To παρατήσαμε ή είμαστε ακόμα εδώ;

Διάβασα ένα άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών του Τάσου Κορωνάκη πριν λίγες μέρες με αφορμή το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «το πραγματικό ερώτημα για αρκετούς πια δεν είναι τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τι κάνουμε όσοι αμφισβητούμε τη σημερινή πορεία». Δε νομίζω ότι μπορώ να συμφωνήσω περισσότερο με την παραπάνω φράση.

Από το 2015, για να μην πω ελαφρώς από το 2014, πολλοί είχαμε επισημάνει διάφορα σημάδια που διαρκώς πλήθαιναν και μας προετοίμαζαν για την προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, αργά ή γρήγορα, βιαίως ή οικειοθελώς. Η προσαρμογή αυτή είναι πια μπροστά μας, τη βλέπουμε καθαρά και δεν έχει νομίζω κάποιο νόημα ένα ακόμα κείμενο που θα την περιγράφει. Ναι, υπάρχει ένα μέρος εντός ΣΥΡΙΖΑ που είτε από αγωνία να μην διαψευστούν οι κόποι ετών, είτε από αφέλεια, είτε από στρουθοκαμηλισμό είτε και από λιγότερο ευγενή κίνητρα (κάνουν ότι) δεν το βλέπουν. Πιάνονται από αποσπασματικές και μεμονωμένες ενέργειες κάποιων- που κι εγώ βλέπω ότι πασχίζουν και το παλεύουν (ας μην μπούμε σε ονοματολογία, τους ξέρουμε λίγο- πολύ όλοι)- ή από επικοινωνιακές κορώνες άνευ ουσίας όμως. Είναι άσκοπο να κάνουμε άλλη μία ανάλυση για όλο αυτό.

Ο Χρόνης Μίσσιος έγραψε κάποτε ότι «δεν μιλώ για τις ταλαιπωρίες μας. Η μεγάλη δυστυχία είναι που μας άφησαν χωρίς προοπτική, χωρίς μύθο, χωρίς ιδεολογία, χωρίς ελπίδα. Μ’ έναν άδειο ουρανό πάνω απ’ τα κεφάλια μας, να σέρνουμε το καρότσι της ζωής μας». Εκεί ακριβώς βρισκόμαστε σήμερα. Και το ερώτημα που τίθεται είναι, που θα πάει αυτό το… καρότσι;

Είναι η κατάθλιψη και η απογοήτευση λύση; Προφανώς και όχι. Υπάρχει κάποιος που θα έρθει να μας πάρει από το χεράκι να μας «σώσει»; Το συγκεκριμένο έχει απαντηθεί κατά συρροή. Όχι, Μεσσίας δεν υπάρχει. Ούτε εν λευκώ εξουσιοδοτήσεις. Άρα η ενεργοποίηση μας αποτελεί μονόδρομο. Είναι ώρα για μια νέα μάχη. Αρχικά ενάντια στην παραίτηση. Και στη συνέχεια για ένα μέλλον που να αξίζει να το περιμένεις.  «Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό.
Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα»
έλεγε (και πάλι) ο Χρόνης Μίσσιος.

Ενεργοποίηση και μάχη όμως προς τα πού; Με τι σχέδιο και όραμα; Και με ποια εργαλεία; Δεν έχω έτοιμη απάντηση. Ούτε και θεωρώ ότι υπάρχει κάποιος που έχει έτοιμο το σχέδιο και μας το κρύβει. Για να βρεθούν απαντήσεις, πρώτα πρέπει να τεθούν ερωτήσεις. Σωστές και με ουσία. Και μετά να γίνει συζήτηση, έξω από το σημερινό πόλεμο της ατάκας. Όσο παλεύουμε να απαντήσουμε σε σλόγκαν με σλόγκαν για θέματα πολύπλοκα και με βάθος το μόνο που θα καταφέρνουμε να κάνουμε είναι φασαρία. Και να θολώνουμε κι άλλο, τα ήδη θολωμένα νερά και μυαλά του κόσμου. Χρειαζόμαστε κανονική συζήτηση, με επιχειρήματα και προτάσεις. Και κυρίως με αρχή, μέση και τέλος. Όχι μια ακόμα θεωρητική ανάλυση που θα λειτουργήσει τελικά ως ψυχανάλυση και μόνο. Στο τέλος όλο αυτό πρέπει να καταλήγει σε σχέδιο. Σε πρόταση καλά δομημένη και πειστική.

Σήμερα ζούμε στον αστερισμό της ΤΙΝΑ. There is no alternative μας λένε οι «εταίροι» μας στην Ε.Ε αλλά και οι Η.Π.Α. Το υπονοεί και η Ρωσία αλλά «ντρέπεται» να μας το πει κατάμουτρα. There is no alternative μας λένε κι εδώ οι πολιτικές ηγεσίες των «κομμάτων εξουσίας». Η αντιδικία ανάμεσά τους αφορά στο ποιός μπορεί να εφαρμόσει τη μόνη λύση καλύτερα, ηπιότερα, με μεγαλύτερη διαφάνεια, φιλολαϊκότερα κλπ. Δε φτάνει όμως που δεν πείθουν ότι αυτή η Μόνη Λύση δεν οδηγεί κάπου, ολοένα και περισσότερο μοιάζουν μεταξύ τους. Χρησιμοποιούν ίδια εργαλεία, ίδιες φράσεις και συνθήματα και ίδιες μεθόδους παραμονής στην εξουσία.

Στην καθημερινότητά μας, ίσως δεν το καταλαβαίνουμε όταν συμβαίνει, η ΤΙΝΑ είναι κυρίαρχη. Μην απεργήσεις ή μην διεκδικήσεις τα δεδουλευμένα, ή τα αυτονόητα δικαιώματά σου γιατί αλλιώς έρχεται η ανεργία. Μη μιλάς για τα προβλήματά σου γιατί άλλοι έχουν μεγαλύτερα. Μην ζητάς περισσότερα, να χαίρεσαι για όσα (ακόμα) σου δίνονται. Δεν υπάρχει άλλη λύση, γύρω μας παντού μονόδρομοι και “ΤΙΝΕS”.

there-is-no-alternative-aitec

Και στην Αριστερά όμως ζούμε την δική μας ΤΙΝΑ. «Αν πέσει ο ΣΥΡΙΖΑ θα έρθει πάλι ο Μητσοτάκης» λένε οι νυν Κυβερνητικοί παραμένοντες εκβιαστικά. Την ίδια ώρα που ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς προτείνει το πρόγραμμα του 2014. Κερδίζει τη συναισθηματική μάχη της «συνέπειας στις αρχικές μας θέσεις» αλλά χάνει τη μάχη με την πραγματικότητα. Σύντροφοι η Αριστερά το 2015 ητ-τή-θη-κε.  Με βαρύ και σκληρό τρόπο. Και ένας από τους λόγους της ήττας, ήταν οι λάθος υπολογισμοί της. Και η ανετοιμότητά της σε πολλά σημεία. Και πρόκειται για ήττα πρωτίστως πολιτική και ιδεολογική. Ο Σ. Ζίζεκ γράφει σχετικά «Η μεταστροφή του «όχι» στο δημοψήφισμα σε «ναι» στις Βρυξέλλες ήταν ένα σοκ, μια συντριπτική οδυνηρή καταστροφή. Ακριβέστερα, ήταν μια αποκάλυψη και με τις δύο έννοιες του όρου: τη συνήθη, της καταστροφής, και την αρχική, την κυριολεκτική, της φανέρωσης, της κοινοποίησης –το βασικό σημείο ανταγωνισμού, το αδιέξοδο, σαφώς αποκαλύφθηκε. Πολλοί, όμως, αριστεροί αρθρογράφοι και σχολιαστές (του Γιούργκεν Χάμπερμας συμπεριλαμβανομένου) ερμήνευσαν λανθασμένα τη σύγκρουση μεταξύ της ΕΕ και της Ελλάδας, ως σύγκρουση μεταξύ τεχνοκρατικής αντίληψης και πολιτικής. Η μεταχείριση της ΕΕ προς την Ελλάδα ήταν πολιτική στην πιο καθαρή εκδοχή της, πολιτική τόσο που αντίκειται ακόμη και στο οικονομικό συμφέρον. Άλλωστε το ΔΝΤ, ο σαφής εκπρόσωπος του ψυχρού οικονομικού ορθολογισμού, χαρακτήρισε το σχέδιο διάσωσης ως ανεφάρμοστο».

Χάσαμε λοιπόν τη μάχη. Το ερώτημα είναι αν παρατάμε και τον πόλεμο. Θα καθόμαστε σαν παιδάκια να κλαίμε πάνω από το πεσμένο στο πάτωμα γάλα, ή θα επανέλθουμε; Ειλικρινά, μας βαρέθηκα έτσι μίζερους να κοιτάμε στη γωνίτσα μας. To παρόν κείμενο δεν έχει στόχο να καταθέσει πρόταση. Αυτό είναι κάτι σύνθετο και απαιτεί σύνθεση ιδεών και προτάσεων. Στόχο έχει να θέσει το πρώτο από τα σημαντικά ερωτήματα που θα διαμορφώσουν την πρόταση. Την εναλλακτική στο «κίνημα της ΤΙΝΑ» που σήμερα κυριαρχεί. Και είναι ένα απλό αλλά πολύ επιτακτικό ερώτημα. Το παρατήσαμε ή είμαστε ακόμα εδώ;

Σημερινές δυνατότητες

Κείμενο του Ανδρέα Καρίτζη στο Red notebook. Tον εκτιμώ και πάντα παρακολουθώ τις σκέψεις του.

Σε προηγούμενο άρθρο1 είχα υποστηρίξει ότι η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν μπορεί να επιβιώσει με αξιοπρέπεια ούτε να αντιμετωπίσει με στοιχειώδη επάρκεια ενδεχόμενες καταστάσεις κατάρρευσης ή αναστολής του κλασικού οικονομικού κυκλώματος (μνημονιακό πλαίσιο απολυταρχικού ελέγχου, παραγωγική και κοινωνική παρακμή, γεωπολιτική κατάσταση κοκ). Για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις σημερινές προκλήσεις είναι απαραίτητη μια ριζική μεταστροφή νοοτροπιών και προσανατολισμού σε μια κατεύθυνση παραγωγής οικονομικης και κοινωνικής ισχύος υπό τον έλεγχο των πολιτών. Στόχος είναι η σχετική αυτονομία μας μέσω της βαθμιαίας ανάκτησης του ελέγχου βασικών λειτουργιών που σήμερα ελέγχονται από κέντρα στα οποία οι πολίτες δεν έχουν πρόσβαση ή επιρροή. Η εν λόγω αυτονομία ειναι αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίηση της όποιας πολιτικής στρατηγικής θέτει την επιβίωση και υπεράσπιση της αξιοπρέπειας της πλειοψηφίας των πολιτών στο επίκεντρο.

Εδώ θα υποστηρίξω την υπόθεση ότι είμαστε πολύ πιο δυνατοί από ό,τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αντιληφθεί όσο μένουμε προσκολλημένοι σε καθιερωμένα φαντασιακά και πολιτικές φόρμες. Παραδοσιακά ο αντικαπιταλισμός θεωρείται ένα υποσύνολο της Αριστεράς. Σήμερα, οι άνθρωποι που μέσα από εντελώς διαφορετικές διαδρομές, επιστημονικά πεδία και βιώματα υιοθετούν, χωρίς να το συνειδητοποιούν τις περισσότερες φορές, ευθέως ανταγωνιστικές ως προς τη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού στάσεις και νοοτροπίες είναι πολλαπλάσιοι εκείνων που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με την παραδοσιακή Αριστερά.

Η ανθρώπινη δραστηριότητα παράγει καθημερινά εμπειρίες, τεχνογνωσία, καινοτομία και νέες επιστημονικές και κοινωνικές τάσεις που φέρουν εγγενώς κριτήρια και αξίες που αντιστρατεύονται στη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού. Από την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, τις τεχνολογικές και ενεργειακές υποδομές, τον ψηφιακό κόσμο, την έννοια των “κοινών”, την πάσης φύσεως κοινωνική καινοτομία, τις οικολογικές επιστήμες, τα πολυποικιλα δίκτυα αλληλεγγύης κ.ο.κ μέχρι το δημοκρατικό management, την ομαδική ψυχολογία, την κριτική οργανωσιακή θεωρία και ηγεσία (leadership), την ψηφιακή τεχνολογία κ.ο.κ παράγονται σήμερα τεχνογνωσία και εμπειρία που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαν να διαμορφώσουν τα απαραίτητα στοιχεία ενός συνεκτικού και στιβαρού εναλλακτικού τρόπου οργάνωσης των βασικών λειτουργιών των κοινωνιών μας. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα πεδία που στην αρχή του 21ου αιώνα η ανθρώπινη νόηση και πρακτική διερευνά μεθόδους, τεχνολογικές δυνατότητες και αρχές οργάνωσης που θα μπορούσαν να οικοδομήσουν ένα αποτελεσματικότερο και λειτουργικότερο γενικό κοινωνικό μεσολαβητη στη θέση του κεφαλαίου.

Είναι εκκωφαντική η απουσία αυτής της τεράστιας διανοητικής και πρακτικής δουλειάς, των νέων εξελίξεων και ιδεών σε μια σειρά τομέων, από το πρόγραμμα αλλά και τη λειτουργία της παραδοσιακής Αριστεράς. Σε μια περίοδο όπου οργιάζουν νέες θεωρήσεις για τις μορφές δημοκρατικής οργάνωσης, αναπτύσσονται εργαλεία και μέθοδοι για την αποτελεσματικότερη συλλογική λειτουργία, ψηφιακά εργαλεία για την ουσιαστική συμμετοχή και συνεργασία, πολυεθνικές εταιρείες κάνουν μόδα τη συλλογική ηγεσία, την αντι-ιεραρχική και αντισυμβατική συνεργατική εργασία κ.ο.κ, τα μοντέλα ηγεσίας και οργανωσιακής λειτουργίας μας δεν μπορούσαν να είναι πιο απαρχαιωμένα.

Ο φόβος της παραδοσιακής Αριστεράς απέναντι σε κάθε είδους καινοτομία μπορεί να αποδοθεί στη στρατηγική ήττα της δεκαετίας του ’90, τότε που κάθε συζήτηση για εκσυγχρονισμό κατέληγε σε συνθηκολόγηση με τον καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Η προσκόλληση στο παρελθόν αποτελούσε ένδειξη πίστης στο ιδανικό της χειραφέτησης. Επίσης, μπορεί να αποδοθεί στην περιθωριοποίηση που ακολούθησε. Όμως πια είναι ασυγχώρητη στάση. Ιδιαίτερα σήμερα που δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, η ατολμία ακόμη και να σκεφτούμε καινοτόμα και ελεύθερα, η έλλειψη αυτοπεποίθησης ότι διάφορες εξελίξεις μπορούν να αξιοποιηθούν από εμάς για την προώθηση της υπόθεσης της χειραφέτησης ισοδυναμεί με αυτοχειρία.

Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε πρόσβαση σε τόσες πολλές ενσωματωμένες στους ανθρώπους δεξιότητες, γνώσεις, ικανότητες, τεχνογνωσία και διαφορετικά πολιτισμικά και αξιακά αποθέματα. Αν την εποχή του Μαρξ το βιομηχανικό, δηλαδή ειδικευμένο, προλεταριάτο ήταν αυτό που μπορούσε πράγματι να αναλάβει τη διακυβέρνηση της παραγωγής και της κοινωνίας καθώς ήταν σε θέση να γνωρίζει, σήμερα τα εκτεταμένα τμήματα του πληθυσμού που έχουν ακόμη πρόσβαση στη γνώση και την πληροφορία είναι σε θέση –υπό την κατάλληλη μεθοδολογία και στρατηγική– πραγματικά να απειλήσουν την παγκοσμιοποιημένη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού. Ο βασικός όμως όρος για κάτι τέτοιο είναι η διαμόρφωση ενός συνεκτικού ιστού μεταξύ των διαφόρων επιμέρους στοιχείων που αναπτύσσονται αυτόνομα, ικανού πράγματι να αναλάβει τον συντονισμό και την διεκπεραίωση των βασικών λειτουργιών με άλλο τρόπο. Ένα συνεκτικό δίκτυο επιμέρους εναλλακτικών τρόπων επιτέλεσης αυτών των λειτουργιών (ακόμη και αν δεν είναι πλήρως ολοκληρωμένο) θα μας καταστήσει πραγματικά ισχυρούς ώστε να αποκτήσουμε ως κοινωνία την απαραίτητη αυτοπεποίθηση να αμφισβητήσουμε επί της ουσίας ένα παρακμάζον, αναποτελεσματικό και βάρβαρο τρόπο οργάνωσης των βασικών μας λειτουργιών. Η διαμόρφωση ενός τέτοιου δικτύου, ικανού να διασυνδέει τμήματα της ανθρώπινης δραστηριότητας, θα καταστήσει την αποκαθήλωση του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου απλά θέμα χρόνου.

Το ενδιαφέρον στοιχείο της περιόδου είναι ότι διαθέτουμε πάρα πολλά από τα επιμέρους συστατικά που χρειαζόμαστε για ένα τέτοιο δίκτυο, αλλά δεν αναγνωρίζουμε ως βασικό μας καθήκον τη λειτουργική συναρμογή τους. Ενδεχομένως πολλά από αυτα τα συστατικά να είναι ακόμη μη επαρκώς ανεπτυγμένα, να εντάσσονται σε απολίτικες ή αφελείς φιλελεύθερες διανοητικές νόρμες και να διασυνδέονται λειτουργικά με δομές της αγοράς και του κέρδους. Η ενίσχυση, ωστόσο, της περαιτέρω ανάπτυξής τους, η ένταξή τους σε ένα διαφορετικό αξιακό και διανοητικό στερέωμα και εν τέλει η συναρμογή τους σε ένα διαφορετικό υπόδειγμα οργάνωσης των βασικών λειτουργιών μιας κοινωνίας δεν αποτελεί παρά το καθήκον μιας Αριστεράς με ένα σοβαρό, στρατηγικό προσανατολισμό.

Στην περίπτωση τη δική μας στην Ελλάδα, είμαστε τυχεροί γιατί οι δυνατότητες που σκιαγραφήθηκαν αδρά παραπάνω πληρούνται και με το παραπάνω. Είμαστε μια κοινωνια που παρά την καταστροφή που έχει υποστεί διαθέτει ακόμη έναν πληθυσμό με τεράστιες ενσωματωμένες δυνατότητες. Επιπρόσθετα, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες στο εξωτερικό θα μπορούσαν εύκολα πια σήμερα με τη ψηφιακή τεχνολογία να διασυνδεθούν σε ομάδες εργασίας, συνεργατικές θεσμίσεις και δημοκρατικές διαδικασίες. Με δεδομένο ότι η Ελλάδα αποτελεί σήμερα παγκόσμιο σημείο αναφοράς, μπορεί να είναι εφικτή η διασύνδεση ένος παγκόσμιου δικτύου οργανώσεων, επιστημόνων, ακτιβιστών κοκ με μια εγχώρια κινητοποίηση για την απελευθέρωση δυνατότητων και την αξιοποίηση της ανθρώπινης διανοητικότητας για μια εναλλακτική μορφή οργάνωσης των βασικών κοινωνικών. Οι δυνάμεις που μπορούν να τεθούν σε κίνηση για να αντιμετωπίσουμε εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα αλλά ακόμη και τις συνέπειες μια χρεοκοπίας μπορεί να είναι πραγματικά πολύ μεγάλες. Αυτό που μας φαίνεται αδύνατο μπορεί τελικά και να είναι μέσα στις δυνατότητές μας αν καταφέρουμε να τις αναγνωρίσουμε και τις αξιοποιήσουμε.

Μπορούμε να φανταστούμε την Ελλάδα ως το επίκεντρο μιας δημιουργικής και παραγωγικής παγκόσμιας διανοητικής και πρακτικής δραστηριότητας ανταγωνιστικής στη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού: αμέτρητοι άνθρωποι διασυνδεδεμένοι σε συνεργατικές ομάδες εργασίας, ενταγμένοι σε ένα εκτεταμένο δίκτυο δημοκρατικών διαδικασιών απόφασης, ένας παγκόσμιος ζωντανός οργανισμός που για πρώτη φορά παρεμβαίνει πολιτικά2. Μπορούμε να παίξουμε καθοριστικό ρόλο ώστε να αναδυθεί μια συνεργατική μορφή διασύνδεσης της ανθρώπινης διανοητικότητας σε παγκόσμιο επίπεδο χωρίς τη διαλυτική και παρασιτική διαμεσολάβηση του κεφαλαίου. Είμαστε ίσως μπροστά σε ένα νέο ποιοτικό άλμα για τις δυνάμεις της χειραφέτησης, ένα άλμα όμως που προϋποθέτει μια διαφορετική στρατηγική, μεθοδολογία και φαντασιακό.

Αναζητώντας σχέδιο για την επόμενη μέρα.

Το έχω ξαναγράψει, η προεκλογική αυτή περίοδος με βρίσκει μουδιασμένο, θυμωμένο, μπερδεμένο και απογοητευμένο. Δεν διακρίνω επίσης καμία προσπάθεια, από καμία πλευρά αλλά κυρίως από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ που πραγματικά έχει ανάγκη για κάτι τέτοιο για συζήτηση ουσίας και παραγωγική με στόχο ένα νέο σχέδιο που θα μας πάει στην επόμενη μέρα. Ωραία τα “Πάμε μπροστά” αλλά πρέπει να δούμε και πώς ακριβώς θα πάμε και κυρίως που ακριβώς θέλουμε να πάμε.
Προτιμώ λοιπόν αντί προεκλογικές αναλύσεις και απαντήσεις και σχόλια, να ψάχνω κείμενα και ιδέες για αυτό το σχέδιο της επόμενης μέρας. Πέτυχα λοιπόν το παρακάτω κείμενο του Ζιζέκ οποίος- περίπου- μιλά για αυτό που αναζητώ κι εγώ. Μια τρίτη, ρεαλιστική, αριστερή επιλογή και σχέδιο για την επόμενη μέρα του 3ου μνημονίου. Το παραθέτω ως τροφή για σκέψη.
Η τρίτη επιλογή για τον ΣΥΡΙΖΑ
του Σ. Ζιζέκ

Όταν το άρθρο μου για την Ελλάδα μετά το δημοψήφισμα με τον τίτλο «Η δύναμη της απελπισίας» αναδημοσιεύτηκε στον ιστότοπο «In these times», ο τίτλος άλλαξε και έγινε «Πώς ο Άλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ ανέτρεψαν την Άγκελα Μέρκελ και τους Ευρωκράτες» [inthesetimes.com/article/18229/slavoj-zizek-syriza-tsipras-merkel]. Η ουσία αυτού που έγραψα, ωστόσο, ήταν πολύ λιγότερο αισιόδοξη.

Παρόλα αυτά, δέχθηκα επίθεση από πολλούς στην Αριστερά, διότι αρνούμαι να διανοηθώ την αποδοχή των όρων της ΕΕ από πλευράς του Τσίπρα ως μια απλή ήττα, αρνούμαι να καταδικάσω την «προδοσία» του Τσίπρα.

Η μεταστροφή του «όχι» στο δημοψήφισμα σε «ναι» στις Βρυξέλλες ήταν ένα σοκ, μια συντριπτική οδυνηρή καταστροφή. Ακριβέστερα, ήταν μια αποκάλυψη και με τις δύο έννοιες του όρου: τη συνήθη, της καταστροφής, και την αρχική, την κυριολεκτική, της φανέρωσης, της κοινοποίησης –το βασικό σημείο ανταγωνισμού, το αδιέξοδο, σαφώς αποκαλύφθηκε. Πολλοί, όμως, αριστεροί αρθρογράφοι και σχολιαστές (του Γιούργκεν Χάμπερμας συμπεριλαμβανομένου) ερμήνευσαν λανθασμένα τη σύγκρουση μεταξύ της ΕΕ και της Ελλάδας, ως σύγκρουση μεταξύ τεχνοκρατικής αντίληψης και πολιτικής.

Η μεταχείριση της ΕΕ προς την Ελλάδα ήταν πολιτική στην πιο καθαρή εκδοχή της, πολιτική τόσο που αντίκειται ακόμη και στο οικονομικό συμφέρον. Άλλωστε το ΔΝΤ, ο σαφής εκπρόσωπος του ψυχρού οικονομικού ορθολογισμού, χαρακτήρισε το σχέδιο διάσωσης ως ανεφάρμοστο.

Εν τέλει, ήταν η Ελλάδα που υποστήριξε τον οικονομικό ορθολογισμό και η ΕΕ που αντιπροσώπευσε το πολιτικο-ιδεολογικό πάθος.

Όταν οι τράπεζες και το χρηματιστήριο στην Ελλάδα άνοιξαν ξανά, υπήρξε τεράστια φυγή κεφαλαίου και πτώση των τιμών των μετοχών. Αυτή η κίνηση δεν ήταν σημάδι δυσπιστίας απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απέναντι στα επιβαλλόμενα από την ΕΕ μέτρα, ένα σαφές, ωμό μήνυμα ότι το κεφάλαιο –όπως συνηθίζουμε να το θέτουμε με το σύγχρονο ανιμιστικό όρο και όπως αντιπροσωπεύεται από θεσμούς διακυβέρνησης, όπως το ΔΝΤ- δεν πιστεύει ότι το σχέδιο διάσωσης της ΕΕ μπορεί να εφαρμοστεί. Βεβαίως, το τραπεζικό σύστημα λατρεύει τη διάσωση, αφού τα περισσότερα από τα χρήματα που δόθηκαν στην Ελλάδα πήγαν στις δυτικές ιδιωτικές τράπεζες, πράγμα που σημαίνει ότι η Γερμανία και οι άλλες ευρωπαϊκές υπερδυνάμεις δαπανούν τα χρήματα των φορολογούμενών τους για να σώσουν τις δικές τους τράπεζες, οι οποίες έκαναν το λάθος να δώσουν επισφαλή δάνεια.

Για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι η Γερμανία επωφελήθηκε τρομακτικά από τη φυγή ελληνικού κεφαλαίου προς τις γερμανικές τράπεζες.

Η κρατική μηχανή

Όταν ο έλληνας πρώην υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης δικαιολογούσε την ψήφο του ενάντια στα μέτρα που επιβλήθηκαν από τις Βρυξέλλες, σύγκρινε τη συμφωνία με τη Συνθήκη των Βερσαλιών, μια άδικη διεθνή συμφωνία που εξέθρεψε ένα νέο πόλεμο. Παρότι ο παραλληλισμός του είναι ακριβής, προτιμώ να συγκρίνω τα μέτρα της ΕΕ με τη Συνθήκη Μπρεστ – Λίτοφσκ μεταξύ της Σοβιετικής Ρωσίας και της Γερμανίας, στις αρχές του 1918, με την οποία, προς κατάπληξη πολλών εκ των παρτιζάνων, η κυβέρνηση των μπολσεβίκων υποχώρησε στις εξωφρενικές απαιτήσεις της Γερμανίας. Είναι αλήθεια, η Σοβιετική Ρωσία υποχώρησε, αλλά αυτό της έδωσε το χώρο να αναπνεύσει, για να ισχυροποιηθεί και να περιμένει.

Το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα σήμερα: δεν είμαστε στο τέλος, η ελληνική συνθηκολόγηση δεν αποτελεί την τελευταία λέξη, για τον απλούστατο λόγο ότι η κρίση θα χτυπήσει ξανά, σε ένα – δυο χρόνια ή συντομότερα, και όχι μόνο στην Ελλάδα. Η δουλειά τού ΣΥΡΙΖΑ είναι να προετοιμαστεί για εκείνη τη στιγμή και υπομονετικά να καταλάβει θέσεις και να διαθέτει σχέδιο επιλογών. Η παραμονή στην πολιτική εξουσία σε αυτές τις απίθανες συνθήκες παρέχει τον ελάχιστο χώρο για να προετοιμαστεί το έδαφος για μελλοντική δράση και πολιτική συγκρότηση.

Εκεί ακριβώς εδράζεται το παράλογο της κατάστασης: παρότι το σχέδιο διάσωσης δεν θα δουλέψει, δεν πρέπει να χαθεί η ψυχραιμία και να επιλεγεί η διαφυγή, αντίθετα να ακολουθηθεί μέχρι το επόμενο σημείο έκρηξης. Γιατί; Διότι η Ελλάδα σαφώς δεν ήταν προετοιμασμένη για τη βάρβαρη πίεση της ΕΕ, αλλά την επόμενη φορά πρέπει να είναι. Μέχρι σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε χωρίς να ελέγχει πραγματικά το κράτος και τους δύο εκατομμύρια υπαλλήλους του.

Η αστυνομία και το δικαστικό σώμα, κυρίως, ελέγχονται από τη Δεξιά και η δημόσια διοίκηση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διεφθαρμένης πελατειακής μηχανής. Είναι αυτή ακριβώς η τεράστια κρατική μηχανή στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται να στηρίξει την απέραντη δουλειά που χρειάζεται η πιθανότητα ενός Grexit ή η ακόμα πιο απαιτητική πιθανότητα της νομισματικής αυτονομίας με παράλληλο νόμισμα παραμένοντας εντός ευρωζώνης –αυτή η τελευταία ήταν η πολιτική που υπερασπίστηκε ο Γ. Βαρουφάκης.

Ένα αγκάθι στην ευρωζώνη

Χρειάζεται, επίσης, να έχουμε στο νου μας ότι το Grexit ήταν το σχέδιο του εχθρού. Υπάρχουν και φήμες ότι ο Σόιμπλε πρόσφερε στην Ελλάδα δισεκατομμύρια για να φύγει από την ευρωζώνη. Αυτό που κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ενοχλητικό για τους ευρωκράτες, είναι ακριβώς το γεγονός ότι πρόκειται για την κυβέρνηση μιας χώρας εντός ευρωζώνης. Σε κείμενό του στο «Open democracy», ο Στάθης Γουργούρης παρατηρεί: «Η διεθνής σημασία αυτού του γεγονότος και η σφοδρότητα με την οποία αντικρούστηκε οφείλεται ακριβώς στην ύπαρξη της Ελλάδας εντός της ευρωζώνης. Ποιος θα νοιαζόταν, τώρα που πια δεν υπάρχει ψυχρός πόλεμος, αν μια αριστερή κυβέρνηση αναδεικνυόταν σε μια μικρή χώρα με τη δραχμή ως νόμισμά της;»

Τι περιθώρια έχει ο ΣΥΡΙΖΑ να κινηθεί, όταν περιορίζεται να εφαρμόζει την πολιτική του εχθρού του; Πρέπει να αποχωρήσει αντί να εφαρμόσει μια πολιτική που είναι ευθέως αντίθετη με το πρόγραμμά του; Μια τέτοια κίνηση είναι πολύ εύκολη. Είναι τελικά μια νέα εκδοχή αυτού που ο Χέγκελ ονόμαζε «όμορφη ψυχή»: η αντιπαράθεση ενός ηθικολόγου που κάνει κριτική στην πραγματικότητα από μια βολική απόσταση, παραβλέποντας το γεγονός ότι είναι μέρος αυτής της πραγματικότητας.

Όπως το έθεσε ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται πάνω από όλα να κερδίσει χρόνο και οι δυνάμεις της ΕΕ κάνουν ό,τι μπορούν για να του στερήσουν χρόνο, επιχειρούν να ωθήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ στη γωνία, εξαναγκάζοντας μια γρήγορη απόφαση: είτε πλήρη συνθηκολόγηση (να παραιτηθεί και να ανοίξει το δρόμο για έναν απολίτικο κυβερνητικό εμπειρογνώμονα εθνικής ενότητας) είτε Grexit.

Χρόνο για ποιο πράγμα;

Χρόνο για ποιο πράγμα; Όχι μόνο για να προετοιμαστεί για την επόμενη κρίση. Χρειάζεται να έχουμε πάντα στο νου μας ότι η βασική δουλειά τής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το ευρώ ούτε το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με την ΕΕ, αλλά η ριζική αναδιοργάνωση των από καιρό διεφθαρμένων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα. «Το ασύνηθες πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ», γράφει ο Γουργούρης, «το οποίο δεν θα αντιμετωπιστεί από κανένα άλλο κόμμα στην κυβέρνηση, είναι να αλλάξει τα εσωτερικά θεσμικά πλαίσια σε συνθήκες εξωτερικής θεσμικής επίθεσης» -σχεδόν ό,τι έκανε η ίδια η Γερμανία, στις αρχές του 1800, υπό γαλλική κατοχή.

Το πρόβλημα που η Ελλάδα αντιμετωπίζει τώρα, γράφει ο Γουργούρης, είναι αυτό της «αριστερής κυβερνησιμότητας». Με άλλα λόγια, η σκληρή πραγματικότητα του τι σημαίνει για τη ριζοσπαστική αριστερά να κυβερνά στον κόσμο του παγκόσμιου κεφαλαίου. Τι δυνατότητες έχει η κυβέρνηση;

Οι προφανείς –κοινωνικός εκδημοκρατισμός, κρατικός σοσιαλισμός, απόσυρση από το κράτος και στήριξη στα κοινωνικά κινήματα- δεν είναι αρκετές. Οι πρώτες δύο ανήκουν στην περίοδο πριν τη νέα φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, που ξεκίνησε τρεις δεκαετίες πριν. Πρέπει να αποδεχτούμε ότι η εποχή του κράτους πρόνοιας έχει τελειώσει και ότι η λύση για την Αριστερά δεν είναι να γυρίσει στη χρυσή εποχή της κοινωνικής δημοκρατίας.

Όσο για την τρίτη προαναφερθείσα δυνατότητα, η πραγματική καινοτομία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αποτελεί ένα μη κυβερνητικό γεγονός: είναι η πρώτη φορά που ένα κόμμα της δυτικής ριζοσπαστικής αριστεράς –και όχι ένα κομμουνιστικό κόμμα παλαιού τύπου- αναλαμβάνει κρατική εξουσία. Ολόκληρη η ρητορική, που τόσο αγαπήθηκε από τη νέα αριστερά, της δράσης σε απόσταση από το κράτος, χρειάζεται να εγκαταλειφθεί. Χρειάζεται να αναλάβει όλη την ευθύνη για την ευημερία όλου του λαού και να αφήσει πίσω τη βασική αριστερή «κριτική» στάση της ανέρευσης διεστραμμένης ικανοποίησης στην παροχή εκλεπτυσμένων εξηγήσεων γιατί τα πράγματα έπρεπε να πάρουν το λάθος δρόμο.

Τότε με τανκς, τώρα με banks

Ο Ταρίκ Αλί, στο άρθρο του στον ιστότοπο «London review of books», με τίτλο «Η Ελλάδα προδόθηκε» [www.lrb.co.uk/v37/n15/tariq-ali/diary], γράφει: «Στην αρχή του μήνα γιορτάζανε το “όχι”. Ήταν έτοιμοι να κάνουν κι άλλες θυσίες δοκιμάζοντας τη ζωή έξω από την ευρωζώνη. Ο ΣΥΡΙΖΑ τους γύρισε την πλάτη. Η ημερομηνία 12η Ιουλίου 2015, όταν ο Τσίπρας συμφώνησε στους όρους της ΕΕ, θα αναδειχθεί τόσο απεχθής όσο η 21η Απριλίου 1967.»

Μετά την παραίτησή του, ο Γ. Βαρουφάκης το έθεσε ως εξής: «Στο πραξικόπημα, το όπλο για την κατάλυση της δημοκρατίας ήταν τα τανκς. Αυτή τη φορά ήταν οι τράπεζες. Οι τράπεζες χρησιμοποιήθηκαν από ξένες δυνάμεις για να καταλάβουν την κυβέρνηση. Η διαφορά ήταν ότι αυτή τη φορά καταλάμβαναν όλη τη δημόσια περιουσία.»

Αυτός ο παραλληλισμός μεταξύ 2015 και 1967 είναι πειστικός αλλά ταυτόχρονα και βαθύτατα παραπλανητικός. Πράγματι, τα τανκς κάνουν ομοιακαταληξία με το banks (=τράπεζες), το οποίο σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι εκ των πραγμάτων υπό οικονομική κατοχή, με μειωμένη κυριαρχία και όλες οι κυβερνητικές προτάσεις πρέπει να εγκρίνονται από την τρόικα, πριν πάνε προς ψήφιση στο κοινοβούλιο. Στη σημερινή Ελλάδα, όχι μόνο οι οικονομικές αποφάσεις, αλλά και τα οικονομικά στοιχεία είναι όλο και περισσότερο υπό ξένο έλεγχο.

Ο Βαρουφάκης δεν είχε πρόσβαση σε στοιχεία του ίδιου του υπουργείου του και μάλιστα θέλουν να τον παραπέμψουν για προδοσία επειδή προσπάθησε να αποκτήσει πρόσβαση. Στο βαθμό που η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση υπακούει σ’ αυτούς τους κανόνες παρέχει εθελοντικά δημοκρατικό μανδύα σε αυτήν την οικονομική δικτατορία. Όσο για τις πρόσφατες κατηγορίες για προδοσία εναντίον του Βαρουφάκη, αποτελούν αισχρότητα στην πιο καθαρή εκδοχή της.

Ενώ έχουν εξαφανιστεί δισεκατομμύρια τις τελευταίες δεκαετίες και το κράτος κατασκεύασε ψευδείς εκθέσεις, ο μόνος που κατηγορείται είναι ο δημοσιογράφος που έδωσε στη δημοσιότητα τα ονόματα των κατόχων παράνομων λογαριασμών στο εξωτερικό. Ο Βαρουφάκης κατηγορήθηκε με γελοία πρόφαση. Αν υπάρχει ένας ήρωας σε όλη την ιστορία της κρίσης στην Ελλάδα, αυτός είναι ο Βαρουφάκης.

Πρέπει η Ελλάδα να εξέλθει;

Πρέπει, λοιπόν, να διακινδυνεύσουμε το Grexit; Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με το συμβαντικό πειρασμό (la tentation evenementielle), τον πειρασμό, σε μια δύσκολη κατάσταση να φέρεις σε πέρας την τρελή πράξη, να πράξεις το αδύνατο, να πάρεις το ρίσκο και να εξέλθεις με όποιο κόστος, με τη λογική ότι «τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα από ό,τι είναι τώρα».

Η παγίδα είναι ότι σίγουρα τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα από τώρα, μέχρι και την έκρηξη μιας πλήρους κοινωνικής και ανθρωπιστικής κρίσης. Το ερώτημα – κλειδί είναι: Υπήρξε όντως αντικειμενική δυνατότητα μιας καθαρής χειραφετητικής πράξης με σχεδιασμό για όλες τις πολιτικο-οικονομικές συνέπειες του «όχι» στο δημοψήφισμα; Όταν ο Αλέν Μπαντιού μιλά για χειραφετητικό γεγονός, πάντοτε επισημαίνει ότι ένα περιστατικό δεν είναι γεγονός από μόνο του. Γίνεται τέτοιο αναδρομικά, μέσω των συνεπειών του, μέσω του σκληρού και υπομονετικού «έργου αγάπης» αυτών που παλεύουν για αυτό και πιστεύουν σε αυτό.

Χρειάζεται, λοιπόν, να εγκαταλείψουμε την πρόσδεσή μας στο διαχωρισμό μεταξύ «κανονικής» ροής των πραγμάτων και διαρρηκτικού, έκτακτου γεγονότος. Πώς γίνεται αυτό; Είμαστε βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες και τελετουργίες μας και ξαφνικά κάτι συμβαίνει και αφυπνιζόμαστε, σε μια εκκοσμικευμένη εκδοχή θαύματος: η κοινωνική χειραφετητική έκρηξη.

Εάν είμαστε πιστοί στο γεγονός, ολόκληρη η ζωή μας αλλάζει, εμπλεκόμαστε στο «εργο αγάπης» και επιθυμούμε να εγγράψουμε το γεγονός στην πραγματικότητά μας. Σε κάποια στιγμή, η ακολουθία του γεγονότος εξαντλείται και επιστρέφουμε στην κανονική ροή των πραγμάτων. Τι συμβαίνει, όμως, αν η πραγματική ισχύς ενός κοινωνικο-πολιτικού γεγονότος χρειάζεται να μετρηθεί με την έκλειψή του, το όριο στο οποίο το γεγονός εκλείπει και η «κανονική» ζωή αλλάζει;

Για να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, είναι εύκολο να βασίζεσαι στην ηρωική χειρονομία της υπόσχεσης για αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, να επαναλαμβάνεις τη ρήση ότι αυθεντική πολιτική σημαίνει ότι δεν πρέπει να παραμένουμε εντός των ορίων του εφικτού αλλά να διακινδυνεύουμε το ανέφικτο. Όμως, τι σημαίνει αυτό στην περίπτωση του Grexit;

Οι επιλογές μπροστά μας

Καταρχάς, ας μην ξεχνάμε ότι το δημοψήφισμα δεν αφορούσε ούτε το ευρώ (75% του ελληνικού πληθυσμού προτιμάει να παραμείνει στην ευρωζώνη) ούτε την παραμονή ή όχι στην ΕΕ. Το ερώτημα ήταν: «Θέλετε να συνεχιστεί η υπάρχουσα κατάσταση ή όχι;» Πράγμα που σημαίνει ότι το αποτέλεσμα δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως σημάδι ότι ο ελληνικός λαός ήταν έτοιμος να υπομείνει άλλες θυσίες και δεινά για να εξασφαλίσει την κυριαρχία του.

Η ψήφος του «όχι» ήταν «όχι» στη συνέχιση της υπάρχουσας κατάστασης, της λιτότητας, της φτώχειας κ.λπ. Ήταν το αίτημα για καλύτερη ζωή, όχι η ετοιμότητα για περαιτέρω δεινά και θυσίες. Κάθε πρόσθετο δεινό επιφέρει το ρίσκο της αυξανόμενης δυσαρέσκειας απέναντι στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και της εξέγερσης. [Εν γένει το μοτίβο της «ετοιμότητας για ανείπωτα δεινά» είναι εξαιρετικά προβληματικό.]

Εν συνεχεία, στην περίπτωση του Grexit δεν θα ήταν το ελληνικό κράτος υποχρεωμένο να επιβάλλει σειρά μέτρων (εθνικοποίηση τραπεζών, αύξηση φόρων κ.λπ.), που αποτελούν απλά την αναβίωση της οικονομικής πολιτικής του παλιού εθνικού κυριαρχικού σοσιαλιστικού κράτους; Δεν έχω τίποτα εναντίον αυτής της πολιτικής, αλλά θα δούλευε στις συγκεκριμένες συνθήκες της σημερινής Ελλάδας, με το ανεπαρκές κράτος και όντας μέρος της παγκόσμιας οικονομίας;

Το σχέδιο της Αριστερής Πλατφόρμας

Ας δούμε, όμως, τα τρία βασικά σημεία του σχεδίου ενάντια στη λιτότητα της Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ, που παραθέτει μια σειρά «απολύτως διαχειρίσιμων» μέτρων:

1. Ριζική αναδιοργάνωση του τραπεζικού συστήματος, εθνικοποίηση με κοινωνικό έλεγχο και επαναπροσανατολισμό του προς την ανάπτυξη.

2. Πλήρης απόρριψη της δημοσιονομικής λιτότητας (πρωτογενή πλεονάσματα και ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς), ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η ανθρωπιστική κρίση, να καλυφθούν οι κοινωνικές ανάγκες, να αναδομηθεί το κοινωνικό κράτος και να βγει η οικονομία από το φαύλο κύκλο της ύφεσης.

3. Προώθηση διαδικασιών που θα οδηγήσουν στην έξοδο από το ευρώ και στην ακύρωση μεγάλου μέρους του χρέους. Υπάρχουν απολύτως εφαρμόσιμες επιλογές που μπορούν να οδηγήσουν σε ένα νέο οικονομικό μοντέλο προσανατολισμένο στην παραγωγή, την ανάπτυξη και την αλλαγή της ισορροπίας των κοινωνικών δυνάμεων προς όφελος των εργατικών τάξεων και του λαού.

Και δύο επιπλέον επισημάνσεις:

Εκπόνηση ενός αναπτυξιακού σχεδίου βασισμένου στις δημόσιες επενδύσεις, το οποίο ωστόσο θα επιτρέπει επίσης τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα δημιουργική σχέση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ώστε να βαδίσει στο δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα είναι εφικτή μόλις η ρευστότητα αποκατασταθεί, σε συνδυασμό με εθνική αποταμίευση.
Η ανάκτηση του ελέγχου της εγχώριας αγοράς από τα εισαγόμενα προϊόντα θα αναζωογονήσει και ενδυναμώσει το ρόλο των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που παραμένουν η ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, οι εξαγωγές θα τονωθούν με την εισαγωγή νέου εθνικού νομίσματος.

Αχαρτογράφητα νερά

Είναι δύσκολο να δούμε σε όλα αυτά κάτι παραπάνω από τη συνηθισμένη δέσμη μέτρων του παρεμβατικού κράτους: επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, τύπωμα χρήματος, χρηματοδότηση μεγάλων δημόσιων έργων, στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας. Τέτοια μέτρα, αν υπολογιστούν προσεκτικά, μπορεί να δουλέψουν. Αλλά μπορούν να δουλέψουν στην Ελλάδα του σήμερα, με το τεράστιο εξωτερικό χρέος – όχι μόνο του κράτους αλλά και ιδιωτών και εταιρειών, το οποίο δεν μπορεί να ακυρωθεί χωρίς να αποκοπούν από τους ξένους εταίρους τους-, με μια οικονομία πλήρως ενσωματωμένη και εξαρτώμενη από τη δυτική Ευρώπη, στην οποία βασίζεται για τρόφιμα, βιομηχανικά και φαρμακευτικά είδη; Με άλλα λόγια, σε τι περιβάλλον θα βρεθεί η Ελλάδα, σε αυτό που βρέθηκε η Λευκορωσία και η Κούβα; Αυτά τα ερωτήματα οι 25 βουλευτές, μέλη τής Αριστερής Πλατφόρμας, που έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ και έφτιαξαν τη Λαϊκή Ενότητα, χρειάζεται να τα απαντήσουν.

Όπως έγραψε πρόσφατα ο Πολ Κρούγκμαν, χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι κανείς μας δεν γνωρίζει τις συνέπειες του Grexit, είναι αχαρτογράφητα νερά. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι σαφές, όπως το έθεσε ο Γουργούρης: «Grexit είναι το όνομα της πολιτικής εθνικής ανεξαρτησίας». Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που κάποια μέλη της Αριστερής Πλατφόρμας καταφεύγουν στον εξαιρετικά προβληματικό και –κατ’ εμέ- απολύτως απαράδεκτο χαρακτηρισμό της στάσης τους ως «εθνικού λαϊκισμού». [Παρεμπιπτόντως, χρειάζεται να απορρίψουμε και τους δύο αισιόδοξους μύθους, αυτόν της Αριστερής Πλατφόρμας, ότι υπάρχει καθαρός συνετός δρόμος για το Grexit και για τη νέα ευημερία, αλλά και αυτόν που λέει ότι με την αφοσιωμένη εφαρμογή του σχεδίου διάσωσης ο Τσίπρας μπορεί να γίνει ο ΝΕΟΣ Λούλα.]

Οι κατηγορίες για προδοσία

Η επιλογή με την οποία ήρθε αντιμέτωπη η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ήταν πραγματικά δύσκολη και πρέπει να αντιμετωπιστεί με ωμά πραγματιστικούς όρους, όχι με το μεγάλο ηθικό δίλημμα μεταξύ της γνήσιας πράξης και της οπορτουνιστικής προδοσίας. Οι κατηγορίες ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για «προδοσία» γίνονται για να αποφευχθούν τα πραγματικά μεγάλα ερωτήματα: Πώς αντιμετωπίζεται το κεφάλαιο με τη μορφή που σήμερα έχει; Πώς κυβερνάς, πώς διαχειρίζεσαι το κράτος «με το λαό»;

Είναι πολύ εύκολο να πούμε, όπως το θέτει ο Γουργούρης, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μόνο ένα κυβερνητικό κόμμα, αλλά έχει τις ρίζες του στη λαϊκή κινητοποίηση και τα κοινωνικά κινήματα: «Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας χαλαρός, αντιφατικός και ενδογενώς ανταγωνιστικός συνασπισμός αριστερής σκέψης και πρακτικής, κατά πολύ εξαρτώμενος από την ικανότητα των κοινωνικών κινημάτων όλων των ειδών, καλά αποκεντρωμένος και οδηγούμενος από τον ακτιβισμό των δικτύων αλληλεγγύης σε ένα ευρύ πεδίο δράσης σε όλη την ταξική γραμμή της σύγκρουσης, το φύλο και τη σεξουαλικότητα, τα ζητήματα μετανάστευσης, της παγκοσμιοποίησης, τα ανθρώπινα και τα πολιτικά δικαιώματα κ.λπ.» Εντάξει, ωστόσο το ερώτημα παραμένει: Πώς επηρεάζει ή πώς χρειάζεται να επηρεάζει αυτή η στήριξη στη λαϊκή αυτο-οργάνωση τη διακυβέρνηση;

Η τρίτη επιλογή

Το δίλημμα δεν ήταν ποτέ απλώς Grexit ή συνθηκολόγηση. Υπάρχει και τρίτη επιλογή. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια ασυνήθιστη κατάσταση, υποχρεωμένη να πράξει αυτά στα οποία αντιτίθεται.

Η τρίτη επιλογή είναι να μη συνθηκολογήσει και να μη διακινδυνεύσει το Grexit, αλλά να παραμείνει στην ευρωζώνη και να κάνει ανταρτοπόλεμο καταλαμβάνοντας αργά στρατηγικές θέσεις. Να επιμένεις ενώ δεν πιστεύεις το σχέδιο της ΕΕ θέλει πραγματικό κουράγιο. Αυτός είναι ο λόγος που ο πραγματικά επικίνδυνος εχθρός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ τώρα δεν είναι τα πρώην μέλη της Αριστερής Πλατφόρμας, αλλά εκείνοι που εσωτερικεύουν την ήττα και θέλουν πραγματικά να παίξουν το χαρτί της ΕΕ.

Όπως μου επισήμανε ο Βαρουφάκης, αυτός ο κίνδυνος γίνεται σαφέστερος όταν λάβουμε υπόψη τη συνέπεια της συνθηκολόγησης στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η συνθηκολόγηση αποριζοσπαστικοποίησε αυτούς που απέμειναν στα υπουργεία, με αποτέλεσμα να είναι είτε ανίκανοι είτε απρόθυμοι (μήπως εξοργίσουν την τρόικα) να οργανώσουν την επόμενη ρήξη. Επιπλέον, η τρόικα τούς κρατά σαν ινδικά χειρίδια στον τροχό του κλουβιού τους, κάνοντάς τους να τρέχουν όλο και πιο γρήγορα για να εφαρμόσουν τα τοξικά της μέτρα. Μέσα σε λίγες μέρες είχαν αφομοιωθεί και δεν ήταν σε θέση να σχεδιάσουν οτιδήποτε διαφορετικό.
Τελευταίο και σημαντικό, η τρόικα επιβάλλει στην κυβέρνηση νομοθεσία που εξαπλώνει και παγιώνει τα φεουδά της μέσα στο κράτος.

Το ΣΔΟΕ απορροφήθηκε από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, ώστε η κυβέρνηση να μην έχει εργαλεία στη διάθεσή της για να πολεμήσει τη φοροδιαφυγή των ολιγαρχών. Παρομοίως και με τις ιδιωτικοποιήσεις. Η τρόικα φτιάχνει καινούργια όργανα που μπορεί να ελέγχει πλήρως.

Απομένει, λοιπόν, καμιά ελπίδα; Το αληθινό θαύμα και μια από τις ελάχιστες πηγές μετριοπαθούς ελπίδας είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων ψηφοφόρων φαίνεται να στηρίζει ακόμα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η εξήγηση είναι ότι η πλειοψηφία αντιλαμβάνεται πως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κάνει το σωστό σε μια απίθανη κατάσταση. Γι’ αυτό ο Τσίπρας έπραξε σωστά όταν παραιτήθηκε και άνοιξε το δρόμο για νέες εκλογές –με την ελπίδα να επιστρέψει ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση δυνατότερος από ποτέ.

Δεν υπάρχει καθαρή εκ των προτέρων απάντηση. Κάθε επιλογή μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο εκ των υστέρων, από τις συνέπειές της. Υπάρχει ο κίνδυνος η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ να αποδειχτεί αυτό και τίποτα παραπάνω και να επιφέρει την πλήρη επανένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ ως ένα ταπεινό πτωχευμένο μέλος, με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει ο κίνδυνος το Grexit να μετατραπεί σε μεγάλης κλίμακας καταστροφή. Ο φόβος δεν είναι μόνο η προοπτική επιπλέον δεινών για τον ελληνικό λαό, αλλά και η προοπτική μιας ακόμη αποτυχίας που θα απαξιώσει την Αριστερά για τα επόμενα χρόνια και, παράλληλα, θα επιτρέψει στους εναπομείναντες αριστερούς να υποστηρίζουν ότι η ήττα τους αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη φαυλότητα του καπιταλιστικού συστήματος.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 24 Αυγούστου, στον ιστότοπο «In these times».

πηγή: http://www.stokokkino.gr/article/1000000000015606/I-triti-epilogi-gia-ton-SURIZA

Πρώτη φορά σε διαδήλωση

Έβλεπα φωτογραφίες από τη διαδήλωση “Μένουμε Ευρώπη”. Είχα και γνωστούς από το εργασιακό και φιλικό μου περιβάλλον που αποφάσισαν να πάνε.

Τους έβλεπα και τους άκουγα να προετοιμάζονται, να συζητάνε αν θα ειναι ανοιχτό το μετρό- που ήταν, αν θα τους επιτεθούν (οι “αντιεξουσιαστές” όπου από ότι κατάλαβα στον όρο αυτό περιλαμβάνονται αντιεξουσιαστές, αναρχικοί, ΠΑΜΕ, ΣΥΡΙΖΑίοι, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μπαχαλάκηδες και άλλες ετερόκλητες φυλές)- που δεν τους επιτέθηκαν, αν θα φάνε χημικά-που δεν έφαγαν, τι να βάλουν (με την καλή έννοια το λέω), να λένε “όποιος μείνει στον καναπέ του θα είναι υπέυθυνος για τα κακά που θα έρθουν” κι άλλα πολλά… Είχε ενδιαφέρον.

Είδα τις selfies και τις φωτογραφίες με “τον κόσμο στο Σύνταγμα” στα social media κι άκουσα το άγχος τους να πείσουν οτι ήταν μαζική η συμμετοχή. Ομολογώ μου φαινόταν παράξενο αυτό το σκηνικό αλλά δε με ενοχλούσε. Είχε την πλάκα του, αλλά θεωρώ ότι εχει σα φαινόμενο ενδιαφέρον. Να δούμε και πόσο θα κρατήσει…

Προσπαθούσα να σκεφτώ τι μου θύμιζε το όλο σκηνικό. Μάλλον έμοιαζε με τις κοπέλες της παρέας που αποφασίζουν ξαφνικά να έρθουν γήπεδο. Σε ρωτάνε τι βάζουν εκεί, αν θα γίνουν επεισόδια και “πόση ώρα κρατάει δηλαδή”. Έρχονται μαζί και σε ρωτάνε “ποιοί είμαστε εμείς, οι ασπρόμαυροι;”. Και τώρα δηλαδή “αυτός που χτύπησε θα ξαναπαίξει; Δεν πονάει;”. Κάποια στιγμή παίζει και το “έχει πολύ ακόμα;” αλλά οκ, ειναι αναμενόμενο. Τελικά οι πιο πολλές δεν ξανάρχονται. Αλλά διηγούνται συχνά την ιστορία που “μια φορά είχα πάει στο γήπεδο, Νίκο ποιοί παίζανε θυμάσαι;”. Ενίοτε μία-δύο το βρίσκουν ενδιαφέρον και σιγά-σιγά αρχίζουν να βλέπουν κανένα ματς, έστω και στην τηλεόραση. Είναι το κέρδος για την όλη προσπάθεια.

Το κέρδος θα είναι στην αντίστοιχη περίπτωση αν δημιουργηθεί η αντίληψη- σε έστω λίγο από τον κόσμο που το λοιδορούσε ως την Τετάρτη- ότι ο δρόμος ειναι πεδίο διεκδίκησης και αγώνα. Κι ότι το “έλα μωρέ, πάτε μια βόλτα κι έγινε κάτι” δεν ισχύει. Μακάρι αν και δεν το πολυπιστεύω ομολογώ.

IMG_0644.JPG

Πρώτη φορά Αριστερά. Και από αύριο;

Πρώτη φορά λοιπόν Αριστερά. Το καταλαβαίνουμε όλοι, το συναισθανόμαστε κάνοντας μια βόλτα ή μιλώντας με γνωστούς, συναδέλφους και φίλους. Ωραία, πολύ ευχάριστο για όσους πιστεύαμε σε αυτή για χρόνια. Πάμε όμως και παρακάτω.
Τι σημαίνει αυτό;

σκίτσο
Δεν θα κουράσω με περιγραφές της σημερινής Ελλάδας. Χώρα που σε βασικά αγαθά όπως υγεία, παιδεία, ρεύμα, θέρμανση και φαγητό δεν έχουν πρόσβαση όλοι οι πολίτες της, έχει σοβαρό πρόβλημα. Ακόμα περισσότερο όταν οι πολλοί είναι εκείνοι που δεν έχουν πρόσβαση.

Η ελπίδα του λαού στρέφεται στην Αριστερά και στο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Κι ας μη γελιόμαστε, είναι ένα καταφύγιο επιβίωσης η στροφή αυτή. Δεν είναι κάποιο ξαφνικό ιδεολογικό ρεύμα που τους φέρνει. Τους φέρνει η ανάγκη. Ας μην έχουμε αυταπάτες ότι ο κόσμος έχει πειστεί απόλυτα από την Αριστερά. Κι ασφαλώς δεν έχει μελετήσει, κατανοήσει και προσαρμοστεί στις αξίες και κυρίως στον τρόπο σκέψης και δράσης της. Δίνει μια ευκαιρία. Και τη δίνει χωρίς υπομονή και πίστωση χρόνου, όπως κάποτε γινόταν. Τη δίνει για άμεση δράση. Όχι επειδή μεροληπτεί, απλά επειδή ο λαός είναι πέρα από τα όρια του πια.
Για όλα αυτά κι ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να πει αλήθειες. Kαι να τις κάνει πράξεις. Να υλοποιήσει δηλαδή τις απλές και σαφείς δεσμεύσεις του για την άμεση αντιμετώπιση των πιεστικών αναγκών επιβίωσης των νοικοκυριών που υποφέρουν. Δεν υπάρχει πίστωση χρόνου, από την πρώτη μέρα πρέπει να ξεκινήσει να υλοποιεί. Ο απλός κόσμος ζητά μια ανατροπή καθαρή και απλή αλλά άμεσα ορατή. Δεν έχει την δυνατότητα να περιμένει. Δεν το επιτρέπει η ίδια η ζωή. Κι αν η Αριστερά αποδειχθεί ασυνεπής, θα αντιμετωπίσει πολλαπλάσια οργή και σκληρή αποκαθήλωση.

Κι αυτό θα συμβεί γιατί όσοι πολίτες σήμερα δεν αντέχουν και απορρίπτουν όλους και όλα όσα μας έφτασαν στη σημερινή εξαθλίωση, στρέφονται κυρίως προς το ΣΥΡΙΖΑ, με επιφυλάξεις που οφείλονται είτε στην κακή προϊστορία των κομμάτων που κυβέρνησαν είτε και στην μη εμπειρία Αριστερής διακυβέρνησης. Κοινώς δεν γνωρίζουν για την Αριστερά, δοκιμάζουν πρώτη φορά, χωρίς πολλοί από αυτούς να είναι καν φορείς των βασικών αξιών και θέσεων της. Το κάνουν γιατί είναι η μοναδική εναλλακτική επιλογή τους. Στην πραγματικότητα αυτό που θα έχει επιλέξει ο κόσμος είναι το ρίσκο της ανατροπής από τη σιγουριά της εξαθλίωσης.

Για να μιλήσουμε τελείως πρακτικά λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να κινηθεί άμεσα. Να ανακουφίσει άμεσα ζητήματα ανθρωπιστικής κρίσης και να δώσει αξιοπρέπεια. Να διαπραγματευτεί σκληρά με τους έξω και με ανοιχτά χαρτιά για τους πολίτες. Με απόλυτη ειλικρίνεια και εναρμονισμένος με τη λαϊκή βούληση. Να βάλει άμεσα μπροστά τομές στο πολιτικό σύστημα και μεταρρυθμίσεις ριζοσπαστικές στη δημόσια διοίκηση. Να αποκαταστήσει το αίσθημα δικαιοσύνης και την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς. Και φυσικά να αποδώσει δικαιοσύνη. Φορολογική δικαιοσύνη, απόδοση πολιτικών ευθυνών, αναδιανομή του πλούτου. Και να βάλει τα θεμέλια για την δημιουργία ενός νέου παραγωγικού μοντέλου όχι πια πλαστών επιδοτήσεων και κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας αλλά ουσίας.

Κι ένα επιπλέον χρέος που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν θέλει να έρθει για να μείνει και να αλλάξει τα πράγματα είναι να ξεριζώσει νοοτροπίες δεκαετιών. Τη νοοτροπία ανάθεσης στα κοινά. Τη νοοτροπία των πελατειακών σχέσεων. Τη νοοτροπία του ατομισμού. Αν τα καταφέρει, θα γράψει ιστορία. Αν δεν τα καταφέρει και κυρίως αν δεν παλέψει να τα καταφέρει θα τον γράψει πολύ σύντομα η ιστορία. Ως μια παρένθεση σύντομη.

Κείμενό μου για το porca.gr

Ούτε βήμα πίσω

Μιλώντας με πολλούς ανθρώπους στις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας αποκόμισα μέχρι στιγμής δύο συμπεράσματα:

Ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Χριστόφορου Βερναρνδάκη. Δώστε βάση προς το τέλος που είναι το ζουμί!

Το πρώτο, δεν υπάρχει πλέον φόβος για την πολιτική αλλαγή. Όχι γιατί οι άνθρωποι δεν είναι επιφυλακτικοί ή δεν φοβούνται κιόλας, αλλά γιατί πλέον δεν έχουν να χάσουν τίποτα. Βρισκόμαστε διαρκώς μπροστά σε ανθρώπους που έχουν ξεπεράσει τα όρια της αντοχής τους. Μια μαζική απελπισία απλώνεται στις λαϊκές γειτονιές του κέντρου, μια απελπισία που δείχνει ότι θα έχει δύο βασικές εκφράσεις. Την ψήφο στον ΣΥΡΙΖΑ από τη μια, την αδιαφορία ή την παραίτηση από την άλλη (πιθανόν στη στάση αυτή να υποκρύβεται και μια συμπάθεια στην Χρυσή Αυγή).

Το δεύτερο, ίσως και το σημαντικότερο συμπέρασμα, είναι ότι η μαζική όπως διαφαίνεται ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ των λαϊκών στρωμάτων, βιώνεται ως ύστατη πράξη διάσωσης, το τελευταίο καταφύγιο ελπίδας. Ο λαός μετακινείται μαζικά στην αριστερά όχι γιατί έχει πειστεί απόλυτα από αυτήν ούτε γιατί έχει οργανωθεί σε αυτήν και ενστερνιστεί τον τρόπο που σκέφτεται και δρα. Περιμένει από αυτήν και ιδίως από τη νέα Κυβέρνηση ένας τέλος σε αυτήν την πολιτική και μια βαθιά αναπνοή. «Θα σας δοκιμάσουμε» είναι η φράση που ακούγεται συνεχώς και έχει κανείς την αίσθηση ότι είναι μια ανάμικτη σχέση ελπίδας και απειλής.

Λοιπόν, και εμείς πρέπει να είμαστε σαφείς. Ούτε βήμα πίσω από τις απλές και κατανοητές δεσμεύσεις μας στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Ούτε βήμα πίσω από τις απλές και σαφείς δεσμεύσεις μας για την άμεση αντιμετώπιση των οξυμένων κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων των λαϊκών νοικοκυριών. «Θα κόψουμε το λαιμό μας», αλλά αυτά πρέπει από την πρώτη κυριολεκτικά ημέρα να τα εφαρμόσουμε. Ο απλός κόσμος ζητά μια ανατροπή καθαρή, απλή, εφικτή, ορατή, άμεση. Δεν ζητά μαξιμαλισμούς. Γι’αυτό και θα είναι απίστευτα σκληρός απέναντί μας αν εμείς δεν φανούμε συνεπείς. Οι «περίοδοι χάριτος» υπήρξαν πάντοτε μια έκφραση της αστικής πολιτικής ανάθεσης, σε ένα περιβάλλον που ο λαός «ανέχεται» και ο «εκπρόσωπος» διαχειρίζεται. Στην περίπτωσή μας τα πράγματα είναι διαφορετικά, ακριβώς γιατί όλα αλλάζουν και μαζί τους και οι σχέσεις εκπροσώπησης. Δεν θα έχουμε καμία ανοχή, κανένα περιθώριο διάψευσης των ελπίδων του απλού κόσμου, όχι χρονικά, αλλά ουσιαστικά, στο επίπεδο της εφαρμοσμένης πολιτικής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει απλά την ευκαιρία να φέρει την αριστερά στην κυβέρνηση. Εχει μια ιστορική ευκαιρία να αλλάξει το υπόδειγμα της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Να βρει νέες γνώσεις στη γεφύρωση της αντίφασης «ανάθεση – ενεργοποίηση» και να εφαρμόσει μια νέα δυναμική σχέση πολιτικής δράσης. Αλλά ας ξεκινήσουμε από τα απλά: μεγάλη νίκη την ερχόμενη Κυριακή, άμεση αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης στα λαϊκά νοικοκυριά τη μεθεπόμενη Δευτέρα. Και από την Τρίτη τα υπόλοιπα…..

πηγή: http://www.vernardakis.gr/article.php?id=598#.VLvxSO_Zrqo.facebook

Περί αναπαραγωγικού μοντέλου. Προσυπογράφω το κείμενο

Αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, αλλιώς τελειώσαμε οριστικά…
Άρθρο του “μακμακ” στην Αυγή

Ο καπιταλισμός δεν είναι σε κάθε χώρα ακριβώς ίδιος. Οι ολιγάρχες και το διεφθαρμένο πελατειακό κράτος που βλέπουμε στην Ελλάδα είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο. Ούτε η ελίτ ούτε η τρόικα έχουν δείξει καμία διάθεση για την αλλαγή ή έστω τη βελτίωση του παραγωγικού μοντέλου. Όμως για μια κυβέρνηση που θα θέλει να λειτουργήσει υπέρ των λαϊκών συμφερόντων και να ανασυγκροτήσει τη χώρα, η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου είναι αναγκαιότητα και υποχρέωση.
Αντίθετα με ό,τι κάποιοι εσφαλμένα νομίζουν, ο κοινωνικός πλούτος και η ευημερία οφείλονται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και όχι στην κατανάλωσή τους. Σε συνθήκες μάλιστα αδυναμίας δανεισμού όπως τώρα, ο πλούτος που θα καταναλώνεται θα είναι περίπου ίδιος με αυτόν που παράγεται, είτε μας αρέσει είτε όχι. Σήμερα η πίτα της οικονομίας μειώνεται, οι ολιγάρχες μένουν στο απυρόβλητο και η ανισότητα μεγαλώνει. Πρέπει να γίνει ακριβώς το αντίθετο, ανασυγκρότηση και αναδιανομή.
Ο δημόσιος τομέας παράγει και αυτός πλούτο εκτός από τον ιδιωτικό. Παράγει πλούτο, όχι βέβαια επειδή οι δημόσιοι υπάλληλοι ξοδεύουν τον μισθό τους στα μαγαζιά, αλλά στον βαθμό που παρέχει υποστηρικτικές υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο. Το πελατειακό κράτος και οι αργομισθίες δεν παράγουν πλούτο, αλλά αφαιρούν.
Είναι απαραίτητο λοιπόν να υπάρξει ολική αναδιάρθρωση του Δημοσίου. Όχι προς την κατεύθυνση της μείωσης κόστους με απολύσεις, αλλά προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της κοινωνικής αποτελεσματικότητας. Θα πρέπει η επόμενη κυβέρνηση να εγγυηθεί τις θέσεις εργασίας του Δημοσίου, αλλά να μετακινηθούν εργαζόμενοι προς τις περιοχές που υπάρχει ανάγκη. Να αλλάξουν οργανογράμματα και να γίνουν οικονομίες κλίμακας με στόχο την κοινωνική ωφέλεια και τη διοχέτευση πόρων σε δημόσιες επενδύσεις.
Αρκετοί λένε ότι η υγιής επιχειρηματικότητα είναι καλοδεχούμενη, αλλά οι περισσότεροι δεν μπαίνουν στον κόπο να την ορίσουν. Μία κυβέρνηση με αριστερό χαρακτήρα θα πρέπει να θεωρεί υγιή κάθε επιχειρηματικότητα που επιθυμεί να λειτουργεί εντός του αυστηρού φιλεργατικού και οικολογικού θεσμικού πλαισίου που χρειάζεται να θεσπιστεί. Τέτοιου τύπου επιχειρηματικότητα θα πρέπει να διευκολύνεται ώστε να κερδοφορήσει και όταν κερδοφορεί να φορολογείται.
Το φαινόμενο να θεωρούνται όλα τα γραφειοκρατικά προβλήματα για τις επιχειρήσεις ως δεδομένα, ενώ η αμοιβή και τα ένσημα των εργαζομένων ως μεταβλητά, δεν είναι άσχετο με την κακοδαιμονία της χώρας μας. Ακόμη και αν οι μισθοί των εργαζομένων μηδενιστούν, ποιος θέλει να επενδύσει σε μια χώρα που αν χρειαστεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, η υπόθεσή του θα εκδικαστεί σε δέκα χρόνια; Συμφέρει για επενδύσεις η χώρα με το μεγαλύτερο ενεργειακό και μεταφορικό κόστος;
Στις σημερινές συνθήκες διάλυσης του παραγωγικού ιστού και της καλπάζουσας ανεργίας η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, που σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτη στην Ελλάδα, είναι πιο απαραίτητη παρά ποτέ. Μείωση της ανεργίας με μαζικούς διορισμούς στο Δημόσιο δεν γίνεται να υπάρξει στις σημερινές συνθήκες. Το λεφτόδεντρο ξεράθηκε.
Προϋπόθεση για τη μείωση της ανεργίας είναι να ενισχυθούν οι κοινωνικές και αυτοδιαχειριζόμενες οικονομικές δραστηριότητες και να διευκολυνθεί η αυταπασχόληση. Πρέπει όχι απλώς να φτιαχτεί ένα ευνοϊκό πλαίσιο λειτουργίας για εγχειρήματα τύπου ΒΙΟΜΕ και συνεταιριστικές προσπάθειες νέου τύπου, αλλά το κράτος να αναλάβει βοηθητικό διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ δικτύων παραγωγών, προμηθευτών και καταναλωτών. Και η ενίσχυση να γίνεται κατά προτίμηση με τη μορφή υλικοτεχνικής υποστήριξης και όχι με χρήματα, για να μην ξαναζήσουμε τα φαινόμενα διαφθοράς των συνεταιρισμών σε προηγούμενες δεκαετίες.
Ο δρόμος για την ανασυγκρότηση είναι δύσκολος, αλλά η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Πηγή: http://www.avgi.gr/article/3388284/allagi-tou-paragogikou-montelou-allios-teleiosame-oristika-