφαιρο πια δεν έχει για να την κοντράρεις, κάθεσαι κι εσύ και βλέπεις. Συζητάτε στις διαφημίσεις ποιος θα έχει εξοδόχαρτο την επομένη για σούπερ μάρκετ, κρεοπώλη κλπ. Στο τέλος το παίζετε κορώνα- γράμματα. Πάλι μέσα αύριο!

Αράζεις και κοιμίζεις τα παιδιά, με συζήτηση και κανένα βιβλίο. Ή σε κοιμίζουν εκείνα, ανάλογα το κέφι… Μεταξυπνάς στον καναπέ, τα πας στα κρεββάτια τους, μαζεύεις παιχνίδια, ποτήρια, πιάτα κι ότι άλλο μπορεί να βρίσκεται στο σαλόνι (το ξεσκονόπανο ας πούμε), κλείνεις τα φώτα και πας για ύπνο κι επίσημα.

Το επόμενο πρωί, ξυπνάς, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας…

Αύριο, είναι μία άλλη, ίδια, μέρα!

Μαζεύει τα ποτήρια από το τραπέζι στο σαλόνι. Κλειδώνει και κλείνει τα φώτα. Το κρεββάτι τον περιμένει επιτέλους. Βάζει το κινητό να φορτίσει και ετοιμάζει το ξυπνητήρι. Πήγε 1:30 πάλι; Άσε, όχι 7, ας το βάλω 7:15 μωρέ, θα τρέξουμε λίγο παραπάνω και θα προλάβουμε.

6:35 ακούγεται διστακτικό κλάμα από το διπλανό δωμάτιο. Μπορεί να τσακώνεται με το πάπλωμα πάλι, περίμενε να δούμε. 

6:37 το κλάμα επανέρχεται, διστακτικό πάντα. Σίγουρα με το πάπλωμα μαλώνει.

6:41 το κλάμα πια γίνεται αποφασιστικό και γάργαρο. Σηκώνεται και βλέπει τον μικρό όρθιο στην κούνια να τον περιμένει ανυπόμονα. Τον παίρνει αγκαλιά, κάνει ότι δε βλέπει τις χειρονομίες που ζητούν σαν προορισμό την κουζίνα ή το σαλόνι και τον παίρνει μαζί στο κρεββάτι. Τα πρώτα δέκα λεπτά είναι δύσκολα μέχρι να τον πείσει ότι δεν ξυπνάμε ακόμα. Τα επόμενα δέκα είναι πιο απλά μέχρι να τον ξανακοιμήσει. Κοιμάται με το μωρό αγκαλιά, καθιστός στο κρεββάτι. 15 λεπτά μετά το ξυπνητήρι του θυμίζει τη χθεσινή τους συμφωνία…

Προσγειώνει ήρεμα τον μικρό δίπλα και ξυπνάει και τη γυναίκα του. Σήκω, πάει 7:30, θα αργήσουμε πάλι.

Πάει δίπλα για τον μεγάλο αυτή τη φορά.

Έλα σήκω, να πάμε σχολείο.

Γιατί;

Kάθε πρωί πάμε. Τι θες πρωινό;

Γιατί;

Για να φας.

Α! Ότι έχει.

Ωραία, ντύσου, πλύσου κι έλα.

Γιατί;

Προχωράει χωρίς άλλη εξήγηση. Φτιάχνει καφέ, φτιάχνει καφέ για τη δουλειά, παίρνει και τυρόπιτα στο ταπεράκι όσο η γυναίκα του παλεύει με τα τάπερ του σχολείου. Δεν πας να δεις γιατί αργεί;
Tον βρίσκει περίπου ξύπνιο και περίπου ντυμένο να κοιτάει τη ντουλάπα του δωματίου σα να είναι έκθεμα στο Λούβρο. Άντε, ντε μην αργήσουμε. Και μην πεις γιατί, γιατί πρέπει 8:15 να είσαι εκεί.
Τον βάζει να φάει πρωϊνό. Τελικά το μενού λέει γάλα με ψωμί και μέλι

Εγώ αυτό σας ζήτησα;

Δε ζήτησες κάτι συγκεκριμένο, μια χαρά ωραίο είναι! Πάω να ντυθώ και σε 5 λεπτά φεύγουμε!

Και φύγανε. Σε 10 λεπτά… Προσπαθεί να θυμηθεί που έχει παρκάρει. Χθες ήταν που έκανε τον κύκλο και το άφησε στον παρακάτω δρόμο; Όχι προχθές ήταν, χθες βρήκε στο δικό τους δρόμο… Πάμε και βλέπουμε.
Φτάνει σχολείο, αφήνει το παιδί, δίνει και τα λεφτά για την αυριανή εκδρομή στο θέατρο, μπαίνει στην καθημερινή κίνηση και φτάνει δουλειά. Με το γνωστό σασπενς του πού και πότε θα βρω να παρκάρω.

8:45. Ξεκινά το πολύωρο τετ-α-τετ με την οθόνη του υπολογιστή. Τα μάτια και ο αυχένας του παιρνούν αξέχαστα κάθε μέρα. Αλλά αφού έχει δουλειά, μη γκρινιάζει κιόλας. Οι συνάδελφοι τον ενημερώνουν για τις σημαντικές εξελίξεις που έχασε χθες βράδυ κυνηγώντας τα παιδιά. Έχασε ο Παναθηναϊκός από τη Λαμία λέει ο Χάρης, πάει ξεφούσκωσε κι αυτός!
Η Μαίρη έχει άλλα άγχη. Ο Τσιτσιπάς πόσο ήρθε, ξέρετε; Φοβερός!

Η μέρα συνεχίζεται, οι συνάδελφοι συζητούν για τις εξελίξεις στο Power of Love (;) και η δουλειά προχωρά (ή και όχι ενίοτε). Σύμφωνα με το ρεπορτάζ σπιτιού, ο μικρός έφαγε, έπαιξε, γκρίνιαξε, ξανάφαγε και κοιμήθηκε. Ο μεγάλος σχόλασε, έφαγε, γκρίνιαξε, το ξέχασε και σε περιμένει να τον πας για μπάλα. Πες του και είκοσι να είναι έτοιμος γιατί θα έρθω οριακά, θα έχει και κίνηση τέτοια ώρα! Ελπίζω να προλάβω να φάω.
Όντως και είκοσι είναι εκεί. Τρώει σε ρυθμό που κι ο ίδιος τρομάζει από την ταχύτητα ενώ παραλαμβάνει και τη λίστα σούπερμαρκετ για μετά.

Είκοσι λεπτά “ποιοτικού” χρόνου με το μεγάλο στο δρόμο για το γήπεδο. Τα νέα του σχολείου, συζήτηση για τη μπάλα κι ότι άλλο βάλει στην ατζέντα ο 5χρονος. Προσπαθεί να καταλάβει αν είναι όλα καλά σχολείο, αν έχει το παιδί κάποιο άγχος ή πρόβλημα χωρίς όμως να τον ρωτάει και να τον πιέζει. Και όπου μπορεί να του περάσει και κανένα μήνυμα χωρίς να κάνει κήρυγμα.

Φτάνει στο γήπεδο, ο μικρός μπαίνει χαρούμενος να παίξει για τις επόμενες δύο ώρες. Πάντα όταν τον βλέπει να τρέχει να μπει μέσα, θυμάται τον εαυτό του ανέμελο να παίζει μικρός. Πάνε αυτά! Αλλά έχει δύο ώρες τώρα μπροστά του, ευκαιρία να κάνει 1-2 τηλέφωνα για εκκρεμότητες. Να απαντήσει κι εκείνο το e-mail. Βασικά εκείνα τα e-mails. Να πει και καμία κουβέντα με κανένα άνθρωπο. Δηλαδή με κανένα γονιό. Δηλαδή για ιώσεις, δραστηριότητες, διάβασμα στο σχολείο, παιδικά πάρτυ διανθισμένα με σχόλια για το ματς που εντωμεταξύ διεξάγεται μπροστά τους. Πέρυσι ερχόταν κι ο μπαμπάς του Παναγιώτη που ταίριαζαν κι έλεγαν για καμία μπάλα, για συναυλίες και διακοπές. Φέτος έχει άλλη δουλειά και δεν προλαβαίνει. Τέλοσπάντων, δεν πειράζει και μόνο που παίρνει μυρωδιά από γήπεδο, καλά είναι!

7:15. Η προπόνηση τελειώνει. Ώρα να μαζευτούν για τις επόμενες δουλειές. Βάλε μπουφάν και κουκούλα και πάμε!

Γιατί;

 Γιατί είσαι ιδρωμένος κι έχει κρύο!

Α! Τι να φάω;

Έχει μπανάνα και χυμό.

Γιατί;

Φτάνει με τα πολλά και στο parking του σούπερμάρκετ, κέρμα, καρότσι και ξεκινάει η εβδομαδιαία διαδικασία. Πλέον το δίδυμο λειτουργεί με κλειστά μάτια και αυτοματισμούς. Ο μικρός φέρνει τα (αυστηρά βιολογικά) καρότα, κολοκύθια, ντοματίνια κλπ κι εκείνος τις μπανάνες. Ο μικρός φέρνει το γιαούρτι και το γάλα κι εκείνος τα απορρυπαντικά. Παρόλα αυτά πήγε 8:15 και η ουρά στο ταμείο είναι πάλι εκεί! Αν και το χειρότερό του είναι ο αγώνας δρόμου να προλάβει την κοπέλα στο ταμείο και να παραλάβει με μία σχετικά βολική σειρά τα πράγματα. Αφού συνέρθει από το σοκ του λογαριασμού που πάντα θα ξεπερνά τις προσδοκίες, φορτώνει και πάει για το σπίτι. Αν παρκάρει κοντά θα βολέψει και στο ξεφόρτωμα…

9:20. Σπίτι επιτέλους, τακτοποιεί το στοκ του σούπερμαρκετ ενώ παζαρεύει με το μεγάλο το μπάνιο και το βραδινό και παράλληλα παίζει με το μικρό που τον περίμενε όλη μέρα. Μετά πρέπει να παζαρέψει και με τους δύο το βραδινό τους ύπνο! Το δέκα λεπτά ακόμα πάει σύννεφο! Βέβαια τα τραβάει κι ο δικός του ο οργανισμός γιατί δεν τα χορταίνει…

22:30. Τα παιδιά (μοιάζει τουλάχιστον) να έχουν κοιμηθεί. Ευκαιρία να πει καμιά κουβέντα με τη γυναίκα του. Να δουν τι έχει το πρόγραμμα και τι έχουν χάσει όλη την ημέρα. Πλήρωσες τη ΔΕΗ; Παιδίατρο πότε έχουμε; Η Ελενίτσα έχει πάρτυ το Σάββατο το απόγευμα, μπορούμε εμείς, τι ώρα είναι ο αγώνας στο ποδόσφαιρο, πρωί; H θεία μπήκε στο νοσοκομείο, το αναπνευστικό της πάλι… Τελικά περνάνε οι Πρέσπες, είδες που στο είπα; Τρεις ήταν πάλι άρρωστοι με ίωση στο σχολείο όπως οι δικοί μας προ ημερών. Πρέπει επιτέλους να πάρεις ένα ζευγάρι παπούτσια για τη δουλειά. Με τον κλασσικό επίλογο έχει κάτι να δούμε η τηλεόραση; H ερώτηση ρητορική συνήθως πλην ημερών Champions League ή καμίας καλής ταινίας, αλλά πάντα ελπίζει κανείς…

Κοντεύει 12. Σήμερα πάω μια λογική ώρα να κοιμηθώ επιτέλους, σκέφτεται. Νομίζει! Μία γρήγορη ενημέρωση (θέλει να είναι και ενημερωμένος πολίτης τρομάρα του), ένα μήνυμα στο messenger ενός φίλου και 2-3 τραγούδια στο youtube τον πάνε με άνεση ως τη μία, ένας έλεγχος στα παιδιά και κάτι τελευταία τον φτάνουν στην αρχή της ιστορίας μας ξανά.

Και αύριο είμαι μία άλλη, ίδια, μέρα!

 

Τα απόνερα των “διακοπών”!

Κάθε φορά στις διακοπές με την “αγία” ελληνική οικογένεια σαν γονιός έρχεσαι αντιμέτωπος με το ίδιο δίλημμα: Στις 3-4 μέρες διακοπών που έχεις να περάσεις με το παιδί σου, να μπεις στον πειρασμό να ακολουθήσεις το “ότι θες παιδάκι μου” σύστημα των υπολοίπων στο σόι ή να γίνεις ο αυστηρός κι ο δυσάρεστος μπας και δε γίνει πολύ κωλοπαιδάκι και τα απόνερα στην επιστροφή είναι κάπως διαχειρίσιμα; 
Συνειδητά πάντα επιλέγω το 2ο. Και μονίμως καταλήγω “τσακωμένος” με το μικρό. Και κάπως ετσι σπαταλάμε τις μισές μέρες που έχουμε διαθέσιμες στο να του κάνω παρατηρήσεις και να με αποφεύγει, εκμεταλλευόμενος τις καταστάσεις, όπως κάθε παιδί θα έκανε. 
Και πάντα επιστρέφω με το ίδιο ερώτημα. Ρε μπας και κάνω μαλακία; Από αύριο θα δουλεύω πάλι 10-12 ώρες και θα περνάμε ελάχιστο χρόνο παρέα. Και απάντηση μετά από 4 χρόνια δεν έχω. 

Γονείς είναι ώρα για ένα εορταστικό κήρυγμα στους εαυτούς μας!

Τα Χριστούγεννα υπάρχουν πρώτα από όλα για τα παιδιά, είναι γνωστό αυτό! Δώρα, παιχνίδια, κλειστά σχολεία, όλα (σχεδόν) γίνονται για εκείνα. Ή τουλάχιστον για εκείνα τα τυχερά που έχουν τη δυνατότητα να ζουν έτσι, γιατί δυστυχώς δεν είναι καθόλου αυτονόητο αυτό.

Από μικρός, βοηθώντας στο παιχνιδάδικο του θείου μου, είχα ζήσει την καταναλωτική μανία των παιδιών αλλά και των μεγάλων. Σε μια εποχή, καλύτερη οικονομικά από σήμερα για το μέσο έλληνα, όπου γονείς, θείοι, νονοί και παππούδες έμπαιναν στο μαγαζί με ολόκληρες λίστες και έβγαιναν με ένα φορτηγό τσάντες!

Θυμάμαι καλά τα παιδιά να παθαίνουν παροξυσμό και κρίσεις μπροστά στα γεμάτα ράφια. Να μην ξέρουν τι πρωτοθέλουν. Αλλά να γνωρίζουν καλά ότι ΘΕΛΟΥΝ! Απαιτούσαν και γκρίνιαζαν αν δεν γίνονταν όλα τα χατήρια τους. Σκεφτόμουν τότε ότι είναι «κακομαθημένα» και ότι οι γονείς και γενικά οι γύρω τους, έφταιγαν αφού τους έκαναν όλα τα χατήρια.

capture

Κύλησαν τα χρόνια, μεγάλωσα και ήρθε η ώρα να μπω στη θέση εκείνων των γονιών που κατηγορούσα. Συνειδητοποίησα ότι δεν είναι τελικά τόσο απλό. Χρειάζεται σαν γονιός να δουλέψεις πολύ, πολύ πριν τις Γιορτές, για να προετοιμάσεις το έδαφος. Να εξηγήσεις ξανά και ξανά ότι διαλέγουμε ένα παιχνίδι που θέλουμε πιο πολύ κι ότι όχι δεν μπορούμε να τα αγοράσουμε όλα. Χρειάζεται να αποκτήσεις πειθώ και πυγμή ώστε στην κρίσιμη ώρα μπροστά στο ράφι, να μη λυγίσεις από τα δάκρυα, την πίεση, τα νάζια και όλα τα άλλα κόλπα που το παιδί σου χρησιμοποιεί για να σε τουμπάρει. Χρειάζεται να έρθεις επίσης και σε κόντρα με παππούδες και γιαγιάδες αλλά και θείους και θειάδες, νονούς και νονές και διάφορους ακόμα που ανακατεύονται για να τους εξηγήσεις γιατί «έλα μωρέ δεν πειράζει αν πάρουμε κι αυτό». Πειράζει μακροπρόθεσμα και για το καλό του παιδιού είναι αυτή η αντίσταση!

Γενικά αυτές τις μέρες χρειάζεται να δώσεις αγώνα για να κρατήσεις στοιχειωδώς ισορροπίες και το μέτρο. Στις βόλτες, στο πόσο γλυκό θα φάει, στο αν «πειράζει» να μην φάει το φαγητό του, στο αν «πειράζει» να μην κοιμηθεί για μεσημέρι, στο γιατί ΔΕΝ είναι απαραίτητο να στηθεί όλο το κόψιμο της βασιλόπιτας για να πέσει το φλουρί στο παιδί ή το εγγόνι. Στο γιατί δεν χρειάζονται 7 φλουριά για να ευχαριστηθούν όλα τα εγγόνια. Όλα αυτά δεν είναι τελικά «χαριτωμένα». Είναι περιττά και δεν βοηθούν το παιδί.

carousel-merrygoround-luna-park-fathers-day-melbou1

Μετά από τα τρίτα Χριστούγεννα ως γονιός έχω συνειδητοποιήσει πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να πείσεις ότι δεν τους κάνει καθόλου κακό να μάθουν ότι δεν μπορούν να κερδίζουν πάντα. Ούτε πάντα να παίρνουν αυτό που θέλουν. Και είναι δύσκολο να πείσεις τα ίδια τα παιδιά αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον. Δεν έχω αυταπάτες.

Αντιθέτως είναι πολύ εύκολο να λυγίσεις κι εσύ πρώτος και να μπεις στον πειρασμό μια «γλυκιάς δωροδοκίας» που θα σου κάνει τη ζωή απλούστερη.

«Φάε το φαγητό σου για να φας γλυκό»

«Να είσαι καλό παιδί για να πάρεις (ή να σου φέρει ο Άγιος Βασίλης) κι αυτό το παιχνίδι»

«Θα πάρεις ΚΑΙ αυτό το παιχνίδι αν μου υποσχεθείς ότι δε θα κλαις»

Νομίζω πώς όλοι οι γονείς, λίγο ή πολύ την έχουμε πατήσει. Όπως όλοι μας έχουμε κάνει τα στραβά μάτια στο υπερβολικό κανάκεμα ειδικά αυτές τις μέρες προκειμένου να αποφύγουμε να γίνουμε δυσάρεστοι στους δικούς μας.

Το κακό είναι ότι μετά τα απόνερα καλούμαστε εμείς να τα διαχειριστούμε. Και το παιδί μας. Κι επίσης το χειρότερο είναι ότι με όλα αυτά τελικά μπορεί να θέλαμε το καλό του παιδιού μας αλλά μάλλον δεν του κάναμε καλό μακροπρόθεσμα.

Οπότε μιας και είναι η περίοδος των resolutions και των στόχων για την επόμενη χρονιά, ας βάλουμε όλοι μας κάπου μέσα στη λίστα μας και ένα ακόμα. Ας μάθουμε στα παιδιά μας να ευχαριστιούνται με ότι τους προσφέρεται στο μέτρο του δυνατού και να μάθουν και να ευχαριστούν με ειλικρίνεια- και όχι από υποχρέωση ή για καλόπιασμα- εκείνον που τους το προσφέρει. Και ας μάθουμε στους εαυτούς μας και στους υπόλοιπους ενήλικες ότι ο «εύκολος δρόμος» δεν είναι σχεδόν ποτέ ο καλύτερος, είναι προτιμότερο να στοχεύουμε στο τέλος του δρόμου παρά απλά να αρκούμαστε να πετύχουμε την επόμενη ακριβώς στροφή του.

 

Είναι τελικά η υπερβολική προστασία ένα είδος κακοποίησης;

Το εκπαιδευτικό ριάλιτι «World’s Worst Mom» («Η χειρότερη μαμά του κόσμου») προβάλλεται από τα μέσα Ιανουαρίου στο Discovery Life Channel. Το εμπνεύστηκε η Λενόρ Σκενάζι, η δημοσιογράφος από τη Νέα Υόρκη που κέρδισε επάξια τον προαναφερθέντα τίτλο το 2008, όταν τόλμησε να ομολογήσει ότι άφησε τον εννιάχρoνο γιο της να μπει μόνος του στο μετρό.

Μαινόμενοι γεννήτορες έπεσαν πάνω της να τη «λιντσάρουν» και κάπως έτσι πυροδοτήθηκε το ντιμπέιτ για την ανελευθερία των σύγχρονων παιδιών. Σιγά σιγά η καμπάνια «εγρήγορσης» της Σκενάζι άρχισε να κερδίζει έδαφος. Στο «World’s Worst Mom» η ίδια παρεμβαίνει για να συνετίσει γονείς που «πνίγουν» τα παιδιά τους μέσα σε τόνους χαρτί αεροπλάστ, αυτό με τις φυσαλίδες αέρα που χρησιμοποιείται για το περιτύλιγμα των εύθραυστων δώρων.

Αυτοί οι γονείς είναι πλέον ο κανόνας. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα σημερινά υπερπροστατευμένα και «μικροδιαχειριζόμενα» παιδιά της Δύσης μεγαλώνουν χωρίς τα στοιχειώδη διδάγματα επιβίωσης. Μπορεί να έχουν πλείστες (ακαδημαϊκές και άλλες) δεξιότητες, αλλά δεν είναι «street smart» (περπατημένα, της πιάτσας). Ήτοι ένα εννιάχρονο αγόρι σήμερα μπορεί να παίζει στα δάχτυλα το MP4 ή το iPad, αλλά οι γονείς του τρέμουν να το αφήσουν έστω και για μισή ώρα μόνο στο σπίτι ή να το στείλουν στο γειτονικό μάρκετ με την προσφιλή λίστα: «Τυρί, ρύζι, καφέ, γάλα, Καμπά».

Η δε απουσία ελεύθερου (όχι κατευθυνόμενου) παιχνιδιού συνδέεται άρρηκτα με την κατάθλιψη και τις αγχώδεις διαταραχές στην παιδική ηλικία (η συχνότητα των οποίων είναι, στις ΗΠΑ τουλάχιστον, πενταπλάσια έως οκταπλάσια σε σχέση με το 1950) και βέβαια με την πανδημία παιδικής παχυσαρκίας και διαβήτη τύπου 2. Τα παιδιά είναι πλέον καταδικασμένα να ζουν κάτω από μια οργουελική, γονική επίβλεψη (σημειωτέον ότι από τη δεκαετία του ’70 έως σήμερα η μέση απόσταση που μπορεί να διανύσει ένα παιδί μόνο του στη Βρετανία μειώθηκε σχεδόν κατά 90%).

Το ντιμπέιτ γύρω από τις παρενέργειες του «helicopter parenting» (όπως έχει βαφτιστεί η υπερπροστατευτική σχολή γονεϊκότητας) τροφοδοτείται διαρκώς. Προ ημερών ο καναδός συγγραφέας Μάικλ Κρίστι έγραψε στους New York Times ένα άρθρο με τίτλο «Όλοι οι γονείς είναι δειλοί» (μήνυμα που διαπνέει και το πρόσφατο, αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «If I Fall, If I Die»).

Το άρθρο είναι κατά το ήμισυ μια κατάδυση στα δικά του παιδικά χρόνια, όταν ο ίδιος πέφτει θύμα μιας υπερπροστατευτικής (και αγοραφοβικής) μητέρας, η οποία παλεύει να καταπνίξει τo πάθος του για το σκέιτμπορντ. Ως πιτσιρικάς αντιστέκεται σθεναρά. Η μητέρα του συνεχίζει να παθαίνει κρίσεις πανικού κάθε φορά που τον βλέπει να ανεβαίνει πάνω στη σανίδα, ο ίδιος συνεχίζει να βιώνει τη μεταφυσική έξαψη του έφηβου σκέιτερ σπάζοντας σχεδόν νομοτελειακά κνήμες, περόνες, σπονδύλους και δόντια. Στα 17 του αποφασίζει να σπάσει και το γλιτσερό, μητρικό κουκούλι που τον κρατάει παγιδευμένο. Θα ζήσει για χρόνια μακριά (γυρνάει στο σπίτι του στα 32 του, όταν η μητέρα του πεθαίνει πλέον από καρκίνο).

Στο δεύτερο ήμισυ του άρθρου του ο Κρίστι σκύβει με συγκατάβαση πάνω από το αμάρτημα της μητρός του ανακαλύπτοντας τη δική του άτολμη γονεϊκότητα. Σαν κάτι να αλλάζει, μόλις γεννιέται ο γιος του: «Βγαίνοντας με το παιδικό καρότσι στο κυκλοφοριακό χάος του μεσημεριού, ένιωσα για πρώτη φορά συντονισμένος με την επικινδυνότητα του κόσμου τούτου, με την ευαλωτότητα του ανθρώπου απέναντί της. Η πόλη έμοιαζε ξαφνικά να δονείται από κινδύνους που για καιρό με άφηναν αδιάφορο: αυτοκίνητα που άλλαζαν απότομα πορεία, εν δυνάμει απαγωγείς, τοξικά αέρια και πεταμένες βελόνες». Η κατάσταση θα επιδεινωθεί: «Έφτασα στο σημείο να κλωτσήσω έναν σκύλο στο πάρκο γιατί μου φαινόταν ότι πήγαινε να δαγκώσει τον μικρό». «Ποτέ δεν πίστευα ότι γονεϊκότητα σημαίνει να μαθαίνεις να ζεις με αυτόν τον αδυσώπητο, οξύ φόβο» καταλήγει. Παρά ταύτα, η υπερπροστασία παραμένει (όπως γράφει η Ανθή Δοξιάδη στο «Ρίζες και φτερά», εκδ. Ποταμός) ένα είδος κακοποίησης.

Το ταξίδι πάνω στη σανίδα εγγυάται κινδύνους αλλά και γνώση ζωής.

Πηγή : http://www.superdad.gr [ http://www.superdad.gr/keimena/oloi-oi-goneis-einai-deiloi/ ]