Άρθρο Τσίπρα στην Handelsblatt: Η αλήθεια που κάποιοι σας έκρυψαν για την Ελλάδα

–> Επικοινωνιακά τη θεωρώ πολύ καλή κίνηση τόσο για τα κοινά-στόχους του εξωτερικού όσο και για το εσωτερικό κοινό (κυρίως το “αγχωμένο”). Κειμενογραφικά θεωρώ ότι έχει γίνει πολύ καλή δουλειά. Αυτά, διαβάστε την όλη παρακάτω:

Ανοιχτή επιστολή στους Γερμανούς αναγνώστες

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΚΑΠΟΙΟΙ ΣΑΣ ΕΚΡΥΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Αγαπητοί αναγνώστες της Χάντλεσμπλαντ, γνωρίζω εκ των προτέρων ότι οι περισσότεροι από εσάς θα έχουν ήδη σχηματίσει άποψη για το τι θα διαβάσουν σε τούτο το άρθρο. Σας καλώ, ωστόσο, να το διαβάσετε χωρίς προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις δεν ήταν ποτέ καλός σύμβουλος, πόσο δε μάλλον σε μια περίοδο όπου η οικονομική κρίση τις ενισχύει, εκτρέφοντας την μισαλλοδοξία, τον εθνικισμό, τον σκοταδισμό, την ίδια την βία.

Με τη σημερινή μου ανοιχτή επιστολή επιθυμώ να σας καταθέσω μια διαφορετική αφήγηση από όσα γνωρίζετε, για όσα έγιναν για την Ελλάδα από το 2010 και μετά. Και κυρίως επιθυμώ να καταθέσω με ειλικρίνεια αυτό που προτείνει και επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν στις 26 του Γενάρη είναι η εκλεγμένη κυβέρνηση των Ελλήνων.

Το 2010 το ελληνικό κράτος έπαψε να μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος του. Δυστυχώς η επίσημη Ευρώπη αποφάσισε να προσποιηθεί ότι αυτό το πρόβλημα μπορούσε να ξεπεραστεί με το μεγαλύτερο δάνειο στην ανθρώπινη ιστορία υπό τον όρο δημοσιονομικών μέτρων που, με μαθηματική ακρίβεια, θα συρρίκνωναν το εθνικό εισόδημα από το οποίο θα έπρεπε να αποπληρωθούν τόσο τα νέα όσο και τα παλαιότερα δάνεια. Ένα πρόβλημα χρεοκοπίας αντιμετωπίστηκε σαν να ήταν πρόβλημα ρευστότητας. Υιοθετήθηκε, με άλλα λόγια, η νοοτροπία του κακού τραπεζίτη ο οποίος, αντί να παραδεχθεί ότι δάνειο που παρείχε σε πτωχευμένη εταιρεία «έσκασε», την δανείζει κι άλλα ποσά προσποιούμενος ότι τα παλαιά δάνεια παραμένουν εξυπηρετούμενα και επεκτείνονοντας την χρεοκοπία στο διηνεκές.

Δεν χρειαζόταν παρά κοινός νους για να δει κανείς ότι η εφαρμογή του δόγματος «extend and pretend» («επέκτεινε και προσποιήσου») στην περίπτωση της χώρας μου θα κατέληγε σε τραγωδία. Ότι αντί για την σταθεροποίηση της Ελλάδας έστηνε μια αυτοτροφοδοτούμενη κρίση που υπονομεύει τα θεμέλια της Ενωμένης Ευρώπης. Το κόμμα μας, και εγώ ο ίδιος, διαφωνήσαμε με την δανειακή συμφωνία του Μαίου του 2010 όχι γιατί η Γερμανία και οι λοιποί εταίροι μας δεν μας έδωσαν αρκετά χρήματα αλλά γιατί μας δώσατε πολύ περισσότερα χρήματα απ’ ότι έπρεπε, κι απ’ ότι είχαμε δικαίωμα να δεχθούμε. Χρήματα τα οποία ούτε θα βοηθούσαν τον ελληνικό λαό, καθώς έπεσαν στην μαύρη τρύπα του χρέους, ούτε και θα σταματούσαν την συνεχή διόγκωση του δημόσιου χρέους το οποίο οι εταίροι μας θα αναγκάζονταν να μετακυλίουν στο διηνεκές με μεγάλο κόστος για τους πολίτες τους.

Και αυτή την αλήθεια την ήξεραν καλά οι Γερμανικές κυβερνήσεις και δε σας την φανέρωσαν ποτέ.

Πράγματι, δεν πέρασε ένας χρόνος και, από το 2011, οι προβλέψεις μας επαληθεύτηκαν. Ο συνδυασμός τεράστιων νέων δανείων και σκληρών περικοπών όχι μόνο απέτυχε να δαμάσει το χρέος αλλά παράλληλα τιμώρησε τους πιο αδύναμους συμπολίτες μου, μετατρέποντας μετρημένους ανθρώπους με δουλειές και σπίτια σε άστεγους ανέργους που έχασαν, πάνω από όλα, την αξιοπρέπειά τους. Η κατάρρευση των εισοδημάτων οδήγησε στην χρεοκοπία χιλιάδες επιχειρήσεις αυξάνοντας έτσι την ολιγοπωλιακή ισχύ των εταιρειών που επιβίωσαν. Έτσι, οι τιμές μειώνονταν λιγότερο απ’ ότι τα εισοδήματα ενώ τα χρέη, ιδιωτικά και δημόσια, αυξάνονταν. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, όπου το έλλειμμα ελπίδας ξεπέρασε όλα τα άλλα ελλείμματα, δεν πέρασε πολύς καιρός πριν εκκολαφθεί το «αυγό του φιδιού» – οι νεοναζί που άρχισαν να περιπολούν τις γειτονιές σπέρνοντας το μίσος.

Παρά την οφθαλμοφανή αποτυχία της, η λογική της «προσποίησης και επέκτασης» εφαρμόζεται συστηματικά και σήμερα. Η δεύτερη δανειακή συμφωνία, του 2012, φόρτωσε κι άλλο ένα τεράστιο ποσό χρέους στους ισχνούς ώμους του ελληνικού κράτους, «κούρεψε» τα ασφαλιστικά ταμεία, έδωσε νέο έναυσμα στην ύφεση, και χρηματοδοτεί μια νέα κλεπτοκρατία με τα δανεικά των εταίρων μας.

Σοβαροί σχολιαστές μιλούσαν τον τελευταίο καιρό για σταθεροποίηση, ακόμα και ανάπτυξη, της χώρας μου «αποδεικνύοντας» έτσι ότι οι εφαρμοζόμενες πολιτικές τελικά απέδωσαν. Καμία σοβαρή ανάλυση δεν υποστηρίζει αυτή την εικονική «πραγματικότητα». Η πρόσφατη αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος κατά 0,7% σηματοδοτεί όχι το τέλος της ύφεσης αλλά την συνέχισή της, καθώς επετεύχθη σε περίοδο πληθωρισμού ίσου με -1,8% – το οποίο σημαίνει ότι, σε ευρώ, το εθνικό εισόδημα συνέχισε να μειώνεται (απλά μειώνεται λιγότερο απ’ ότι οι μέσες τιμές) την ώρα που τα χρέη αυξάνονται. Αυτή η προσπάθεια επιστράτευσης των «Greek Statistic», για να φανεί ότι η πολιτική της τρόικας αποδίδει στην Ελλάδα, είναι προσβλητική για όλους τους ευρωπαίους που δικαιούνται επί τέλους την αλήθεια.

Και η αλήθεια είναι πως το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί όσο η ελληνική κοινωνική οικονομία τελεί υπό καθεστώς συνεχούς δημοσιονομικού εικονικού πνιγμού (fiscal waterboarding). Η εμμονή σε αυτές τις αδιέξοδες, μισανθρωπικές πολιτικές, στην άρνηση της απλής αριθμητικής, κοστίζει στον γερμανό φορολογούμενο πολλά, την ώρα που καταδικάζει έναν περήφανο λαό στην αναξιοπρέπεια. Και το χειρότερο: Με αυτό τον τρόπο οι έλληνες στρέφονται εναντίον των γερμανών, οι γερμανοί εναντίον των ελλήνων, και η ιδέα μιας δημοκρατικής Ενωμένης Ευρώπης πλήττεται βάναυσα.

Η Γερμανία, και ιδίως ο σκληρά εργαζόμενος γερμανός φορολογούμενος, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το αντίθετο ισχύει. Στόχος μας δεν είναι η σύγκρουση με τους εταίρους μας. Στόχος μας δεν είναι περισσότερα δάνεια ή το δικαίωμα σε νέα ελλείμματα. Στόχος μας είναι η σταθεροποίηση, οι πρωτογενώς ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί και, βεβαίως, να σταματήσει η αφαίμαξη των φορολογούμενων που προκαλεί τέσσερα χρόνια τώρα μια μη εφαρμόσιμη δανειακή συμφωνία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Γερμανία. Θα απαιτήσουμε το τέλος του δόγματος «επέκτεινε και προσποιήσου» όχι εναντίον των γερμανών πολιτών αλλά προς όφελος όλων μας.

Γνωρίζω αγαπητοί αναγνώστες ότι πίσω από τις απαιτήσεις για «πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων» κρύβεται η αγωνία ότι «αν αφήσουμε τους έλληνες να κάνουν ό,τι θέλουν θα κάνουν πάλι τα ίδια». Κατανοώ αυτή την αγωνία. Όμως δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που έστησε το καθεστώς της διαπλοκής και της κλεπτοκρατίας στην πατρίδα μου, η οποία τώρα δήθεν κόπτεται για τήρηση των «συμφωνηθέντων» και για μεταρρυθμίσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν την αγγίζουν καθόλου, όπως συνέβη τα τέσσερα τελευταία χρόνια με τις μεταρρυθμίσεις της τρόικα και της κυβέρνησης Σαμαρά . Εμείς είμαστε έτοιμοι να συγκρουστούμε με αυτό το καθεστώς προκειμένου να προωθήσουμε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους, στη δημόσια διοίκηση για διαφάνεια, αξιοκρατία, φορολογική δικαιοσύνη, πάταξη του μαύρου χρήματος. Αυτές τις μεταρρυθμίσεις θα θέσουμε στην κρίση των πολιτών μας στις επερχόμενες εκλογές.

Στόχος μας είναι, στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, μια Νέα Συμφωνία για όλη την Ευρωζώνη εντός της οποίας να μπορεί και ο δικός μας λαός να αναπνεύσει, να δημιουργήσει, να ζει με αξιοπρέπεια. Με χρέος κοινωνικά βιώσιμο. Με χρηματοδότηση της ανάπτυξης, που είναι η μόνη διέξοδος από τη κρίση σε αντίθεση με την αποτυχημένη συνταγή της λιτότητας που ανακυκλώνει την ύφεση. Με ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Με περισσότερη Αλληλεγγύη και Δημοκρατία.

Στις 25 Ιανουαρίου στην Ελλάδα, γεννιέται μια ευκαιρία για την Ευρώπη. Ας μην την χάσουμε.

Πηγή: http://www.avgi.gr/article/5212119/al-tsipras-stin-handelsblatt-i-alitheia-pou-kapoioi-sas-krupsane-gia-tin-ellada

Στο Μουντιάλ είμαι…με όλους

Ένα πολύ ενδιαφέρον και βαθιά ποδοσφαιρικό κείμενο για το Μουντιάλ που ξεκινάει σήμερα. Διαφωνώ ΜΟΝΟ στο υστερόγραφο. Η Εθνική ομάδα είναι η βιτρίνα ενός ποδοσφαίρου σάπιου. Μια βιτρίνα παντελώς άσχετη με το εσωτερικό του. Ναι δεν παίζει σπουδαία μπάλα, αλλά έχει μάθει να επιβιώνει όχι με γιούργια και κορώνες αλλά με σύστημα και επιμονή. Είναι χρήσιμο παράδειγμα. Το κείμενο λοιπόν για να μπαίνουμε σιγά σιγα σε ρυθμούς:

mundial 2014

Αγαπώ το ποδόσφαιρο κυριολεκτικά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Με μια μπάλα στον κήπο της γιαγιάς να ανταλλάζω πάσες με τον πατέρα μου. Και αργότερα να ακολουθώ τον θείο μου στις προπονήσεις της Ομόνοιας, να κάθομαι με τους παίκτες στον πάγκο. Δεν είχα πολλές επιλογές. Όλη μου η οικογένεια υποστήριζε φανατικά την Ομόνοια και επομένως η υποστήριξη στο τριφύλλι ήταν αυτονόητη. Μεγαλώνοντας κατάλαβα και γιατί. Ομάδα της Αριστεράς, με έντονες κοινωνικές αναφορές τόσο κατά τη δημιουργία της όσο και στην πορεία της, ομάδα των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων και υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης με τους Τουρκοκύπριους. Αν είχα επιλογή πάλι Ομόνοια θα ήμουν.

Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε «σώνει και ντε» να διαλέξω εθνική κάθε τέσσερα χρόνια. Το πρώτο Μουντιάλ που θυμάμαι ήταν αυτό της Ιταλίας το 1990. Όλοι διάλεγαν και μια ομάδα. Ο ένας την Ολλανδία, ο άλλος την Αργεντινή, ο τρίτος την Ιταλία και όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς μου τη Βραζιλία. Εγώ έγινα Γιουγκοσλαβία. Σε αυτό του 1994 ερωτεύτηκα τη Βραζιλία. Το 1998 απλά παρακολούθησα τα παιχνίδια, το 2002 γοητεύτηκα από την Τουρκία, τέσσερα χρόνια μετά από την Πορτογαλία και το 2010 δεν θα μπορούσα να μην υποκλιθώ στην Ισπανία.

Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα να υποστηρίζεις σταθερά συγκεκριμένη ομάδα στο Μουντιάλ. Η παγκοσμιοποίηση του ποδοσφαίρου έχει κάνει τις εθνικές ομάδες τόσο όμοιες που ελάχιστες διατηρούν το δικό τους στυλ. Η Βραζιλία εξευρωπαΐστηκε, η Αργεντινή χάνει τη σκληράδα της για χάριν του μεγαλείου του Μέσι, οι Άγγλοι έχουν αφήσει καιρό τώρα τις σέντρες και το ψηλό παιχνίδι, οι Ισπανοί αφού δίδαξαν τον κόσμο το τίκι-τάκα προσπαθούν να εφεύρουν νέα πράγματα, η Γερμανία έχει αλλάξει και έχει γίνει πιο θελκτική στα μάτια μου, η Ιταλία έχει αφήσει πίσω το κατενάτσιο και προσπαθεί να δημιουργήσει, η Ολλανδία αφήνει φέτος το κλασσικό 4-3-3 και το γυρνάει σε 5-3-2 γιατί δεν έχει τους κατάλληλους παίκτες για το σύστημα που υποτίθεται ότι λανσάρει εδώ και καμιά 25αριά χρόνια. Ακόμα και οι Αφρικανικές χώρες φέρνουν το παιχνίδι του τόσο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα που καμιά φορά καταλαβαίνεις ότι οι παίκτες νιώθουν να έχουν αφήσει την ταυτότητά του στα αποδυτήρια των ευρωπαϊκών ομάδων που αγωνίζονται.

Αν πάλι τα κριτήριά σου είναι πιο κοινωνικό – πολιτικά μάλλον έχεις ξεμείνει από ομάδες. Η ΕΣΣΔ δεν υπάρχει πια και μαζί της κατάρρευσαν όλες οι υπόλοιπες ανατολικές χώρες. Η Βενεζουέλα συνήθως δεν πάει στις τελικές φάσεις, η Κούβα προτιμά το μπέιζμπολ. Όσοι πάλι σκέφτονται τη Β.Κορέα θα πρέπει να ένιωσαν άσχημα στο προηγούμενο Μουντιάλ με την εικόνα της ομάδας αλλά και με όσα ακολούθησαν.

Πιστεύω ότι αν υποστηρίζεις σταθερά την ίδια ομάδα σε Μουντιάλ χάνεις τη μισή απόλαυση του τουρνουά. Πάντα εμφανίζεται μια χώρα που θα καταφέρει να σε κερδίσει με όσα κάνει. Πάντα υπάρχει ένας παίκτης που σε τρελαίνει, πάντα ένας προπονητής που γουστάρεις πολύ, πάντα κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες που σε ωθούν να υποστηρίξεις συγκεκριμένη χώρα. Στο Μουντιάλ του 1990 για παράδειγμα, οι «Γιούγκο» εκτός από μπαλάρα σε ενέπνεαν γιατί έβλεπαν χωρίς ίχνος κομπλεξισμού τους δυτικούς αντιπάλους τους. Δεν θα μπορούσες όμως να μην υποστηρίξεις και λίγο το Καμερούν του Ροζέ Μιλά και σίγουρα θα ήσουν με την Αργεντινή του Μαραντόνα που στον ημιτελικό με την Ιταλία δίχασε μια ολόκληρη χώρα προτρέποντας τους νότιους να στηρίξουν τη χώρα του καθώς οι βόρειοι τους καταπιέζουν μέσα στην ίδια την Ιταλία.

Στις ΗΠΑ το 1994 τρελάθηκες με τον μεγάλο Ρομπέρτο Μπάτζιο αλλά και με το δίδυμο της βραζιλιάνικης επίθεσης, Ρομάριο – Μπεμπέτο. Σίγουρα όμως για λίγο υποστήριξες την κλίκα της Βουλγαρίας και σκέφτηκες ότι όταν μείνεις φαλακρός θέλεις να μοιάσεις λίγο με τον μεγάλο Λέτσκοφ. Στήριξες για λίγο τη Ρουμανία του Χάτζι και σου άρεσε που είδες τη Σουηδία να κάνει την έκπληξη φτάνοντας στην τρίτη θέση.

Το 1998 δεν μπορεί να μην χάρηκες που ένας Αλγερινός έκανε τους Γάλλους να τον προσκυνούν, δεν γίνεται να μην πωρώθηκες με το γκολ του Μπέργκαμπ στο 89΄ του αγώνα με τους Αργεντίνους, δεν μπορεί να μην ταυτίστηκες λίγο με τους Κροάτες που έπαιξαν μπαλάρα και ήρθαν τρίτοι, δεν μπορεί, αν ήσουν Βραζιλία, να μην θύμωσες με όσα έγιναν στον τελικό με τους σπόνοσορες να πιέζουν τον Ρονάλντο να παίξει παρά την εμφανή του αδυναμία.

Τέσσερα χρόνια μετά, εκτός από το ξενέρωμα του αηδιαστικού σπρωξίματος της Ν.Κορέας, εκστασιάστηκες με τα «3 Ρ» της Βραζιλίας, χόρεψες κάποιες στιγμές στα γκολ της Σενεγάλης και όσο κι αν δεν το παραδέχεσαι πωρώθηκες με τους Τούρκους που μάσαγαν σίδερα και έφτασαν στα ημιτελικά. Αν ήσουν «Γάλλος» θύμωσες με τον απίστευτο διασυρμό της πρωταθλήτριας κόσμου που δεν κατάφερε να πετύχει ούτε γκολ.

Το 2006 ταυτίστηκες με τον Ζιντάν που έριξε τη κουτουλιά στον Ματεράτσι αλλά σίγουρα κάποιες στιγμές σε κέρδισε και η Ιταλία, σου άρεσε η ολοκληρωμένη ομάδα της Πορτογαλίας αλλά δεν μπορεί να μην εκτίμησες και τη προσπάθεια της Γερμανίας που έβαλε τότε τις βάσεις για μια νέα, δυναμική επανεμφάνιση στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα.

Όσο για το 2010; Ξεκίνησες υποστηρίζοντας Αργεντινή γιατί είχε στον πάγκο Μαραντόνα και στο χορτάρι Μέσι, σε «κέρδισε» η Γκάνα που έκανε εκπληκτικά παιχνίδια, την Ισπανία να είναι αχτύπητη αλλά και την Ολλανδία να κάνει ό,τι καλύτερο στον τελικό απέναντί της αλλά σίγουρα ήσουν για λίγο με την Ουρουγουάη που σε άφηνε άφωνο με τον απίστευτο συνδυασμό πάθους και τεχνικής και τον μεγάλο Ντιέγκο Φορλάν να σε καθηλώνει μπροστά από την οθόνη.

Από σήμερα λοιπόν, καθόμαστε μπροστά στις οθόνες μας, φωνάζουμε τους φίλους μας και αφηνόμαστε στη σαγήνη της στρογγυλής θεάς, μια σαγήνη που μόνο οι ποδοσφαιρόφιλοι μπορούν να καταλάβουν και δεν χρειάζεται να μπούμε σε καμιά διαδικασία να εξηγήσουμε το γιατί. Όποιος καταλαβαίνει, καλώς!

 

Υ.Γ. Όσο για αυτούς που υποστηρίζουν την Ελλάδα. Τι να πω; Ο καθένας με τα βίτσια του