Μπαμπά, θα μου πεις μια ιστορία;

Κείμενό μου για το Superdad.gr:

Aπό μικρός συνηθίζω (το κάνω ακόμα γι αυτό και βάζω ενεστώτα) να πλάθω στη φαντασία μου ιστορίες. Και να της διηγούμαι- κυρίως στον εαυτό μου- με διάφορους τρόπους, γραπτά, νοερά ακόμα και μουσικά. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, από τις ιστορίες αυτές είναι εντελώς ρεαλιστικές κι έχουν σαν δεξαμενή τα ερεθίσματα που από μικρός είχα. Είτε από όσα άκουγα από τους γονείς, τους φίλους και τους γνωστούς είτε και ακόμα από την οικογενειακή εφημερίδα, τα βιβλία που διάβαζα, μουσικές που ανακάλυπτα ή και όσα παρατηρούσα να συμβαίνουν γύρω μου.

Προφανώς δεν είμαι εδώ και καιρό πια μικρός. Συνεχίζω όμως να φτιάχνω, να ψάχνω και να προσπαθώ να ακούσω ή να διηγηθώ ιστορίες. Οι ιστορίες μου χωρίζονται τελικά σε δύο βασικά είδη. Εκείνες που έφτιαξα μέσα από όσα έζησα και παρατήρησα. Κι εκείνες που έφτιαξα από τα ακούσματα και τις πληροφορίες των μεγαλύτερων.

Η πρώτη κατηγορία είναι απείρως πιο ρεαλιστική. Ουσιαστικά είναι μια προσπάθειά μου, η φαντασία μου να περιτυλίγει και να περιγράφει με μεγαλύτερη παρατηρητικότητα την πραγματικότητα. Και είναι αρκετά συναισθηματικές, μιας και προσεγγίζουν το τώρα με τη δική μου οπτική και με τη γεύση που σε εμένα αφήνουν όσα ζούμε. Που μιλούν για την καθημερινή μάχη για την επιβίωση. Για την κοινωνικό-πολιτική παράνοια μέσα στην οποία ζούμε. Για μικρές καθημερινές ιστορίες ανθρώπων όπως εμείς, που όμως για εκείνους η ιστορία αυτή είναι πιθανόν καθοριστικής σημασίας. Για το μόνιμα ερωτήματα στο μυαλό των 30αρηδων, «μένω ή φεύγω από τη χώρα», «να κάνω οικογένεια», «φεύγω από το πατρικό επιτέλους», «είμαι καλός πατέρας τελικά».

Η δεύτερη κατηγορία όμως είναι πολύ πιο συναρπαστική και εντυπωσιακή. Έχω στο μυαλό μου ιστορίες από μέρη και ανθρώπους που ποτέ ο ίδιος δεν έζησα. Διηγήσεις για ανθρώπους θαυμαστούς, με προσωπικότητες που εντυπωσιάζουν. Με τρόπο σκέψης αλλά και πορεία που σου εξάπτουν τη φαντασία. Ιστορίες που έχουν μυρωδιά μιας άλλης εποχής. Αλλά και ιστορίες δεκαετιών που μοιάζουν να έγιναν χθες.

Περιγραφές της ζωής ανθρώπων που πέτυχαν και άλλαξαν τα πράγματα, όπως ο Νέλσον Μαντέλα και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ ή ο Τσε. Ακόμα- ακόμα κι ο Στιβ Τζομπς. Ανθρώπων που άφησαν το στίγμα τους για πάντα σαν τον Καζαντζάκη, τον Μαρξ ή τον Χατζιδάκι. Που σε κάνουν να θαυμάζεις και να αντιλαμβάνεσαι πώς εξελίσσεται η ανθρωπότητα.

Αλλά και ανθρώπων με τρομερό ταλέντο που αυτοκαταστράφηκαν όπως ο Σιδηρόπουλος κι ο Άσιμος ή ο Μπεστ κι ο Μαραντόνα. Ή δεν κατέληξαν έτσι όπως θα περίμενε κανείς, θυμίζοντας σε όλους ότι η ευτυχία δεν κατακτιέται εύκολα όσο πετυχημένος ή δοξασμένος είσαι όπως του Μπίλι Μπο και της Μαρίας Κάλλας.

Ανθρώπους που σε μαγεύουν από το πρώτο λεπτό όπως ο Έλβις ή οι Μπιτλς. Αλλά και ιστορίες που σε μελαγχολούν σαν της Μάνστεστερ των Μπέμπηδων του αεροπορικού δυστυχήματος ή του Χατζηπαναγή και της Εθνικής Ελλάδας που σε βάζουν να σκεφτείς «πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα τώρα;».
Αυτό το ταξίδι μέσα από τις ιστορίες και τις διηγήσεις, το αγαπάω πολύ. Και είναι από τα λίγα πράγματα που θα επιδιώξω να μεταδώσω στο παιδί μου. Να του πω τις ιστορίες μου. Και να του δείξω «πως το κάνω». Δε με νοιάζει καθόλου αν θα του αρέσουν οι ιστορίες μου όπως εγώ της έχω φτιάξει. Ούτε και θα θιχτώ αν αποφασίσει να τις αλλάξει. Και πολύ θα μου αρέσει αν ανακαλύψει άλλες, διαφορετικές από τις δικές μου και τους δικούς του «ήρωες».

Σκεπτόμενος όλα αυτά και προσπαθώντας να αποδείξω πώς από γενιά σε γενιά μεταφέρεται το storytelling (έτσι το λέμε στην Κρήτη), παλιότερα με τις ιστορίες δίπλα στο τζάκι, πλέον ακόμα και μέσα από το internet και το youtube, έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν η δική μου γενιά έχει δημιουργήσει ή τέλοσπάντων θα προλάβει να φτιάξει ικανό αριθμό ηρώων, ιστοριών και αφηγημάτων για να μεταφέρει ή θα «καθαρίσουν» πάλι οι παλιές οι καραβάνες. Αλλά αυτό είναι μια άλλη- μεγάλη, σύνθετη και ίσως πικραμένη- συζήτηση. Προς το παρόν στόχος μου είναι να σας διηγηθώ την ιστορία για τις…ιστορίες μου και να σας το προτείνω, συνάδελφοι superdads ως ένα καλό μάθημα πατρικό.

Να τους λέμε ιστορίες λοιπόν. Και να τους σπρώχνουμε να φτιάξουν και τις δικές τους. Και εντωμεταξύ ας κάνουμε μια προσπάθεια να «φτιάξουμε ιστορία» κι εμείς ως γενιά.

Ο Μικρός Πρίγκηπας ταινία;

Γενικά είμαι επιφυλακτικός με τις μεταφορές  βιβλίων σε ταινίες. Ίσως επειδή δεν είμαι ο ορισμός του σινεφίλ, ίσως επειδή διαβάζοντας ένα βιβλίο το φαντάζομαι όπως εγώ θέλω και όταν το βλέπω στην οθόνη μου “κλωτσάει”.

Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για το αγαπημένο βιβλίο των παιδικών και όχι μόνο χρόνων. Η πρώτη αίσθηση που έχω βλέποντας το τρέιλερ είναι θετική.

Θα το περιμένω λοιπόν με μεγάλο ενδιαφέρον. Ίσως να είναι και η πρώτη ταινία που θα προσπαθήσω να δω μαζί με το γιο μου.

Φαντάζει ιδανικό ξεκίνημα.

Ο Κρόνος, ο Πέρεθ και ο Ραούλ

Ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος μπορεί και γράφει για πραγματικό ποδόσφαιρο, για παιχνίδια εξουσίας και αθλητικό marketing και να περιγράφει πρόσωπα-μύθους όπως ο Ραουλ σε ένα κείμενο απλά, συμπυκνωμένα και σύντομα. Μ´αρέσει αυτό που κάνει και προσπαθώ να καταφέρω να το κάνω κι εγώ κάποια στιγμή αυτό σε αυτό το επίπεδο (πηγή sdna):

Πριν λίγο καιρό, ο Ραούλ έπαιξε το τελευταίο επίσημο παιχνίδι του με τον Κόσμος της Νέας Υόρκης.

Σε εκείνο το παιχνίδι, έφτιαξε ένα γκολ και βοήθησε, ουσιαστικά, την ομάδα του σε όλη την σεζόν για να κερδίσει τον τίτλο.

Ο Ραούλ, όπως πολλοί οι μεγάλοι σταρς της δεκαετίας του 60 και του 70 αποσύρθηκε από το παιχνίδι παίζοντας ποδόσφαιρο στις ΗΠΑ, εικοσιένα χρόνια μετά το πρώτο του παιχνίδι με έναν τεράστιο σύλλογο, όπως η Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Ραούλ είναι ένας γνήσιος madridista πέρα για πέρα. Αντιπροσωπεύει την φιλοσοφία και τον χαρακτήρα της Ρεάλ, όπως ακριβώς ο Τσάβι αντιπροσώπευε της Μπάρτσα.

Πρόκειται για μία φιλοσοφία που δεν είναι γραμμένη κάπου, όμως κάθε παίκτης που συνδέεται με την ομάδα, την γνωρίζει πολύ καλά. Είναι η φιλοσοφία της λευκής φανέλας του συλλόγου, εκεί που έχει εγγραφεί ο κανόνας του πρωταθλητισμού και της διάκρισης, του επαγγελματισμού και της ιστορίας του.

Ο Ραούλ, όταν έπαιζε στην Ρεάλ, είχε γίνει το μέτρο που μετρούσε το χαρακτήρα κάθε παίκτη και την επάρκεια κάθε παίκτη που φιλοδοξούσε να φορέσει την λευκή φανέλα.

Σητην Μαδρίτη, ψάχνουν τον Ραούλ σε κάθε παίκτη που βρίσκεται στις ακαδημίες του συλλόγου.

Ο Ραούλ είναι το πρότυπο με το οποίο θα έπρεπε να δουλεύει η ακαδημία της Ρεάλ.

ΡΑουλ

Όπου και αν πήγε μετά την Ρεάλ, αγαπήθηκε για το ήθος και τον επαγγελματισμό του. Αναγκάστηκε να φύγει από την Μαδρίτη γιατί ήρθε σε σύγκρουση με την ιεραρχία του συλλόγου, ιδιαίτερα με τον πρόεδρο Φλορεντίνο Πέρεθ.

Οι διαφορές τους ήταν ιδεολογικές.

Ο Πέρεθ ήθελε ένα σύλλογο που να πουλά φανέλες και να δυναμώνει το brand name του. Ο Ραούλ, ήθελε απλά να κερδίζει. Παρά το γεγονός ότι με τον Πέρεθ, η Ρεάλ, έγινε ο πλουσιότερος σύλλογος του κόσμου, βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση αυτού που ονομάζουμε «ψυχή» του συλλόγου.

Η διαρκής αναζήτηση ενός αγωνιστικού στυλ και η συνεχής εναλλαγή προπονητών είναι το πιο σοβαρό σύμπτωμα ενός συλλόγου που γίνεται παιχνίδι στα χέρια του μεγάλου του αντιπάλου, που έχει εξορισθεί από την κορυφή της Ευρώπης, που χάνει ένα παιχνίδι κυπέλλου γιατί χρησιμοποιεί τιμωρημένο ποδοσφαιριστή.

Λες και η Ρεάλ Μαδρίτης, είναι ένα ερασιτεχνικό σωματείο όπου όλα γίνονται στο πόδι και την τύχη.

Στην Μαδρίτη, ο Πέρεθ ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος που κατάπινε αμάσητο, ως τωρα, κάθε υποψήφιο διεκδικητή της εξουσίας του.

Ο Ραούλ, όμως, δεν είναι κάποιος τυχαίος. Και αυτό ο Πέρεθ το ξέρει. Και αν γνωρίζει τον μύθο του Κρόνου με τον Δία, θα πρέπει να ανησυχεί σοβαρά τώρα που ο Ραούλ κρέμασε τα παπούτσια του.

Δύσκολη η εξίσωση αλλά πρέπει να λυθεί

Κάποτε (όχι πολύ παλιά), λέγαμε «μην ξεχάσω να πληρώσω το λογαριασμό» και πλήρωνα πριν την ημερομηνία λήξης. Μετά έλεγα «μην ξεχάσω να πληρώσω γιατί λήγει αύριο».

Στη συνέχεια πήγαμε στο «μην το αφήσω να εκκρεμεί για πολύ το χρέος». Καταλήξαμε στο «κάτσε να διαλέξω ποιο από τα χρέη επείγει να πληρώσω πρώτο». Επόμενο βήμα ήταν «θα πληρώσω τα απολύτως απαραίτητα». Και μεθεπόμενο «ας διαλέξω ποιο από τα χρέη επείγει περισσότερο μην έχω μπλεξίματα». Κι έρχονται κι άλλα βήματα. Και η κατηφόρα συνεχίζει.

Αλλά ξέρεις τι γίνεται ρε φίλε; Όσο και να το μελετάς και να ξενυχτάς το βράδυ και να τα κουταλομετράς που έλεγε και η γιαγιά μου, δεν τα έχεις φάει σε μαλακίες για να τα ψάχνεις  τώρα.

Ούτε έκανες όσα τραβούσε η ψυχή σου (ταξιδάρες, ένα αμάξι από νωρίς, ρούχα ακριβά κλπ). Ίσα- ίσα είχες κληρονομήσει κι εσύ το «άγχος» των γονιών σου να «βάζουμε κάτι στην άκρη». Κι έβαλες. Ότι μπόρεσες. Δεν ήσουν και κανένας καλά αμειβόμενος ούτε και μεγαλοκληρονόμος. Και τελικά τα έφαγες σε χρόνο dt για φόρους και χαράτσια.

Και όσο περνά ο καιρός τα έσοδα λιγοστεύουν. Αλλά εσύ δουλεύεις διπλά από ότι πέρυσι. Βγάζεις με το παραπάνω τις υποχρεώσεις σου και αναλαμβάνεις όλες τις ευθύνες σου, αλλά δεν έχεις φράγκο για τις υποχρεώσεις. Λείπεις όλη μέρα από το σπίτι, τη γυναίκα και τα παιδιά σου, τους γονείς σου, από το οικοσύστημά σου όποιο κι αν είναι αυτό. Και όταν γυρνάς δεν είσαι ο κουβαλητής. Μπαίνεις μέσα με τα χέρια άδεια και το μυαλό γεμάτο. Άγχη και ανασφάλεια.

Κάπου εκεί ακούς και τη γνωστή καραμέλα  «μη μιλάς που είσαι άφραγκος/ απλήρωτος/ αγχωμένος, άλλοι δεν έχουν δουλειά». Σωστά. Κι άλλοι δεν έχουν ούτε σπίτι. Επίσης σωστά. Άρα, να έχω και τύψεις ότι είμαι αχάριστος; Ότι γκρινιάζω ενώ «είμαι καλά»; Αφού δεν είμαι καλά. Το ξέρω, το νιώθω.

Πόσο μπορεί να κρατήσει αυτό; Πού είναι εκείνο το γαμημένο το φως στο βάθος του τούνελ; Που είναι έστω εκείνος ο πάτος στο βαρέλι; Αλήθεια τώρα, βλέπει κανείς κάτι να κινείται;

Θα έλεγα ότι βαρέθηκα και τα παρατάω. Αλλά όχι δεν μπορώ να τα παρατήσω στα 32 μου. Σα νωρίς δεν είναι; Δεν μπορώ να αφήσω στην τύχη του το γιο μου στην τελική, άσε με εμένα.

Δεν τα παρατάω. Καλά ως εδώ. Και αντιδρώ και μπράβο μου. Στη θεωρία είμαστε καλά. Στην πράξη;  Πρέπει να βρω μέσα στον πνιγμό της επιβίωσης και το χρόνο να ψαχτώ. Να βρω τρόπο. Οι τρόποι που έως σήμερα δοκίμασα, δοκιμάζονται και βρίσκονται ελλιπείς. Ζητείται δηλαδή χρόνος, τρόπος και μάλιστα αποτελεσματικός και δια

Δύσκολη εξίσωση, αλλά πρέπει να λυθεί. Μας έχει βάλει καιρό τώρα, δύσκολα η ζωή.


math-t2

Γίνεται όμως ζωή part-time;

Σήμερα ήταν μια ακόμα μέρα ρουτίνας. Πήγα για δουλειά στις 8:30. Γύρισα σπίτι στις 20:30. Κι αφού δεν έχει ανακαλυφθεί ο τρόπος να προσπερνάμε τις βιολογικές μας ανάγκες, θα σπαταλήσω και 5-6 ώρες για ύπνο και 1-2 για φαγητό και μπάνιο.

Τι μένει; Ένα τετράωρο. Όπου πρέπει να χωρέσεις όλο σου τον εαυτό. Ότι είσαι. Να προλάβεις να είσαι μπαμπάς για το μικρό. Και μάλιστα σε ώρες που “τα καλά παιδάκια κοιμούνται”. Ευτυχώς το δικό μου δεν είναι τόσο καλό και προλαβαίνω να το δω λίγο. Στο ίδιο τετράωρο πρέπει να προλάβεις να είσαι και σύντροφος, να μιλήσεις με τον ανθρωπό σου, να επικοινωνήσετε, να ερωτευτείς ή και να τσακωθείς ρε αδερφέ! Θες να προλάβεις επίσης να είσαι και φίλος. Να μιλήσεις με τους δικούς σου ανθρώπους να πείτε κανένα αστείο ή να μοιραστείς κάποια ανησυχία. Στο ίδιο εννοείται τετράωρο καλό είναι να προλάβεις να είσαι και γιος, αδερφός, θείος, νονός ή ανηψιός τέλοσπαντων. Και γείτονας ακόμα.

image

Κάπου μέσα σε όλα αυτά θες να προλάβεις να είσαι και λίγο ποδοσφαιριστής, λίγο σινεφίλ, να ακούσεις τις μουσικές σου και να πας και καμιά βόλτα. Θες να καταφέρεις και να είσαι ενημερωμένος κι ενεργός πολίτης. Να συμμετέχεις σε όσα συμβαίνουν γύρω σου. Θες να κάνεις εκείνα τα μαθήματα φωτογραφίας που τόσο σ’αρέσει. Να γράψεις και τις σκέψεις σου στο blog σου, καλή ώρα.

Σε τέσσερις ώρες μέσα θες να είσαι και ενεργός οικονομικά καταναλωτής και κοινωνικά πολίτης. Να περάσεις αξίες και να διαπαιδαγωγήσεις τα παιδιά σου. Όπως υποψιάζεται κανείς εύκολα, χλωμό ακούγεται. Και αυτό είναι κακό νέο συνολικότερα…

Τετράωρη ζωή λοιπόν. όπως την τετράωρη, part time εργασία την οποία έχουμε καταπιεί, συνηθίσει και αποδεχτεί πια. Θα αποδεχτούμε και θα συνηθίσουμε και την τετράωρη ζωή; Γίνεται όμως ζωή part-time;

Υπάρχει ζωή στα social networks;

Έχω την πάγια θέση ότι τίποτα δεν είναι καλό ή κακό, χρήσιμο ή άχρηστο, παραγωγικό ή μη, επικίνδυνο ή ακίνδυνο, επιβλαβές ή αβλαβές από μόνο του. Όλα είναι εργαλεία στα χέρια μας και τα αξιοποιούμε όπως κρίνουμε. Από την πυρηνική ενέργεια έως το αλάτι και τη ζάχαρη. Αυτό ισχύει και για τα social networks.

Προσωπικά τα θεωρώ εξαιρετικό εργαλείο για τη δουλειά, για επικοινωνία κι ανταλλαγή απόψεων αλλά και για τις προσωπικές επαφές. Αν μπορείς να το διαχειρίζεσαι καθόλου δε σε αποξενώνουν, όπως ακούω από πολλούς. Το αντίθετο.

Το σκεφτόμουν πάλι αυτό τον τελευταίο καιρό παρατηρώντας τον ίδιο μου τον εαυτό. Κυρίως από τα τέλη του Σεπτέμβρη (για λόγους που προφανώς δεν σε αφορούν και δεν σε ενδιαφέρουν αγαπητέ αναγνώστη μου) πήζω άσχημα. Γυρνάω αργά σπίτι, προλαβαίνω να κυκλοφορήσω λίγο και μιλάω με πολύ περιορισμένο κύκλο ανθρώπων. Αντιστοίχως εχω και λιγότερο χρόνο για να ψαχτώ, να εμβαθύνω σε ότι με ενδιαφέρει και να παρατηρήσω τον κόσμο γύρω μου, που είναι από τις αγαπημένες μου συνήθειες.

Που κολλάει τώρα αυτό με τα social media θα μου πεις. Κολλάει. Αφού λοιπόν δεν προλαβαίνω να κυκλοφορήσω, να ακούσω, να μάθω και να παρατηρήσω όσο θα ήθελα, πρόσεξα ότι ενστικτωδώς το έκανα αυτό μέσα από τα social.

Μηχανικά, χωρίς να το προετοιμάσω είδα τον εαυτό μου να κάνει το να κοιτάει τι λένε συγκεκριμένα άτομα για θέματα πολιτικής επικαιρότητας πχ. Τους έχω χαρτογραφήσει στο μυαλό μου και το κάνω αυτόματα. Ο φίλος μου που εκτιμώ πχ από την Αριστερά εκτός ΣΥΡΙΖΑ ή ΚΚΕ, ο φίλος που κινούμαστε σχεδόν πάντα στο ίδιο μήκος, ο φίλος μου που έχει ξεμείνει στο ΣΥΡΙΖΑ αλλά εμπιστεύομαι το μυαλό του. Κι ο φίλος του ΚΚΕ να σιγουρευτώ για το αναμενόμενο. Κοιτάω ομως και τι λέει και ο φίλος που κινείται…κεντροαριστερά και έχει ενδιαφέρουσες απόψεις. Ρίχνω και μια ματιά στο δεξιό τμήμα να δω πως αντιμετωπίζει κάθετι. Παίρνω κλίμα στα γρήγορα.

Το ίδιο συμβαίνει και σε πιο επαγγελματικό επίπεδο. Κάνω μια βόλτα από το πολιτικό-οικονομικό-επιχειρηματικό ρεπορτάζ μέσα από τα ποσταρίσματα φίλων δημοσιογράφων. Γνωρίζοντας λίγο πολύ την αφετηρία τους. Και την ευελιξία που τους παρέχει το όποιο Μέσο τους. Παίρνω κλίμα κι από εκεί.

Ακόμα και για το ποδόσφαιρο με βοηθά. Θα δω τι λέει ο γνώστης που ξέρει πραγματικά μπάλα, τι λέει ο πιο φανατικός, τι λέει κι ο γκρινιάρης και θα μπω στο νόημα. Εννοείται ότι κλίμα παίρνεις και μουσικά. Τι παίζει αυτή την εποχή. Τι μουσικές είχες καιρό να ακούσεις και σου έλειψαν. Ξεστραβώνεσαι και με μουσικές που πρώτη φορά ακούς. Επιβεβαιώνεις δε και τι μουσικές δε θα άκουγες ποτέ.

Ακόμα και τι γίνεται στην πόλη σου παίρνεις χαμπάρι κι ας ζεις εδώ και 15 χρόνια 400 χλμ μακριά και με μια θάλασσα ανάμεσα.

Μη σας πω ότι αν είσαι παρατηρητικός “μυρίζεσαι” και ποιός φίλος είναι ερωτευμένος, φρεσκοχωρισμένος ή ζορισμένος. Βλέπεις και ενδιαφέρουσες συζητήσεις γονιών όπως εσύ. Από όλα έχει ο μπαξές αν θες!

Και ξέρεις φίλε αναγνώστη μου υπάρχουν κάποιοι, αρκετοί ευτυχώς φίλοι που είναι μέσα σε όλες τις κατηγορίες. Κι αυτοί είναι πολύτιμοι για να μην απομονωθείς από τη ζωή όσο κι αν πήζεις. Αρκεί να ξέρεις να διαχωρίζεις τη πραγματική ζωή και να φιλτράρεις τα “στημένα” posts που (νομίζουν ότι) παρουσιάζουν μια πλασματική και ψεύτικη ζωή. Αυτούς τους ματαιόδοξους γρήγορα μαθαίνεις να τους αφήνεις απ´εξω από τη διαδικτυακή βόλτα σου.

IMG_0932.PNG

Χαμογελάστε, χορέψτε, φλερτάρετε και τσαλακωθείτε λίγο, καλό κάνει!

Για τους περισσότερους ο Αύγουστος είναι ο μήνας των διακοπών. Ή έστω της χαλάρωσης.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ κάτι που με χαλάει πολύ. Με εξαιρέσεις- κατά βάση σε συναυλίες- όπου πάω βράδυ βλέπω άντρες και γυναίκες ακίνητους. Να κοιτάνε γύρω γύρω κυρίως για να δουν αν τους κοιτάζει κανείς. Και που την περισσότερη ώρα κοιτάνε το κινητό τους και βγάζουν selfies.

Οπότε για τις φετινές διακοπές, επειδή έρχονται μετά από δύσκολη περίοδο και θα τις ακολουθήσει μια ακόμα πιο δύσκολη, μια ευχή- προτροπή θα θέλα να δώσω σε όλους μας.

Όταν βγείτε, να το χαρείτε. Να γελάτε. Να φλερτάρετε όπως παλιά. Να τσαλακωθείτε αν χρειαστεί. Και να χορέψετε. Όσο και όπως μπορείτε. Με ότι μουσικές σας αρέσουν.

Είναι ωραίο πράγμα η μουσική κι ο ρυθμός. Και οι διακοπές (ακόμα και στην πόλη), η θάλασσα και οι καλοκαιρινές νύχτες. Ας τις ευχαριστηθούμε όσο γίνεται.

Δε μπορεί ο 2 χρονών μικρούλης που ζω καθημερινά μαζί του να μην χάνει ευκαιρία να χορέψει σε κάθε μελωδία που θα ακούσει κι εμείς, μεγάλοι άνθρωποι να χάνουμε τις λίγες ευκαιρίες ξεγνοιασιάς ρε γαμώτο!

Inspiring quotes που λέμε και στο χωριό μου

Αυτές τις μέρες στη δουλειά είχαμε μετακόμιση. Στο νέο γραφείο λοιπόν, χρειαζόμαστε και νέο ντεκόρ. Επ´ ευκαιρίας λοιπόν βρήκα μερικά από τα quotes που έχω δει και με εκφράζουν για τον τοίχο μου. Ε και είπα να τα βάλω και στο διαδικτυακό μου τοίχο.

IMG_0504.JPG

IMG_0503.JPG

IMG_0502.PNG

IMG_0500.JPG

IMG_0505.JPG

IMG_0506.JPG

Κουταλο-μαγειρέματα

Άρθρο του φίλου Λευτέρη Κουγιουμουτζή στο Εφημερίδα των Συντακτών
Δίνουμε ιδιαίτερη βαση στην τελευταία παράγραφο:

Σ’ αυτήν τη χώρα μάλλον διανύουμε την εποχή της όγδοης τέχνης. Πρωτοπόροι ως πολιτισμός, διακριθήκαμε διαχρονικά στις περισσότερες από τις επτά υπόλοιπες: σε Αρχιτεκτονική, Γλυπτική, Ζωγραφική, Ποίηση, Μουσική και Χορό. Σε καθεμιά έχουμε γράψει τη δική μας ιστορία. Κι αν ατυχήσαμε ελαφρώς στην έβδομη (Κινηματογράφος), πλην δακτυλοδεικτούμενων φωτεινών εξαιρέσεων, κάνουμε ρελάνς διαπρέποντας στην όγδοη. Κι όσο για το ποια είναι αυτή η όγδοη τέχνη… Οχι, στην Ελλάδα δεν είναι η Φωτογραφία. Αν κάποιος σεργιανίσει στα τηλεοπτικά προγράμματα ή ξεφυλλίσει περιοδικά κι εφημερίδες, δεν θα του μείνει καμιά αμφιβολία: διανύουμε την εποχή της μαγειρικής και των σεφ.

Δεν τολμάς να κάνεις ένα ζάπινγκ και ασπροσκούφηδες κουταλοφόροι ξεπηδούν από παντού. Τσιγαρίζουν («σοτάρω» το λένε τώρα, είναι πιο σικ) από τα άγρια χαράματα σε πρωινά στούντιο και σβήνουν με κρασί σε μεσημεριανές τηλεοπτικές παρέες. Ετοιμάζουνε γλυκό νωρίς το απόγευμα, κάνοντας τις παρουσιάστριες να γκρινιάζουν ναζιάρικα για τις περιττές θερμίδες και σουλατσάρουν γευστικά ανά τον κόσμο σε πικάντικες κι εξωτικές γαστρονομίες τα βράδια. Πας για ύπνο μπουχτισμένος απ’ το φαΐ κι ας μην έχεις βάλει μπουκιά στο στόμα σου όλη μέρα. Αν παρακολουθείς τις εκπομπές μαγειρικής απ’ το πρωί, τη σόδα δεν τη γλιτώνεις. Ακούς για ένα σωρό ακατάληπτα υλικά – αλήθεια, ποια μάνα έβαζε τζίντζερ, κάρι ή γλυκοπατάτα στο φαΐ; Κι όσο για τα έντυπα, αμφιβάλλω αν υπάρχει έστω ένα που να μη φιλοξενεί μια καινοτόμο, τάχα, συνταγή από κάποιον μάστερ του είδους.

Στην εποχή του υλισμού, του καταναλωτισμού και της υπερβολής, ο σεφ παίρνει τα σκήπτρα από τους πνευματικούς ανθρώπους. Κρεμόμαστε απ’ τα χείλη του και μελετούμε τις γραφές του. Ακολουθούμε τους δρόμους που άνοιξε κι είναι το πρότυπό μας. Αυτόν προσπαθούμε να μιμηθούμε και να ξεπεράσουμε. Είναι ο γκουρού και ο δάσκαλος, κριτής και τιμητής. Αντιμετωπίζεται με δέος από κάθε λογής διαγωνιζόμενους σε μαγειρικά ριάλιτι. Στις εκπομπές στις οποίες συμμετέχει δεν περιορίζεται στις κατσαρόλες παρά εκφέρει γνώμη για τα πάντα. Διαβάζουμε συνεντεύξεις του επί παντός επιστητού, μαθαίνουμε για τα βιώματα που τον σημάδεψαν, κάνουμε ουρές στο εστιατόριό του, τον εμπιστευόμαστε ακόμα και για να μας δείξει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του.

Δύσκολη και σεβαστή η δουλειά του σεφ και του αρχιμάγειρα. Και ποια δουλειά δεν είναι; Κάθε άνθρωπος έχει ενδιαφέροντα πράγματα να πει και να δώσει. Κι αν υπάρχει φαντασία και διάθεση, πραγματικά η μαγειρική προσφέρεται για να δημιουργήσει κάποιος. Ποιος εραστής του φαγητού δεν δοκίμασε να πειραματιστεί κάποιες στιγμές στην κουζίνα του, μονάχος ή με φίλους; Και ποιος δεν θα αναγνωρίσει το μεγαλείο κάποιου πρωτοπόρου σεφ ή δεν θα συγχαρεί τον δημιουργό ενός πρωτότυπου πιάτου; Μέχρι εκεί.

Από εναλλακτικές κι από προτάσεις για φαγητό η εποχή δεν πάσχει. Γέμισαν οι οθόνες και τα ιλουστρασιόν περιοδικά. Τι κι αν οι περισσότεροι αδυνατούμε να ανταποκριθούμε οικονομικά στο σπορ και μοναχά ξερογλειφόμαστε με την εικόνα. Από πνευματική τροφή ξεμένουμε, εκεί έχουμε ζήτημα μεγάλο. Πενία και λιμός. Οχι πως δεν υπάρχει διαθέσιμη, αλλά δεν ξέρουμε πού να τη βρούμε και πώς να την αναζητήσουμε, έτσι που τη θάψανε κάτω από τόνους αποφάγια.