Ο κύριος Μανώλης «με τα αυγά». Ένας πραγματικός άρχοντας!

Υπάρχουν κάποιοι, λίγοι, που δεν είναι οικογένεια σου αλλά είναι δικοί σου άνθρωποι. Και ο κύριος Μανώλης ήταν τέτοιος άνθρωπος για την οικογένειά μου.

Πάνε πολλά χρόνια που ήρθε στη γειτονιά με μικρά παιδιά τότε, πιο μικρά από εμένα και τον αδερφό μου. Τον ξανθό Νίκο και το μελαχρινό Μιχάλη, όπως ακριβώς είμαστε κατά σύμπτωση κι ο αδερφός μου κι εγώ… Άνοιξε το mini market του κι έγινε, μαζί με την γυναίκα του την κυρία Μαρία, σημείο αναφοράς για τη γειτονιά. Στέκι το μαγαζί του και στήριγμα πάντα σε ότι χρειαζόταν.

Θυμάμαι τον προηγούμενο αιώνα, ως παιδάκι τη γιαγιά μου να του βάζει κάθε πρωί τη λίστα και μία σακούλα στο ασανσέρ και εκείνος να της ετοιμάζει την καθημερινή παραγγελία. Ότι του έλειπε, το παράγγελνε, να μη λείψει τίποτα.

Θυμάμαι και τον πατέρα μου να κατεβαίνει κάθε πρωί να πίνει τον καφέ του με τον κύριο Μανώλη. Που εύκολα γινόταν ρακή με τη συνοδεία τυριού και ντάκου ή φρέσκιας αγκινάρας. Και τις φωνές και τα γέλια τους και τα κεράσματα σε όποιον περνούσε.

Ο κύριος Μανώλης ήταν η πρώτη καλημέρα μας φεύγοντας από το σπίτι. Τα πρώτα νέα της ημέρας. Το πρώτο ποδοσφαιρικό σχόλιο για τα παιχνίδια της προηγούμενης. Ήταν ο πρώτος που συναντούσα όταν έφτανα στο σπίτι των γονιών από το λιμάνι, όταν πια ανέβηκα Αθήνα, ξημερώματα που έδενε το καράβι. Είχε ήδη διαλέξει από την λαχαναγορά τα μαναβικά και τα τακτοποιούσε. Πάντα εκεί, από πολύ πρωί, στο καθημερινό του μεροκάματο, προσηλωμένος στην οικογένειά του, αλλά και στη γειτονιά και τους φίλους του. Όλους εμάς δηλαδή.

Πέρασαν τα χρόνια, μεγαλώσαμε, τα παιδιά του δεν είναι πια παιδιά αλλά άντρες έτοιμοι να κάνουν τις δικές τους οικογένειες. Κι εγώ άλλωστε έχω τη δική μου. Ο κύριος Μανώλης παρέμεινε η σταθερά της γειτονιάς και για τα νέα μέλη, η πρώτη καλημέρα όταν είμαστε στο πατρικό. Ο φίλος του παππού του Γιάννη. Τρεις Μανώληδες άλλωστε (ανά)γνωρίζει ως δικούς του ο μικρός Γιάννης: το Μανόλη (τον αδερφό μου), το θείο Μανόλη (τον αδερφό της γιαγιάς) και τον κύριο Μανώλη «με τα αυγά» (τα σοκολατένια κεράσματα ήταν πολλά…).

Το πρωί της Πέμπτης, με πήραν για τα νέα. Η μάχη του, καιρό τώρα, ήταν μεγάλη και άνιση. Αλλά όσο και να το φοβάσαι και όσο και να το περιμένεις είναι πάντα πολύ κρύο και βαρύ να το ακούς.

Ετοιμαζόμασταν με το μεγάλο για το σχολείο και τη δουλειά κι ως εκείνη την ώρα, όπως κάθε πρωί, έκανε τα δικά του εκείνος κι εγώ τον μάλωνα προσπαθώντας να τον βάλω σε σειρά να ξεκινήσουμε στην ώρα μας. Με είδε ξαφνικά αλλαγμένο και με ρώτησε τι έχω. Του είπα ότι ο κύριος Μανώλης πάει για ρακές με τον παππού το Γιάννη στον ουρανό. Συνεννοηθήκαμε χωρίς άλλη κουβέντα. Από εκείνη τη στιγμή δεν έβγαλε κιχ, ετοιμάστηκε και με περίμενε στην πόρτα. Μόνο όταν τον άφησα στο σχολείο μου είπε- πρωτοφανώς- «Καλημέρα μπαμπά μου». Τελικά όλα τα καταλαβαίνουν τα παιδιά…

Δυστυχώς, δεν προλάβαμε, δε βρήκαμε τρόπο βασικά να κατεβούμε εγκαίρως στην Κρήτη να τον αποχαιρετήσουμε. Ούτως ή άλλως έτσι κλειστός και ανέκφραστος που είμαι, δεν καταφέρνω να δείξω όσα σκέφτομαι. Αποφάσισα λοιπόν να του αφιερώσω δύο λόγια από καρδιάς, όπως τα σκεφτόμουν. Ξέρω ότι τους τελευταίους μήνες ταλαιπωρήθηκε αλλά πήρε και χαρές από τα παιδιά του. Τον αναζητήσαμε πολύ την τελευταία φορά που επισκεφτήκαμε το πατρικό το Φλεβάρη, δε μπορούσε όμως πια να είναι στο πόστο του όπως κάθε πρωί.

Για εμένα ο κύριος Μανώλης ήταν πάντα ένα παράδειγμα. Χαμηλών τόνων, δεν ήθελε να γίνεται επίκεντρο αλλά στήριγμα. Βοηθούσε χωρίς να το κάνει θέμα. Πάνω από όλα στήριζε με καθημερινό αγώνα και προσπάθεια την οικογένειά του.

Τα παιδιά του τα είχε πάντα δίπλα και κοντά του αλλά και ελεύθερα, να έχουν τις παρέες και τα ενδιαφέροντά τους. Συχνά τους πετύχαινα στην πόλη ή μάθαινα νέα τους από μακριά και τους καμάρωνα. Σίγουρα τους καμάρωνε κι εκείνος ακόμα κι αν σαν άντρες μπορεί να είχαν και τίποτα κόντρες. Έτσι είναι οι πατεράδες με τους γιούς. Το έχω καταλάβει πλέον καλά κι από τις δύο πλευρές. Ο Νίκος κι ο Μιχάλης είναι καλής πάστας παιδιά, χάρη στον κύριο Μανώλη και την κυρία Μαρία. Και έχουν ένα ωραίο παράδειγμα ζωής να ακολουθήσουν, προφανώς με το δικό του στυλ ο καθένας.

Τα παιδιά είμαι σίγουρος ότι θα είναι η παρηγοριά και το καμάρι της κυρίας Μαρίας. Της κόρης που δεν είχε και απέκτησε η μαμά μου. Μεγάλο το στήριγμά της στην οικογένειά μου, δεν το ξεχνάμε ποτέ. Μεγάλος κι ο αγώνας της τόσα χρόνια δίπλα πάντα στον κύριο Μανώλη. Και δίπλα της θα είμαστε- έστω κι από απόσταση κάποιοι- όλοι μας γιατί θέλει δύναμη να αποχωρίζεσαι τέτοιον άνθρωπο. Η γιαγιά μου έλεγε «αρχοντάνθρωπος». Κι αυτό ακριβώς ήταν ο κύριος Μανώλης, αρχοντάνθρωπος!

Για ποιό ποδόσφαιρο μιλάμε;

Από καιρό είχα προσέξει ότι στα ποδοσφαιρικά (έχω και πολιτικά, κοινωνικά, μουσικά και μεγάλη γκάμα τρομάρα μου!) posts μου στα social media η αλληλεπίδραση (interaction λέμε στο χωριό μου) δεν είναι τόση όση στα άλλα θέματα. Όχι ότι με νοιάζει αλλά μου κίνησε την περιέργεια.

Κοιτώντας τη θεματολογία αυτών των- ποδοσφαιρικών- μου posts παρατήρησα ότι εντάσσονται σε 3 κατηγορίες. Η μία είναι γύρω από την ομάδα μου (ΟΦΗ) και κάποιες καθαρά αγωνιστικές αναλύσεις ή σκέψεις. Η δεύτερη είναι σχετικά με την Επικοινωνία και το ποδόσφαιρο, κάτι λογικό λόγω επαγγέλματος. Και η τρίτη αφορά τις ακαδημίες και γενικά τη φιλοσοφία, τη νοοτροπία κα την εκπαίδευση που προσφέρει το ποδόσφαιρο.

Επειδή δε ζω σε άλλο πλανήτη, ξέρω ότι θέματα ελκυστικά ή «εμπορικά» είναι άλλα. Διαιτησίες, παρασκήνια, κανένα στημένο, κανένα σχόλιο περί βίας, κανένα insta story παράγοντα, τέτοια… Αλλά και πάλι πίστευα ότι και τα δικά μου θέματα θα είχαν κάποιο κοινό. Έχουν βασικά, αλλά μοιάζει πολύ περιορισμένο.

Αποφάσισα λοιπόν να το τεστάρω και στην «κανονική ζωή». Να ανοίξω τέτοιες συζητήσεις στο γραφείο, σε παρέες αλλά και στη συναναστροφή με γονείς παιδιών της ακαδημίας του γιου μου. Δε θα το κρύψω, απογοητεύτηκα. Πολύ.

Στο γραφείο η μόνιμη φράση είναι «οκ άστα αυτά, θα μας πεις κανένα ματσάκι Football League να βγάλουμε κανένα φράγκο; Άντε, γιατί τελειώνει η σαιζόν». Οι συζητήσεις «ανάβουν» μόνο αν αφορούν τα ντέρμπυ και κυρίως τη διαιτησία. Αλλιώς ψόφια πράγματα. Και μεσοβδόμαδα το Champions League το ανταγωνίζεται το Master Chef και το Power of Love (είναι το νέο Survivor αν έχω καταλάβει καλά).

Στις παρέες, που οι ποδοσφαιρόφιλοι είναι αρκετοί μία από τα ίδια. Στημένα, παρασκήνιο, Υφυπουργοί, επιχειρηματίες, διαγωνισμός για το ποιος παράγοντας είναι πιο διεφθαρμένος, ανάλυση όλων των δικαστικών αποφάσεων. Που και που ακούς και για κανένα ωραίο γκολ. Αλλά αυτό είναι η εξαίρεση. Αν δε, πας να συζητήσεις για ποδόσφαιρο, ακαδημίες, εκπαίδευση, σε κοιτούν περίπου σαν βαρεμένο.

Οι τελευταίες μου ελπίδες ήταν στους γονείς της ακαδημίας. Έχοντας θέα μπροστά σου παιδιά που παίζουν και το χαίρονται είχα την ελπίδα ότι θα βρεθεί ακροατήριο. Η αλήθεια είναι ότι με 2-3 οι συζητήσεις για τα ματς του Champions League ή τα ξένα πρωταθλήματα τραβούσαν. Αλλά με τους συγκεκριμένους, όχι τυχαία, δεν έβλεπες ποτέ τη συζήτηση να φτάνει κάπως, κάπου στο ελληνικό πρωτάθλημα.

Με τους υπόλοιπους πάλι τα πράγματα ήταν χειρότερα. Γονείς που βαριούνται περιμένοντας, που γκρινιάζουν που θα πρέπει να φέρουν το παιδί και Σαββατοκύριακο για αγώνα, που εκνευρίζονται να πρέπει να ξυπνήσουν νωρίς γιατί το έβαλαν 10 το παιχνίδι και διαμαρτύρονται αν είναι εκτός έδρας. Αλλά και γονείς που ξεκινούν να συζητούν με αγωνία για το αποτέλεσμα του αγώνα των 7χρονων και συνεχίζουν θάβοντας τον προπονητή και τον διαιτητή της ομάδας και του αγώνα του παιδιού και καταλήγουν να τσακώνονται για τις οπαδικές τους προτιμήσεις.

Μείναμε με 2-3 προπονητές να συζητάμε για το σχολείο που έφτιαξε ο Άγιαξ, για το performance analysis των Άγγλων στις μικρές τους ομάδες, για τη διαφορά που κάνει ο Ρονάλντο στη Γιούβε, το ταλέντο του Ζοάο Φέλιξ της Μπενφίκα ή για το «τι ωραίο κατέβασμα έκανε ο πιτσιρικάς» και πόσο ελεύθερα πρέπει να αφήνεις τα παιδιά να παίξουν και να ντριπλάρουν μικρά, μπας και αρχίσεις σα χώρα να βγάζεις ξανά παίκτες ικανούς στο 1 εναντίον 1 κι άλλα τέτοια αντί-εμπορικά.

Τελικά όταν καθένας από εμάς λέει τη φράση «μ’ αρέσει το ποδόσφαιρο» τι ακριβώς εννοεί; Για ποιο ποδόσφαιρο μιλάμε;

Το παιδικό πάρτυ

Μεσημέρι, έξω από το σχολείο περιμένει να βγουν τα παιδιά. Γύρω γονείς, γιαγιάδες και παππούδες ανυπομονούν να αναλάβουν δράση. Ανοίγει η δασκάλα και το μελίσσι με τα νήπια ξεπορτίζει και σπάει. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του…

Σήμερα ο μικρός κρατάει και ένα φάκελο. Βασικά, όλο το μελίσσι κρατάει από έναν. Παιδικό πάρτυ κι αυτό το Σαββατοκύριακο. Το ανοίγει και το διαβάζει να ξέρει τι τον περιμένει! Κάνει πάρτυ λέει, ο Στέλιος, σε ένα μαγαζί στον κεντρικό δρόμο του Δήμου. Μάλιστα.

Λίγο παρακάτω, πετυχαίνει το μπαμπά του Στέλιου. Τον ξεχωρίζει γιατί είναι πολύ εύσωμος και γυμνασμένος, φοράει πάντα κοντομάνικο και οδηγεί ένα τζιπ με φιμέ τζάμια το οποίο το παρκάρει μέσα στη μέση του δρόμου.

Κάνετε παρτάκι είδα. Γενέθλια έχει ε; Να σας ζήσει!

Ευχαριστώ φίλε. Σας περιμένουμε.

Δεν τον ξέρω αυτόν τον παιδότοπο αλλά θα τον βρούμε.

Βασικά δεν είναι παιδότοπος. Καφέ είναι!

Α ναι; Να το μάθω τότε, εγώ περνάω από εκεί για τη δουλειά κάθε μέρα. Να παίρνω από εκεί καφέ.

Βασικά ανοίγει μόνο απόγευμα. Βραδάκι μάλλον.

Α, μάλιστα. ΟΚ, θα τα πούμε και στο πάρτυ.

Βασικά ναι. Τα λέμε εκεί!

Πόσες φορές του είπε “βασικά” αναρρωτιέται όσο προσπαθεί να εξηγήσει γιατί ένα καφέ να ανοίγει μόνο βραδάκι. Τέλοσπάντων θα δούμε…

Σάββατο απομεσήμερο, όλη η οικογένεια έτοιμη για το πάρτυ. Το gps θα κάνει δουλίτσα λογικά… Η πρώτη απόπειρα δεν βοηθά. Το 157 δεν το εντόπισε. Ούτε και με τη δεύτερη είδε κάτι.

Ας παρκάρουμε τώρα που βρήκαμε και το πάμε με τα πόδια. Τελικά υπάρχει 157 απλά δεν το γράφει κάπου. Και τα τζάμια του μαγαζιού είναι σκοτεινά. Φιμέ κι αυτά σαν του τζιπ του μπαμπά του εορτάζοντα.

Ανοίγει την πόρτα και συναντά μια μάλλον αλλόκοτη θέα για παιδικό πάρτυ. Κόκκινοι καναπέδες δεξιά και αριστερά. Ημίφως. Και στο βάθος μία μπάρα. Που ακριβώς είναι το πάρτυ; Και κυρίως το παιδικό το πάρτυ; Δεξιά αναγνωρίζει κάποιους γονείς και 2 διακοσμητικά “Happy Birthday”. Εδώ μάλλον είναι…

Όσο τα παιδιά γυρνάνε γύρω-γύρω παίζοντας σε ένα χώρο που μοιάζει λίγο με πίστα προσπαθεί να εγκλιματιστεί. Αυτό το ημίφως δε βοηθάει και πολύ. Έρχεται η σερβιτόρα να παραγγείλουν. Μήπως είναι υπερβολικά ντυμένη και βαμμένη για παιδικό πάρτυ; Τελοσπάντων…

Ένα φρέντο εσπρέσσο μέτριο παρακαλώ.

Μήπως προτιμάτε ένα ουισκάκι;

E, ε, φέρε ένα ουισκάκι ναι. Με πολύ πάγο. Βασικά βάλε και coca cola! (έχει να πιει και αιώνες μην τον χτυπήσει…)

Δύο λεπτά αφού τα φέρει, η μικρή θέλει νερό. Κάτσε να πάμε στο μπαρ να πάρουμε. Στο μπαρ ένας μπάρμαν εμφανώς βαριεστημένος τους βάζει τα νερά. Δίπλα στο σκαμπό κάθεται μία ψηλή, ξανθιά εντυπωσιακή κοπέλα. Με προφορά ανατολικού μπλοκ ρωτά τη μικρή:

Πως σε λένε εσένα;

Ελένη. Εσένα;

Εμένα, Ταμίλα!

Διεθνές το καφέ, πολυπολιτισμικό σκέφτεται και οι ψίλοι πια, κάνουν “παιδικό πάρτυ” στα αυτιά του.

Λίγο το ουίσκι, λίγο η coca-cola, λίγο το άγχος και η αμηχανία, ήρθε η στιγμή για την τουαλέτα.

Στο βάτος ντεξιά– τον ενημερώνει η σερβιτόρα.

Καθοδόν για το “βάτος”, συναντά και μία παρέα με 3 άντρες σε ένα απόμερο τραπέζι. Ή έχει σύσκεψη ο πυρήνας της Χρυσής Αυγής της γειτονιάς μας ή είναι στο μαγαζί ο Τράκης ή ο Μαρινάκης με τους συνοδούς του ή κάτι δεν πάει καλά με το μαγαζί…

Στην τουαλέτα, ολοκληρώνεται το παζλ. Εμφανή τα σημάδια της… νύχτας ας πούμε. Κάνει ότι κάνει όσο πιο γρήγορα και προσεκτικά γίνεται, επιστρέφει στο τραπέζι και ενημερώνει την οικογένεια ότι όποιος θέλει τουαλέτα, έχει κάτι πολύ ωραία δεντράκια στη γειτονιά.

Δύο ώρες ατελείωτης αμηχανίας φτάνουν στο τέλος τους. Το παιδικό πάρτυ αρχίζει να διαλύεται. Στην πόρτα συναντούν ξανά τον μπαμπά του Στέλιου, με κοστούμι σήμερα να έχει φτάσει μόλις.

Δε σας είδα καθόλου, συγνώμη. Αλλά τέτοια ώρα ειδικά Σάββατο έχουμε τρέξιμο, να προετοιμαστούμε για το βράδυ. Καλά περάσατε, εντάξει;

E,ε ναι όλα καλά!

Χαίρομαι. Λοιπόν, να μας ξανάρθετε! (κλείνοντας το μάτι στον μπαμπά…)

Τι αλλόκοτο παιδικό πάρτυ ήταν αυτό, μονολογεί πηγαίνοντας στο αυτοκίνητο. “Βασικά” που θα έλεγε κι ο μπαμπάς του Στέλιου, μάλλον το πάρτυ έγινε για τους μπαμπάδες. Να μάθουν το μαγαζί.

Η πλάκα είναι ότι σε τέτοιο μαγαζί δεν είχε πάει ποτέ, ούτε ως νέος κι ελεύθερος και πήγε οικογενειακώς! Έχει πλάκα καμία φορά η ζωή…

Υ.Γ: Όχι εγώ, ένας φίλος. (αλήθεια, ένας φίλος)

Υ.Γ 2: Ναι, είναι αυτό που νομίζεις!

H γρίπη

Κι εκεί που περιμένεις αμέριμνος το Σαββατοκύριακο να έρθει να ξεσκάσεις λίγο, να αφιερώσεις λίγο χρόνο σε σένα και την οικογένειά σου έρχεται εκείνη και αναλαμβάνει το κουμάντο.

Χτυπάει ξαφνικά και με μεθοδικότητα. Κάτι ενοχλήσεις στην κοιλιά που δεν σπουδαιολογείς. Μετά στέλνει το φίλο της τον πυρετό να παίξει μπάλα. Και μόλις εκείνος εισβάλει δυναμικά καταφτάνει και η ατονία.

Καταλαβαίνεις ότι όλα όσα σχεδίασες για το Σαββατοκύριακο πρέπει να τα ξεχάσεις. Βάζεις στόχο να τιθασεύσεις τον πυρετό για να είσαι στη θέση σου από Δευτέρα. Κι εκεί που πολεμάς με αντιπυρετικά, χυμούς και σούπες και νομίζεις ότι τα κατάφερες ξαφνικά μπαίνει στη μάχη κι ο πονόλαιμος, το μπούκωμα και η ζαλάδα.

Δεν τα παρατάς όμως, θα περάσουν λες! Και φτάνει η Δευτέρα κι είναι εκεί ακόμα. Μαζί σου, για συμπαράσταση κάθε μέρα πέφτει κι ένας. Την Τρίτη το πρωί νιώθεις ότι ναι, υπάρχει βελτίωση. Τρίτη μεσημέρι το έχεις ήδη πάρει πίσω. Τι να κάνεις, είναι πιο ανθεκτικό αυτή τη φορά θα περιμένω…

Τετάρτη πρωί πλέον υπάρχει απόλυτη ταύτιση απόψεων. Όλοι άρρωστοι! Η μάχη συνεχίζεται, με πολλή προσπάθεια και λίγα αποτελέσματα. Πέμπτη πρωί ο κόμπος φτάνει στο χτένι και η υπομονή έχει εξαντληθεί. Πάμε για τεστ. Το πόρισμα σαφές. Είναι Η γρίπη! Αυτή που ακούς μέρες τώρα στις ειδήσεις.

Ο γιατρός πια συστήνει δραστικά μέτρα. Αντιγριπικό φάρμακο. Και σαν από θαύμα, στην 3η δόση, ο πυρετός εξαφανίζεται. Και προς το τέλος της 3ης μέρας τα περισσότερα συμπτώματα έχουν μετακομίσει σε άλλο σπίτι. Επιτέλους μπορείς να βγεις!

Που πας ρε καραμήτρο;;;

O γιατρός είναι σαφής. Τώρα είναι που κολλάνε οι γύρω σου. Κάτσε σπίτι μερικές μέρες. Κι έτσι ξανακλείνεσαι μέσα για οικογενειακές στιγμές… Και πάνω που έχουν περάσει οι μέρες κι ετοιμάζεσαι για μία πρώτη- έξοδο πιλοτικά αρχίζει η αυτό-λογοκρισία. Κι αν δεν είμαστε τελειώς καλά; Αν ξανακυλήσουμε; Έχει κρύο, φυσάει κιόλας. Αστο μωρέ για αύριο… Και μετά για μεθαύριο. Σε τρομάζουν και συνέχεια οι ειδήσεις με νέους αριθμούς και απειλές…

Και ο φαύλος κύκλος της εσωστρέφειας που λένε και για τα κόμματα συνεχίζεται. Οι οικογενειακές στιγμές και ο “ποιοτικός χρόνος με τους δικούς σου” συνεχίζονται. Αλλά εσώκλειστα αυστηρά.

Τελικά εγώ πότε θα την ξεφορτωθώ τη γρίπη και το φόβο της;

Αύριο, είναι μία άλλη, ίδια, μέρα!

Μαζεύει τα ποτήρια από το τραπέζι στο σαλόνι. Κλειδώνει και κλείνει τα φώτα. Το κρεββάτι τον περιμένει επιτέλους. Βάζει το κινητό να φορτίσει και ετοιμάζει το ξυπνητήρι. Πήγε 1:30 πάλι; Άσε, όχι 7, ας το βάλω 7:15 μωρέ, θα τρέξουμε λίγο παραπάνω και θα προλάβουμε.

6:35 ακούγεται διστακτικό κλάμα από το διπλανό δωμάτιο. Μπορεί να τσακώνεται με το πάπλωμα πάλι, περίμενε να δούμε. 

6:37 το κλάμα επανέρχεται, διστακτικό πάντα. Σίγουρα με το πάπλωμα μαλώνει.

6:41 το κλάμα πια γίνεται αποφασιστικό και γάργαρο. Σηκώνεται και βλέπει τον μικρό όρθιο στην κούνια να τον περιμένει ανυπόμονα. Τον παίρνει αγκαλιά, κάνει ότι δε βλέπει τις χειρονομίες που ζητούν σαν προορισμό την κουζίνα ή το σαλόνι και τον παίρνει μαζί στο κρεββάτι. Τα πρώτα δέκα λεπτά είναι δύσκολα μέχρι να τον πείσει ότι δεν ξυπνάμε ακόμα. Τα επόμενα δέκα είναι πιο απλά μέχρι να τον ξανακοιμήσει. Κοιμάται με το μωρό αγκαλιά, καθιστός στο κρεββάτι. 15 λεπτά μετά το ξυπνητήρι του θυμίζει τη χθεσινή τους συμφωνία…

Προσγειώνει ήρεμα τον μικρό δίπλα και ξυπνάει και τη γυναίκα του. Σήκω, πάει 7:30, θα αργήσουμε πάλι.

Πάει δίπλα για τον μεγάλο αυτή τη φορά.

Έλα σήκω, να πάμε σχολείο.

Γιατί;

Kάθε πρωί πάμε. Τι θες πρωινό;

Γιατί;

Για να φας.

Α! Ότι έχει.

Ωραία, ντύσου, πλύσου κι έλα.

Γιατί;

Προχωράει χωρίς άλλη εξήγηση. Φτιάχνει καφέ, φτιάχνει καφέ για τη δουλειά, παίρνει και τυρόπιτα στο ταπεράκι όσο η γυναίκα του παλεύει με τα τάπερ του σχολείου. Δεν πας να δεις γιατί αργεί;
Tον βρίσκει περίπου ξύπνιο και περίπου ντυμένο να κοιτάει τη ντουλάπα του δωματίου σα να είναι έκθεμα στο Λούβρο. Άντε, ντε μην αργήσουμε. Και μην πεις γιατί, γιατί πρέπει 8:15 να είσαι εκεί.
Τον βάζει να φάει πρωϊνό. Τελικά το μενού λέει γάλα με ψωμί και μέλι

Εγώ αυτό σας ζήτησα;

Δε ζήτησες κάτι συγκεκριμένο, μια χαρά ωραίο είναι! Πάω να ντυθώ και σε 5 λεπτά φεύγουμε!

Και φύγανε. Σε 10 λεπτά… Προσπαθεί να θυμηθεί που έχει παρκάρει. Χθες ήταν που έκανε τον κύκλο και το άφησε στον παρακάτω δρόμο; Όχι προχθές ήταν, χθες βρήκε στο δικό τους δρόμο… Πάμε και βλέπουμε.
Φτάνει σχολείο, αφήνει το παιδί, δίνει και τα λεφτά για την αυριανή εκδρομή στο θέατρο, μπαίνει στην καθημερινή κίνηση και φτάνει δουλειά. Με το γνωστό σασπενς του πού και πότε θα βρω να παρκάρω.

8:45. Ξεκινά το πολύωρο τετ-α-τετ με την οθόνη του υπολογιστή. Τα μάτια και ο αυχένας του παιρνούν αξέχαστα κάθε μέρα. Αλλά αφού έχει δουλειά, μη γκρινιάζει κιόλας. Οι συνάδελφοι τον ενημερώνουν για τις σημαντικές εξελίξεις που έχασε χθες βράδυ κυνηγώντας τα παιδιά. Έχασε ο Παναθηναϊκός από τη Λαμία λέει ο Χάρης, πάει ξεφούσκωσε κι αυτός!
Η Μαίρη έχει άλλα άγχη. Ο Τσιτσιπάς πόσο ήρθε, ξέρετε; Φοβερός!

Η μέρα συνεχίζεται, οι συνάδελφοι συζητούν για τις εξελίξεις στο Power of Love (;) και η δουλειά προχωρά (ή και όχι ενίοτε). Σύμφωνα με το ρεπορτάζ σπιτιού, ο μικρός έφαγε, έπαιξε, γκρίνιαξε, ξανάφαγε και κοιμήθηκε. Ο μεγάλος σχόλασε, έφαγε, γκρίνιαξε, το ξέχασε και σε περιμένει να τον πας για μπάλα. Πες του και είκοσι να είναι έτοιμος γιατί θα έρθω οριακά, θα έχει και κίνηση τέτοια ώρα! Ελπίζω να προλάβω να φάω.
Όντως και είκοσι είναι εκεί. Τρώει σε ρυθμό που κι ο ίδιος τρομάζει από την ταχύτητα ενώ παραλαμβάνει και τη λίστα σούπερμαρκετ για μετά.

Είκοσι λεπτά “ποιοτικού” χρόνου με το μεγάλο στο δρόμο για το γήπεδο. Τα νέα του σχολείου, συζήτηση για τη μπάλα κι ότι άλλο βάλει στην ατζέντα ο 5χρονος. Προσπαθεί να καταλάβει αν είναι όλα καλά σχολείο, αν έχει το παιδί κάποιο άγχος ή πρόβλημα χωρίς όμως να τον ρωτάει και να τον πιέζει. Και όπου μπορεί να του περάσει και κανένα μήνυμα χωρίς να κάνει κήρυγμα.

Φτάνει στο γήπεδο, ο μικρός μπαίνει χαρούμενος να παίξει για τις επόμενες δύο ώρες. Πάντα όταν τον βλέπει να τρέχει να μπει μέσα, θυμάται τον εαυτό του ανέμελο να παίζει μικρός. Πάνε αυτά! Αλλά έχει δύο ώρες τώρα μπροστά του, ευκαιρία να κάνει 1-2 τηλέφωνα για εκκρεμότητες. Να απαντήσει κι εκείνο το e-mail. Βασικά εκείνα τα e-mails. Να πει και καμία κουβέντα με κανένα άνθρωπο. Δηλαδή με κανένα γονιό. Δηλαδή για ιώσεις, δραστηριότητες, διάβασμα στο σχολείο, παιδικά πάρτυ διανθισμένα με σχόλια για το ματς που εντωμεταξύ διεξάγεται μπροστά τους. Πέρυσι ερχόταν κι ο μπαμπάς του Παναγιώτη που ταίριαζαν κι έλεγαν για καμία μπάλα, για συναυλίες και διακοπές. Φέτος έχει άλλη δουλειά και δεν προλαβαίνει. Τέλοσπάντων, δεν πειράζει και μόνο που παίρνει μυρωδιά από γήπεδο, καλά είναι!

7:15. Η προπόνηση τελειώνει. Ώρα να μαζευτούν για τις επόμενες δουλειές. Βάλε μπουφάν και κουκούλα και πάμε!

Γιατί;

 Γιατί είσαι ιδρωμένος κι έχει κρύο!

Α! Τι να φάω;

Έχει μπανάνα και χυμό.

Γιατί;

Φτάνει με τα πολλά και στο parking του σούπερμάρκετ, κέρμα, καρότσι και ξεκινάει η εβδομαδιαία διαδικασία. Πλέον το δίδυμο λειτουργεί με κλειστά μάτια και αυτοματισμούς. Ο μικρός φέρνει τα (αυστηρά βιολογικά) καρότα, κολοκύθια, ντοματίνια κλπ κι εκείνος τις μπανάνες. Ο μικρός φέρνει το γιαούρτι και το γάλα κι εκείνος τα απορρυπαντικά. Παρόλα αυτά πήγε 8:15 και η ουρά στο ταμείο είναι πάλι εκεί! Αν και το χειρότερό του είναι ο αγώνας δρόμου να προλάβει την κοπέλα στο ταμείο και να παραλάβει με μία σχετικά βολική σειρά τα πράγματα. Αφού συνέρθει από το σοκ του λογαριασμού που πάντα θα ξεπερνά τις προσδοκίες, φορτώνει και πάει για το σπίτι. Αν παρκάρει κοντά θα βολέψει και στο ξεφόρτωμα…

9:20. Σπίτι επιτέλους, τακτοποιεί το στοκ του σούπερμαρκετ ενώ παζαρεύει με το μεγάλο το μπάνιο και το βραδινό και παράλληλα παίζει με το μικρό που τον περίμενε όλη μέρα. Μετά πρέπει να παζαρέψει και με τους δύο το βραδινό τους ύπνο! Το δέκα λεπτά ακόμα πάει σύννεφο! Βέβαια τα τραβάει κι ο δικός του ο οργανισμός γιατί δεν τα χορταίνει…

22:30. Τα παιδιά (μοιάζει τουλάχιστον) να έχουν κοιμηθεί. Ευκαιρία να πει καμιά κουβέντα με τη γυναίκα του. Να δουν τι έχει το πρόγραμμα και τι έχουν χάσει όλη την ημέρα. Πλήρωσες τη ΔΕΗ; Παιδίατρο πότε έχουμε; Η Ελενίτσα έχει πάρτυ το Σάββατο το απόγευμα, μπορούμε εμείς, τι ώρα είναι ο αγώνας στο ποδόσφαιρο, πρωί; H θεία μπήκε στο νοσοκομείο, το αναπνευστικό της πάλι… Τελικά περνάνε οι Πρέσπες, είδες που στο είπα; Τρεις ήταν πάλι άρρωστοι με ίωση στο σχολείο όπως οι δικοί μας προ ημερών. Πρέπει επιτέλους να πάρεις ένα ζευγάρι παπούτσια για τη δουλειά. Με τον κλασσικό επίλογο έχει κάτι να δούμε η τηλεόραση; H ερώτηση ρητορική συνήθως πλην ημερών Champions League ή καμίας καλής ταινίας, αλλά πάντα ελπίζει κανείς…

Κοντεύει 12. Σήμερα πάω μια λογική ώρα να κοιμηθώ επιτέλους, σκέφτεται. Νομίζει! Μία γρήγορη ενημέρωση (θέλει να είναι και ενημερωμένος πολίτης τρομάρα του), ένα μήνυμα στο messenger ενός φίλου και 2-3 τραγούδια στο youtube τον πάνε με άνεση ως τη μία, ένας έλεγχος στα παιδιά και κάτι τελευταία τον φτάνουν στην αρχή της ιστορίας μας ξανά.

Και αύριο είμαι μία άλλη, ίδια, μέρα!

 

Οι μπάτσοι του διαδικτύου

Τα κανάλια μας στα social media είναι προσωπικά. Μας ανήκουν. Η ορολογία συγκεκριμένα είναι “owned Media”. Είναι δικά μας, μας αντιπροσωπεύουν και μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε όπως εμείς κρίνουμε. Είναι βιτρίνα του εαυτού μας. Και δώστε βάση στο “βιτρίνα”. Γιατί η πραγματικότητα μπορεί να είναι διαφορετική. Στα social media παρουσιάζουμε το κομμάτι μας όπως εμείς θέλουμε να φαίνεται στους άλλους. Μπορούμε να είμαστε απόλυτα, σχετικά ή και καθόλου ειλικρινείς για το πώς νιώθουμε ή τι σκεφτόμαστε. Αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα ότι είναι δικαίωμά μας να τα διαχειριζόμαστε όμως θέλουμε εμείς τα accounts μας.

Ναι προφανώς όταν με posts, σχόλια και ενέργειές μας θίγουμε κόσμο ή μοιράζουμε μίσος- επειδή είναι ακριβώς δικά μας και μας ανήκουν τα κανάλια μας- θα υποστούμε και τις κυρώσεις που αναλογούν. Όταν λέμε ότι είμαστε υπεύθυνοι για κάτι το εννοούμε από όλες τις απόψεις.

Μετά από όλο αυτόν τον πρόλογο, μπαίνω στο ψητό. Όλοι αυτοί οι αυτόκλητοι μπάτσοι του διαδικτύου πώς έχουν προκύψει; Ποιός τους ζήτησε να μας ορίσουν ατζέντα; Γιατί πρέπει να απολογούμαστε στον καθένα άσχετο που τρέφεται με το αρνητικό και τις ζωές των άλλων;

Αν νομίζω ότι κρυώνω στους 2 βαθμούς στο Μαρούσι, γιατί δεν πρέπει να το πω, επειδή στο Νευροκόπι έχει -9; Και κυρίως ποιός διόρισε εκείνο τον τύπο που δε ζει καν στο Νευροκόπι να με βάλει σε τάξη; Είπα ότι κρυώνω, στην τοποθεσία Μαρούσι. Δεν είπα ότι άλλος άνθρωπος δεν κρυώνει, ούτε κι ότι το έχω αποκλειστικότητα το συναίσθημα;

Αν μ΄αρέσει να φωτογραφίσω το χιόνι που εγώ δεν το βλέπω κάθε μέρα, γιατί πρέπει να σε ρωτήσω αν επιτρέπεται και πόσες χιονοφωτογραφίες έχω όριο να ανεβάσω; Μην τις κοιτάς αν σε κουράζω. Και ναι σ’ εμένα μ’ αρέσει να φωτογραφίζω φαγητό και είναι μέρος της διαδικασίας που το απολαμβάνω. Εσένα αυτόκλητε μπάτσε τι σε κόφτει;

Και ναι, στα social εμένα μου αρέσει να ανοίγω “βαρετές” συζητήσεις για πολιτική και αθλητικά και να κάθομαι να απαντάω σε γνωστούς (ή και αγνώστους) που μπήκαν στον κόπο να σχολιάσουν τις σκέψεις μου; Αν βαριέσαι, μη διαβάζεις. Αν πάλι θες να τα συζητήσουμε, ευχαρίστως!

Είμαι και από αυτούς που βγάζουν μπαμπαδίστικες (ή/και μαμαδίστικες) φωτογραφίες και postάκια για τα παιδιά μου σαν χαζομπαμπάς που είμαι. Ή για τις διακοπές μου. Κι αυτό σε πειράζει; Μην ανησυχείς εσύ τόσο για το αν ζω τη στιγμή ή έχω το νου μου στα social. Άσε με να το κρίνω εγώ, για εμένα.

Γενικά ρε μάγκες, ποιός σας είπε ότι χρειαζόμαστε την έγκρισή σας για να πούμε ή να σκεφτούμε κάτι; Ναι κι εγώ δεν έχω ιδέα τι γίνεται και ποιοί παίζουν στο Power Love και στο Next Top Model αλλά άμα του άλλου του αρέσει να τα βλέπει, πρόβλημά του. Εγώ τα θεωρώ χαμένο χρόνο και υποκουλτούρα. Δε θα τα βάλω να τα δει το παιδί μου. Αλλά δεν έχω καμία πρεμούρα να τρέχω κάτω από posts και σχόλια να κουνάω διαδικτυακά το δάχτυλο και να μοιράζω ποινές!

Δεν έχουμε ανάγκη από μπάτσους στην προσωπική μας ζωή. Ούτε για ποιόν βάζουμε σπίτι μας, ούτε για το ποιόν βάζουμε στο κρεββάτι μας, ούτε για τα ρούχα που βάζουμε ή τα ρούχα που βγάζουμε. Ούτε κηδεμόνα στην άποψή μας. Και το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την διαδικτυακή μας εκδοχή. Γι αυτό αν μπορείτε όλοι εσείς οι μπάτσοι του διαδικτύου, αφήστε μας λιγάκι στην ησυχία μας. Είναι πολύ πιο παραγωγικό σε θέματα που θεωρείτε ότι δεν έχουμε ίδια οπτική ή για απόψεις και ενδιαφέροντα που δε βρίσκετε αξιόλογα, αντί να ζητάτε να “κοπούν” να μας λέτε τα επιχειρήματά σας για να το συζητάμε. Που ξέρετε μπορεί να μας πείσετε για κάποια από αυτά. Αλλιώς υπάρχει πάντα η επιλογή της σιγής. Και το να μη μιλάς για κάτι, είναι κι αυτό στάση και άποψη. Πολλές φορές πιο δυναμική!

Δεν είναι κάθε μέρα του Αη Γιαννιού!

Σε όλη μου τη ζωή η γιορτή του Αη Γιαννιού ήταν ιδιαίτερη μέρα και ξεχωριστή! Από νωρίς είχα την ευκαιρία να συνειδητοποιήσω πώς έχει προκύψει η φράση “Δεν είναι κάθε μέρα του Αη Γιαννιού”. Όντως δεν είναι κάθε μέρα!

Από μικρό παιδάκι θυμάμαι από την παραμονή το βράδυ κιόλας τις πυρετώδεις προετοιμασίες στην κουζίνα του πατρικού μου, για την γιορτή του πατέρα μου. Από το πρωί, μετά την Εκκλησία το κουδούνι χτυπούσε και φίλοι και συγγενείς παρέλαυναν από το σπίτι! Κάθε χρόνο λίγο-πολύ με την ίδια σειρά. Και πάντα με το τηλέφωνο να χτυπάει…υπερωρίες με ευχές από φίλους από όλη την Ελλάδα (την είχε γυρίσει σχεδόν όλη ο πατέρας μου λόγω δουλειάς, από Τρίπολη, Λάρισα έως Κω και Δράμα).

Πρώτοι εμφανιζόντουσαν παραδοσιακά οι συγγενείς και οι φίλοι από το χωριό, τα Ανώγεια. Σχετικά μακρινό και ορεινό. Βοσκοί στην πλειοψηφία τους θείοι και ξαδέρφια του πατέρα ξυπνούσαν από τις 5-6 να τακτοποιήσουν τα ζώα και να κάνουν τα καθημερινά τους αλλά και να διαλέξουν το καλύτερο τυρί και την πιο καλή ρακή να φέρουν δώρο. Έτσι στις 11 το κέρασμα δε θα μπορούσε να μην είναι ένα κανονικό γεύμα! Κι άρχιζαν οι ρακές από νωρίς….

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι giannis-onoma.jpg

Από το απομεσήμερο άλλαζε το ρεπερτόριο. Νωρίς, συνήθως οι μεγάλες ηλικίες, οι φίλες του παππού ή της γιαγιάς για το λικεράκι τους και το κουτσομπολιό τους. Η γιορτή ήταν περισσότερο η αφορμή για να κάνουν μία έξοδο. Συνήθως σε αυτή τη φάση ο εορτάζων έκανε την κοπάνα του (να φορτίσει μπαταρίες) και χρέη αναπληρωτή αναλάμβαναν οι συμπεθέρες. Μαζί με εκείνον, κάναμε την κοπάνα μας κι ο αδερφός μου κι εγώ για λίγο παιχνίδι.

Μόλις έπεφτε ο ήλιος και τελείωναν οι εργάσιμες οι ώρες, ερχόταν το βαρύ πυροβολικό. Με τα ποτά τους και με τα δώρα τους τα αδέρφια και τα ξαδέρφια των γονιών μαζί και οι φίλοι τους. Ορεξάτοι για κουβέντα και ξενύχτι. Και δυστυχώς χωρίς τα παιδιά τους γιατί “αύριο έχετε σχολείο μετά από τόσες μέρες. Κι εσύ να μην αργήσεις να κοιμηθείς”! Ποτέ δεν τους πίστεψα. Ήθελαν απλά να φάνε, να πιούνε και να κάνουν το χαβαλέ τους χωρίς άγχος. Τώρα που μεγάλωσα πια τους καταλαβαίνω περισσότερο είναι η αλήθεια και δεν κρατάω κακία.

Κόσμος ερχόταν κι έφευγε, οι συζητήσεις πολλές και διαφορετικές, από πολιτικά κι αθλητικά έως ανέκδοτα και ιστορίες. Δύσκολο το έργο της μάνας να σε πείσει να πας για ύπνο. Κι όταν το κατάφερνε, δύσκολα σε έπαιρνε ο ύπνος ακούγοντας από μέσα τα γέλια και τις φωνές! Αυτή όμως η βαβούρα ήταν και ο ήχος που σήμαινε και το τέλος των Χριστουγεννιάτικων διακοπών. Την επόμένη στο σχολείο κοιμόμουν όρθιος αλλά οι δάσκαλοι έδειχναν μία επιείκια. Υποψιαζόντουσαν το λόγο άλλωστε…

Τώρα που μεγάλωσα ήρθε η ώρα να τη ζήσω αλλιώς τη γιορτή. Είμαι ο “μπαμπάς του εορτάζοντα” που υποδέχεται τα τηλέφωνα, που του κάνει τη γιορτή του και αγοράζει τα γλυκά για το σχολείο. Που πρέπει να βρει ένα ωραίο κόλπο να είναι ωραία και διαφορετική η εορταστική αυτή μέρα, η τελευταία πριν ανοίξει το σχολείο. Με μια βόλτα στο Χριστουγεννιάτικο Χωριό πριν κλείσει κι αυτό, με ύπνο στρωματσάδα κάτω από το δέντρο πριν το ξεστολίσουμε, με ότι τέλοσπάντων εφευρεθεί!

Περνάνε τα χρόνια, αλλάζουν οι ρόλοι αλλά η μέρα του Αη Γιάννη παραμένει ιδιαίτερη και ξεχωριστή! Με τη χαρά της, τις μνήμες αλλά και την μελαγχολία της όταν φτάνει στο τέλος.