Ωραία καταγγέλλουμε 3 μέρες επετειακά το bullying αλλά μήπως τις άλλες 362 το θρέφουμε;

Πόσο κρίμα είναι που όλες αυτές οι αναλύσεις «ειδικών» και ειδικών και όλα αυτά τα πύρινα posts στα social media έχουν μικρότερη διάρκεια κι από φρέσκο γάλα. Πόσο κρίμα που με αφορμή το παιδί στην Αργυρούπολη θυμηθήκαμε ότι όλος ο ντόρος για το Γιακουμάκη πήγε στράφι. Και πόσο βέβαιο μοιάζει ότι το ίδιο πάνω- κάτω θα γίνει και τώρα. Λες και είναι νομοτελειακό.

Δεν νιώθω ότι έχουμε στο νου μας να αλλάξουμε ούτε να δραστηριοποιηθούμε. Το πιστεύω βαθιά αυτό. Έχουμε στο νου μας μόνο στην καλύτερη περίπτωση να ξεσπάσουμε και να διώξουμε τις τύψεις μας και στη χειρότερη να κάνουμε το κομμάτι μας και να χτίσουμε «ευαίσθητο κοινωνικά προφίλ»!

Δε θα μπω στη διαδικασία να κάνω κήρυγμα σε κανέναν. Ποιος είμαι άλλωστε εγώ για να κάνω κάτι τέτοιο; Το μόνο που στα σοβαρά μπορώ να κάνω (κι όχι να πω) είναι να κάτσω να σκεφτώ αν και τι κάνω σωστά και τι λάθος στο θέμα αυτό σαν πολίτης, σαν άνθρωπος, σαν συνάδελφος, σαν φίλος και κυρίως σαν πατέρας.

Πόσο απαιτώ από την «Πολιτεία» δράση; Πόσο φροντίζω στο περιβάλλον μου να προλαμβάνω καταστάσεις; Πόσο επιδιώκω στο εργασιακό περιβάλλον μου να υπάρχει ευγένεια και ανθρωπιά; Πόσο προσέχω τι ξεστομίζω σε συγγενείς και φίλους; Και κυρίως πόσο μαθαίνω στα παιδιά μου- κυρίως μέσα από το παράδειγμά μου- να σέβονται οποιονδήποτε βρίσκεται γύρω τους;

Από ιδέες για καμπάνιες ευαισθητοποίησης και επικοινωνίας, έχω κι εγώ αρκετές, άλλωστε λόγω δουλειάς αυτό είναι το πιο εύκολο. Το πρόβλημα το εντοπίζω στις καθημερινές συνήθειες και πρακτικές όλων μας. Εκεί όπου ο σεβασμός είναι λέξη σχεδόν άγνωστη ή μία έννοια που καταπατούμε κάθε στιγμή της μέρας:

Με χοντροκομμένα αστεία για τον χοντρό (εκείνον ντε, που τρώει «σαν πούστης») ή την «αδερφάρα» που δεν πίνει όσο εμείς ή δεν βλέπει μπάλα. Με επίδειξη δύναμης σε όποιον μας παίρνει, με βάση την εξουσίας που κάποιος μας δίνει (προφανώς για τελείως άλλους λόγους), από τον «παλιό» στο στρατό έως τον υφιστάμενο στη δουλειά. Ακόμα και στην διαδικτυακή μας κοινωνική ζωή το περίφημο «χαβαλετζίδικο» τρολάρισμα έχει καταλήξει να μοιάζει πολύ έντομα με bullying.

Μία πρόταση μόνο έχω προς όλους μας, τώρα που το θέμα είναι επίκαιρο. Κάντε ένα κόπο και για λίγες έστω μέρες φιλτράρετε όσα λέτε και κάνετε. Θα διαπιστώσετε ότι πολλά από αυτά δε βοηθούν. Κι ότι εύκολα αλλάζουν αν το αποφασίσετε. Λέξη- κλειδί στο φίλτρο αυτό είναι μία. Σεβασμός.

Υπάρχουν “αδερφές” στην Κρήτη;

Στο prismanews.gr γράφει ο Κώστας Κεφαλογιάννης, για ένα πολυ σοβαρό,διαχρονικό και βαθιά κοινωνικό θέμα της πατρίδας μου της Κρήτης:

Η εξαφάνιση του Βαγγέλη Γιακουμάκη έχει φέρει ξανά στο προσκήνιο μερικές πτυχές της κρητικής ψυχοσύνθεσης, οι οποίες με το πέρασμα του χρόνου και μέσα από αλλεπάλληλες αλλοιώσεις έχουν μετατραπεί πια σε παθογένειες. Το bullying δεν είναι βέβαια τοπικό πρόβλημα, είναι παγκόσμιο. Αντιθέτως η αντίληψη της ψευτοπαλικαριάς και της ψευτολεβεντιάς ως παράσημα «κρητικοσύνης» είναι τοπικό πρόβλημα και μάλιστα τεράστιο.

Έχω συναντήσει στη ζωή μου πολλούς, αληθινούς λεβέντες Κρητικούς. Τυχαίνει να γνωρίζω λοιπόν ότι τα χαρακτηριστικά που τους ξεχώριζαν δεν ήταν ο κουτσαβακισμός, η διαρκής διάθεση για καυγά, τα όπλα, οι χυδαίοι προπηλακισμοί απέναντι σε οτιδήποτε θεωρούν οι ίδιοι ότι «προσβάλει» την τιμή τους. Ήταν και είναι η ηρεμία, το ανεπανάληπτο χιούμορ, η πηγαία καλοσύνη, η γενναιοδωρία όσο και η γενναιότητα, η μεγάλη καρδιά, τα λίγα λόγια και ναι, προφανώς η αίσθηση της τιμής. Αλλά της αληθινής τιμής, Όχι εκείνης της …υπερευαίσθητης που προσβάλλεται όταν ένα άλλο αγροτικό σε προσπεράσει στο δρόμο. Ή όταν ένα νεαρό παιδί δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του σκληρού Κρητικού που εσύ έχεις στο χαλασμένο μυαλό σου και άρα δικαιούσαι να το υποβάλλεις σε ό,τι καψόνι γουστάρεις.

Μέσα στη συγκεκριμένη στρέβλωση και καθώς ο κόσμος τρέχει προς μια αμφίβολη πρόοδο, οι πραγματικοί λεβέντες τείνουν να ξεχαστούν. Οι Κρητικοί, που αν σας φέρει ποτέ η τύχη στο ίδιο τραπέζι μαζί τους για ρακές, θα ξεδιπλώσουν μπροστά σας όλη την ομορφιά της κρητικής ψυχής και θα σας κάνουν να αγαπήσετε την Κρήτη βαθιά και αμετάκλητα, μπαίνουν σιγά – σιγά στο περιθώριο.

Όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα δυστυχώς, είναι η νέα γενιά μαυροπουκαμισάδων (κτηνοτρόφων, επιχειρηματιών, μπράβων ή απλώς ανθρώπων του υποκόσμου, απ΄ όλα έχει ο μπαξές) που ορίζει σχεδόν αποκλειστικά το μέτρο του αποδεκτού και το μη αποδεκτού στη σύγχρονη Κρήτη. Οι υπόλοιποι τους φοβόμαστε άρα τους ανεχόμαστε, προσπαθούμε να συνυπάρχουμε μαζί τους και παράλληλα τους αφήνουμε να δυσφημούν τον τόπο μας και να προκαλούν ζημιά στα όρια του ανεπανόρθωτου. Στους “υπόλοιπους” συμπεριλαμβάνονται ασφαλώς και οι αρχές που είτε κοιτάζουν αλλού, είτε καλύπτουν με τον πιο κυνικό τρόπο τις ανομίες της πελατείας τους. Λυπάμαι, αλλά δεν υπάρχουν αθώοι ανάμεσα μας.

Όλοι στο Νησί γνωρίζουμε πώς σε ορισμένες από τις κοινωνίες της Κρήτης το κλίμα για ανθρώπους περισσότερο ευαίσθητους από τον μέσο όρο μπορεί να γίνει πραγματικά ασφυκτικό. Σε ολόκληρη την ελληνική επαρχία θα μου πείτε. Εντάξει. Εδώ λίγο παραπάνω. Εδώ είμαστε πολύ «άνδρες». Δεν έχουμε «αδελφές»!

Κι όμως έχουμε. Φοράνε συνήθως ανοιχτά μαύρα πουκάμισα, έχουν χρυσές καδένες χαμένες στο δασύστριχο στήθος, μιλάνε βαριά κρητικά, πυροβολούν πινακίδες, προπηλακίζουν, δέρνουν, τρομοκρατούν όποιον βρεθεί στο δρόμο τους και απέχουν από τον αληθινό ανδρισμό όσο τα πυργάκια στην άμμο από τον Ψηλορείτη…

Υ.Γ. Το κείμενο μιλάει αποκλειστικά για το πρότυπο του Κρητικού “παλικάρα” που καταδυναστεύει πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής της Κρήτης σήμερα. Όχι φυσικά για όλους τους κανονικούς ανθρώπους, μαυροπουκαμισάδες ή μη, που κοιτάζουν τη δουλειά τους και δεν έχουν καμία σχέση με τέτοια μασκαριλίκια. Επίσης ο όρος “αδελφές” καθώς και ο ανδριμός, εν προκειμένω δεν χρησιμοποιούνται υποτιμητικά για τον σεξουαλικό προσανατολισμό οποιουδήποτε. Χρησιμοποιούνται, με την αρνητική ή τη θετική χροιά που έχουν φορτιστεί στην καθομιλουμένη, ως χαρακτηριστικά συμπεριφορών.