Στα τριάντα

Διάβασα ένα κειμενάκι της Μαριάννας Ρουμελιώτη με το οποίο μπορώ να πω συμφωνώ σε πολλά και “συμπάσχω”! Άλλωστε κι εγώ εδώ και κάποιες μέρες βρίσκομαι σε αυτή την δεκαετία των τριάντα… Και μιας και χθες συζητούσαμε για την “χαμένη γενιά”, αυτό το κειμενάκι “κολλάει” πολύ. Και κυρίως δίνει το κλίμα, την ατμόσφαιρα και πολλές από τις σκέψεις των ανθρώπων εκεί γύρω στα τριάντα.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο enfo.gr

 

Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στην Ιθάκη με την παρέα από το σχολείο. Καθόμασταν σε ένα καφέ στο Κιώνι και ονειρευόμασταν πως θα θέλαμε να είμαστε στα 30. Τότε ήμασταν κάπου 20 στα 21, κάναμε κάτι ψιλοδουλειές για το χαρτζιλίκι μέχρι να τελειώσουμε τις σπουδές. “Θα θελα να ζω σε ουρανοξύστη στη Νέα Υόρκη”, “να είμαι συγγραφέας”, “να έχω παιδιά”, “θα θελα να είμαι σε αγρόκτημα στην Ιταλία”, χιλιάδες “να” και “θα” βγαλμένα από τον κινηματογράφο.

Βλέπαμε πολλές ταινίες, είχαμε μεγαλώσει εύκολα μάλλον, ήμασταν καλομαθημένοι. Δε ξέρω τι ακριβώς νομίζαμε, αλλά σίγουρα δεν υπολογίζαμε κανέναν και τίποτα. Σιγά μην γυρίσω αν φύγω, θα βρω δουλειά στο εξωτερικό, θα κάνω αυτό που μου αρέσει και έτσι θα ζω. Τα της Ελλάδας ήταν τα εύκολα, τα δεδομένα, ούτε συζήτηση για αυτά.

Φύγαμε για το εξωτερικό, γυρίσαμε από τo εξωτερικό για λόγους που τότε, ούτε φανταζόμασταν. Το πιο παράδοξο είναι πως τη μεγαλύτερη δυσκολία τη βρήκαμε στην Ελλάδα που θα ήταν εύκολα.

Χωριστήκαμε σε αυτούς που συνεχίζουν να ζουν μια εκδοχή, έστω στραπατσαρισμένη, του ονείρου τους και σε αυτούς που αναζητούν τον τρόπο να ζήσουν διαφορετικά. Κάποιοι από μας ακόμα ελπίζουν πως κάτι θα βγει από το 10ωρο στο κλιματιζόμενο γραφείο και τα ατελείωτα meetings. Κάποιοι από μας ακόμα πιστεύουν στην καινοτόμα επιχειρηματικότητα, στη σαραντάρα director που προτιμά το γραφείο από το σπίτι, στον πενηντάρη manager που μιλάει για τους πελάτες και τρέχουν τα σάλια του. Κάποιοι από μας πιστεύουν πως μόνο έτσι γίνεται, πως μόνο έτσι κατακτάς την ευτυχία, πως μόνο έτσι μπορείς να υπάρχεις. Ένα ταξίδι στο εξωτερικό το χρόνο, 10 μέρες διακοπές το καλοκαίρι στην Αντίπαρο και καταπίνονται όλα αυτά που δεν αντέχεις τον υπόλοιπο καιρό. Έτσι είναι, σου λένε οι γονείς σου, τα πρώτα χρόνια είναι δύσκολα, μετά ανεβαίνεις στη σκάλα και λες σε άλλους τι να κάνουν. Όλοι τα περάσαμε αυτά, θα πούνε οι πιο μεγάλοι των γραφείων. Χωριστήκαμε σε αυτούς που επιμένουν σε αυτό και σε αυτούς που το αμφισβητούν.

Αυτοί που το αμφισβήτησαν, έψαξαν δουλειές με μικρότερο ωράριο, με λιγότερα λεφτά, με ανθρώπους που θέλουν να βλέπουν. Κάποιοι δουλεύουν τις ίδιες ώρες αλλά με ανθρώπους που επέλεξαν, κάποιοι δουλεύουν τις ίδιες ώρες αλλά μπορούν να επιλέξουν αν θα είναι οι βραδινές ή οι πρωινές. Οι περισσότεροι παλεύουν για να πληρωθούν, αλλά δεν θα γυρνούσαν πίσω, ούτε για μια μέρα.

Στην πρώτη μου δουλειά μετά το μεταπτυχιακό είχα μια ατζέντα που σημείωνα όλα αυτά που έπρεπε να τελειώσω μέχρι το τέλος της ημέρας. Μετά το πρώτο τρίμηνο δεν προλάβαινα καν να γράψω τι έχω να κάνω. Έτρεχα όλο το πρωί να προλάβω να μιλήσω στα τηλέφωνα, να γράψω αναλυτικά email υπηρετώντας το “όλα πρέπει να τα έχουμε γραπτώς”. Έτρεχα να πάρω υπογραφές και επιβεβαιώσεις, να μπω και να βγω από συναντήσεις που κάναμε την τρίχα τριχιά, να τελειώσω πριν τις 10 το βράδυ. Γυρνούσα στο σπίτι και χρειαζόμουν τρεις ώρες για να σταματήσω να σκέφτομαι όλα αυτά που έχω να κάνω αύριο. Η βδομάδα μου, μια ατελείωτη διαδρομή προς το τίποτα. Αναρωτιόμουν τι έκανα λάθος, αν φταίει η εταιρεία, θα φύγω, έφυγα, πήγα αλλού, ήταν το ίδιο. Είναι πάντα το ίδιο. Είναι τέτοιοι οι ρυθμοί, τέτοιο το πλαίσιο, έτσι οι άνθρωποι, που μετά από λίγο καιρό μοιάζουν και είναι όλα ίδια.

Δεν ξέρω και δεν κατάλαβα ποτέ πώς κάποιοι από μας αντέχουν. Πώς σε κάποιους αυτή η συνεχόμενη τρέλα δε φαίνεται προβληματική. Παρατηρώ πως τα τελευταία χρόνια, λίγο πολύ, η κρίση γέννησε μια μεγαλύτερη αμφισβήτηση για αυτό το μοντέλο. Μίκρυναν οι μισθοί, άλλαξαν οι ανάγκες, κουράστηκαν οι άνθρωποι, τι σημασία έχει τι τους έφερε εδώ. Σημασία έχει να βγουν από το ετοιμόρροπο κτίριο πριν καταρρεύσει στα κεφάλια τους. Οι προηγούμενες γενιές θαμπώθηκαν για τα καλά από τις πολυεθνικές εταιρείες και τα γυάλινα υποκαταστήματα στην Κηφισίας. Η επαγγελματική καταξίωση ήταν τα πάντα.

Χωρίς απαραίτητα να έχουν αλλάξει τα πιστεύω και οι στόχοι των ανθρώπων, η επαγγελματική καταξίωση δεν έρχεται πια μόνο φορώντας κοστούμι σε μια τράπεζα, αλλά έρχεται και από ένα λαπτοπ στο σπίτι σου. Κάποιοι συγχρονίστηκαν άμεσα, κάποιοι αμφισβήτησαν τον αρχικό στόχο, κάποιοι περιπλανιούνται σε limbo. Για αυτούς μιλάω. Για αυτούς που ίσως τους πήρε η φόρα και τρέχουν χωρίς να θυμούνται το λόγο. Γι’ αυτούς που είναι στον αυτόματο. Για αυτούς που θα δεις τα Σάββατα έξω και μισομεθυσμένοι θα σου πουν πως δεν την παλεύουν άλλο στη δουλειά και αυτό θα το ακούς ξανά και ξανά, επί μήνες. Τη Δευτέρα θα έχουν και οι ίδιοι πείσει τους εαυτούς τους πως το έλεγαν στο μεθύσι τους, πως δεν είναι τελικά έτσι ακριβώς. Μέχρι το επόμενο Σάββατο.

Τότε θα ονειρευτούν πάλι ζωές σε νησιά και παραλίες αλλά πάλι δεν θα βρουν τον τρόπο να πιστέψουν πως γίνεται.

Όμως όλα γίνονται. Το είδα στις φίλες μου, σε πρώην συναδέλφους, σε μένα. Ενώ ξέρουμε και επαναλαμβάνουμε πως όλα είναι στα δικά μας χέρια, συνήθως αφηνόμαστε. Καμία κοινωνική καταξίωση δεν έρχεται με την καταπίεση και το “υπομένω”. Δεν θα ‘ναι εύκολα, αλλά δεν θα ναι δυσκολότερα. Θα υπάρχουν βράδια που θα στριφογυρνάς στο κρεβάτι σου, θα μετράς τα λεφτά και δε θα βγαίνουν. Το επόμενο πρωί όμως θα σου έρχεται μια ανάμνηση, μια εικόνα από σένα σε ένα γραφείο να κάνεις refresh τις σελίδες και θα λες, όχι άλλο. Ένας καφές στο κέντρο στις 11 μιας καθημερινής, το να ανοίγεις τον υπολογιστή σου για να δουλέψεις αυτά που θες εσύ, το να μπορείς να χαζολογήσεις αν σήμερα δεν συγκεντρώνεσαι, θα σου θυμίζουν πως έτσι δεν υπομένεις απλά, έτσι σου αρέσει. Μια καινούρια αίσθηση ελευθερίας. Η ελευθερία του να φέρνεις τις αλλαγές που χρειάζονται, να ακολουθείς αυτό που φαντάστηκες πως θες να είσαι και όχι αυτό που σου φόρεσαν με το ζόρι οι προηγούμενοι από σένα. Η ελευθερία του να ορίζεις τη ζωή σου, τις κινήσεις σου, τις επιλογές σου. Η ελευθερία του να εκπροσωπείς τον εαυτό σου και μόνο αυτόν.

 

πηγή:   http://enfo.gr/ar1610

Στατιστικά αξιοπρέπειας υπάρχουν;

Από χθες διάβασα και άκουσα κάποιους πολύ ενδιαφέροντες αριθμούς. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρξα φίλος τους κι ότι είμαι αντίθετος στην αγιοποίηση τους ιδιαίτερα στην πολιτική.

Αξίζει όμως καμιά φορά να μελετά κανείς τους αριθμούς και να βλέπει τι πραγματικά σημαίνουν. Να διαβάζει λίγο το (όχι και τόσο πια) “κρυφό” τους νόημα. Τέτοιοι αριθμοί είναι κι εκείνου που αφορούν την απασχόληση. Διαβάζουμε λοιπόν ότι 30% είναι ο δείκτης της ανεργίας. Προφανώς είναι ποσοστό ρεκόρ και μάλιστα πλέον έχουμε το “χρυσό” μετάλλιο μιας και περάσαμε την Ισπανία. Πρέπει όμως να συνυπολογίσουμε και το ποιοί αποτελούν το 70%.

Είναι οι “εργαζόμενοι” part-time με 250 ευρώ, είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες με μηδενικό τζίρο, είναι οι εργαζόμενοι με μειώσεις μισθών πολλές φορές και πάνω από 50%. Είναι οι εργαζόμενοι του φόβου της απόλυσης που δουλεύουν με το βασικό μισθό ενώ έχουν πτυχία, που δεν παίρνουν υπερωρίες αλλά οφείλουν να δουλεύουν 10ωρα. Είναι επίσης μέσα στο υπόλοιπο 70% εκείνοι που μήνες τώρα πληρώνονται “έναντι” ή και καθόλου αλλά δεν τολμάνε να φύγουν ασφαλώς. Δεν μπορείς να τους πεις και προνομιούχους όλους αυτούς του 70%…

Παράλληλα αξίζει να τονίσουμε ότι από το 1.300.000 άνεργους μόλις οι 250.000 παίρνουν το 3 και 60 (κυριολεκτικά 360 ευρώ) επίδομα που προβλέπεται.

Πάμε λοιπόν παρακάτω στην ανάλυση των αριθμών. Όπως δημοσιεύει σήμερα η Ελευθεροτυπία στην Ελλάδα 3.642.000 άνθρωποι στην Ελλάδα απασχολούνται, όπως απασχολούνται έτσι όπως περιγράψαμε ήδη και κυρίως έτσι όπως βιώνουμε όλοι ενώ 4.690.000 δεν απασχολούνται. Κοινώς ζούμε σε μια χώρα όπου λίγοι και κακοπληρωμένοι κατά βάση, προσπαθούν να “σώσουν” πολλούς. Βγαίνει ποτέ έτσι ο “λογαριασμός”;

Στο 70% επίσης βρίσκονται και οι συνταξιούχοι ασφαλώς. Άνθρωποι που είδαν να χάνονται οι συντάξεις τους και πια είναι αδύνατο να βρουν τρόπο να συμπληρώσουν το εισόδημά τους.  Που νιώθουν εξαπατημένοι.

Δε θα “λαϊκίσω” σήμερα αναλύοντας την ψυχολογία όλων αυτών των ανθρώπων, τα καθημερινά προβλήματα που διαρκώς αντιμετωπίζουν και που δε λένε να μειωθούν αντιθέτως διαρκώς διογκώνονται. Σήμερα αποφάσισα να γράψω για αριθμούς, τη μόνη γλώσσα που φαίνεται να μιλούν όσοι εξουσιάζουν τις τύχες μας.

Μου είναι αδύνατο όμως να ξεχάσω ότι πάντα, όσο κυνικά κι αν το δει κανείς, πίσω από τους αριθμούς, κρύβονται άνθρωποι και ανθρώπινες ανάγκες. Με αξιοπρέπεια. Ελπίζω κάποια στιγμή αυτή η οπτική να γίνει προτεραιότητα! Και δεν εξαρτάται αυτό από τους διαχειριστές των αριθμών αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους που οι αριθμοί αυτοί καπελώνουν και διαλύουν!