Του χρωστάμε

Από την ώρα που μάθαμε όλοι για το θάνατο του, υπέροχου, Μανώλη Γλέζου, τα συναισθήματα μέσα μου εναλλάσσονται διαρκώς. Θλίψη, συγκίνηση και μελαγχολία για αυτή τη βαριά είδηση αποχαιρετισμού. Αλλά και σεβασμός και τιμή που έστω και λίγο τον συναναστράφηκα. Τον έζησα να δίνει μάχες. Τις μάχες που εκείνος έκρινε σημαντικές.

Γιατί αυτό ήταν ένας πραγματικός και συνεπής μαχητής. Από τα εφηβικά του χρόνια μέχρι σήμερα. 80 και παραπάνω χρόνια, δεν σταμάτησε ποτέ και δεν κώλωσε πουθενά. Αναμφίβολα ήταν από τους τελευταίους Έλληνες, αν όχι ο τελευταίος, που μπορείς να τον περιγράψεις στα παιδιά σου ως ήρωα και αγωνιστή χωρίς αστερίσκους και «αλλά…».  

Όπως αρκετοί κι εγώ αρχικά σκέφτηκα πώς είναι κρίμα που λόγω της καραντίνας δε θα μπορέσουμε να τον αποχαιρετίσουμε όπως του άξιζε. Που δε θα έχουμε την ευκαιρία να ξαναβγούμε στο δρόμο, να ξανασυναντηθούμε με πολλούς συντρόφους ή και άσπονδους φίλους. Στο δρόμο, όπου όλα αυτά τα χρόνια συναντούσες το Γλέζο.

Μετά όμως το ξανασκέφτηκα. Ο Γλέζος δεν είχε ανάγκη από κόσμο και μεγάλες εκδηλώσεις. Δεν περιμένει αυτό από εμάς. Περιμένει να μας δει να δίνουμε μάχες και αγώνες για τις αξίες μας και πρώτα από όλα για ένα κόσμο με περισσότερη ανθρωπιά και δικαιοσύνη. Να του μοιάσουμε στο μικρό του δαχτυλάκι.

Πολλές φορές μόνος ή σχεδόν μόνος πάλευε. Από την Ακρόπολη με το Σάντα, ως την επέτειο του Πολυτεχνείου το 2017, με τρομερή βροχή όλη την ημέρα, σε μία φωτογραφία του που τον περιγράφει συνοπτικά και ανάγλυφα.

Δεν πιστεύω ότι είχε ανάγκη στα 98 του να ακούσει μεγάλους επικήδειους και συγκινητικά λόγια. Ούτε και συνθήματα. Είμαι βέβαιος πώς προτιμά να κρατήσουμε τις δυνάμεις μας για τις μάχες του μέλλοντος. Να μάθουμε στα παιδιά μας ότι επιβάλλεται κάποιος να αγωνίζεται.

Δεν πειράζει, ας μη «ξεβολευτούμε» σήμερα από την καραντίνα μας. Αρκεί αύριο, στις επόμενες μεγάλες στιγμές να είμαστε κι εμείς εκεί, όπως ήταν κι εκείνος σε όλη του τη ζωή. Του χρωστάμε λοιπόν να του αποδώσουμε, την τιμή που του αρμόζει… Ας μην το ξεχάσουμε.

Ο μεταβολισμός του φόβου

Αυτή η Δευτέρα, το ξεκίνημα μιας νέας, αλλά ίδιας στην καθημερινότητα μας, εβδομάδας με βρήκε λίγο βαρύ. Μάλλον μαζεύτηκαν πολλές οι μέρες (13 πια). Χάλασε κι ο καιρός και αυτή η σκοτεινιά σε ρίχνει… Έκλεισε και το Άλσος Συγγρού που κάθε 2-3 μέρες λειτουργούσε ως μία 2ωρη απόδραση- αποσυμπίεση. Δε μεσολάβησε και Σαββατοκύριακο για να νιώσεις ότι μπήκε ένα κόμμα έστω στη ρουτίνα. Μαζεύτηκαν αρκετά.

Πιθανότατα έπαιξε ρόλο και αυτή η φράση. «Απαγόρευση κυκλοφορίας». Που δεν είναι ακριβής και κακώς τη χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ αλλά όσο και να μη θες, σε επηρεάζει. Μαυρίζει τη ψυχή σου.

Βέβαια στην πραγματικότητα, αυτό που μάλλον βαραίνει μέρα με τη μέρα, δεν είναι τόσο η κλεισούρα. Ούτε ότι δε βλέπεις φίλους και συγγενείς, άλλωστε σε αυτό η τεχνολογία δίνει αρκετές λύσεις. Είναι η ανασφάλεια. Η συνεχής αβεβαιότητα που υπάρχει, που περιμένεις τα πιο δύσκολα και δεν έχεις καθόλου εικόνα πότε θα φανεί κάποιο φως στο τούνελ που έχουμε όλοι μπει. Και ο φόβος για το μετά.

Τι θα γίνει μετά; Από τα πιο απλά και καθημερινά, τη δουλειά, το σχολείο και τις εκκρεμότητες που έμειναν στον αέρα. Ως τα πιο «μεγάλα». Πώς θα μας βρει σαν κοινωνία συνολικά αυτό το γερό χαστούκι; Αυτό το πισωγύρισμα σε μία σειρά θεμάτων, την εκπαίδευση, τα δικαιώματα, τα εργασιακά;

Ξέρεις ότι όταν βγεις από το σπίτι, πολλά μαγαζιά δε θα είναι εύκολο να λειτουργήσουν. Κι αν λειτουργήσουν, λίγος κόσμος θα διαθέτει αποθέματα, υλικά και ψυχολογικά να τα υποστηρίξει. Ξέρεις ότι κάτω στην Κρήτη, όπως και σε όλη την Ελλάδα, που οι μισοί σχεδόν γνωστοί σου ασχολούνται με τον τουρισμό, θα έχουν θέμα. Μεγάλο και δυσεπίλυτο.

Δε νιώθεις καν την αισιοδοξία, ότι μετά από όλο αυτό, θα αλλάξουμε. Θα φροντίσουμε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, θα εκσυγχρονίσουμε την εκπαίδευση, θα φροντίσουμε να έχουν όλοι πρόσβαση στην τεχνολογία με στόχο ίσες ευκαιρίες. Γενικά ότι θα αρχίσει να κυριαρχεί η ανθρωπιά αλλά και η ισότητα του ατομισμού και του νόμου του ισχυρού.

Αντιθέτως, προσωπικά φοβάμαι ότι αυτός ο νόμος του ισχυρού θα δυναμώσει. Η συντήρηση θα εμπεδωθεί. Ο ατομισμός θα εδραιωθεί. Η ψαλίδα ανάμεσα στους λίγους που έχουν (ότι έχουν είτε είναι χρήμα, είτε προσβάσεις, είτε εξουσία) και τους πολλούς που δεν έχουν θα ανοίξει.

Σε αυτή την επόμενη μέρα, τη μετά- Κορωνοϊού εποχή, φοβάμαι πώς θα μπούμε αποκαμωμένοι και αποδυναμωμένοι. Αδύναμοι και ανέτοιμοι για μάχες. Χωρίς αντανακλαστικά.

Άρα; Τα βάφουμε μαύρα, αποδεχόμαστε τη μοίρα μας και κάνουμε υπομονή να περάσει η καραντίνα; Προφανώς και όχι. Ο φόβος δεν είναι πάντα ένα αρνητικό συναίσθημα. Δείχνει γείωση με την πραγματικότητα, ενσυναίσθηση και ότι υπάρχει συνείδηση. Είναι χρήσιμος αν τον μεταβολίσουμε καλά.

Αυτό είναι και το προσωπικό μου στοίχημα στις μέρες που έρχονται. Να βρω τρόπο να μεταβολίσω δημιουργικά το φόβο και όταν βγω από το σπίτι, να είμαι χρήσιμος κι έτοιμος. Μπορεί η γενιά μου να είναι δύσκολο να φτιάξει τη ζωή της, αλλά ας το παλέψουμε. Το πολύ- πολύ να στρώσουμε λίγο καλύτερα το δρόμο για τα παιδιά μας…

Ο φόβος ας γίνει γιορτή όπως λέει κι ο Μίλτος…

Καραντίνα, τηλε-εργασία και οικογενειακές ιστορίες

Ξυπνάς το πρωί, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας.

Ξεκινάς δυναμικά, ξέρεις καλά ότι αυτά τα λίγα λεπτά θα είναι τα πιο παραγωγικά της ημέρας. Μόλις στείλεις τα πολύ πρωινά e-mails και δεις τις ενημερώσεις της ημέρας (όχι ότι δεν τις είχες δει από την προηγούμενη, αλλά λέμε τώρα…) ακούς την πρώτη φωνή από το βάθος.

«Μαμααααά, μπαμπααααά! Εεεεέλα»

Ξύπνησε ο μικρός (είναι σε κούνια με κάγκελα και δε μπορεί να ξεπορτίσει, ακόμα, μόνος του), αρχίσει στα αλήθεια το σημερινό πρόγραμμα.

Πας μέσα. Αν δει εσένα «θέλει τη μαμά». Αν πάει εκείνη «ο μπαμπάς που είναι;». Γκρινιάζει λίγο που πρέπει να αλλάξει, μετά γκρινιάζει λίγο που θα φάει πάλι αυτό το πρωινό, ρωτάει αν θα πάει σχολείο, γκρινιάζει που δε θα πάει (ενώ ως πριν από μία εβδομάδα γκρίνιαζε που θα πάει), κάνει γενικά ότι περνά από το χέρι του για να ξυπνήσει και το μεγάλο.

Σηκώνεται ο μεγάλος, ενώ εσύ έχεις μόλις πάρει τις πρώτες απαντήσεις από τη δουλειά. Πρώτη του δουλειά να τσακωθεί με το μικρό. Εθιμοτυπικά. Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί έτσι!

Τρώει κι εκείνος το πρώτο γεύμα της ημέρας. Το πρώτο από τα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα πάρα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα αμέτρητα γεύματα της ημέρας…

«Τώρα, όπως ξέρεις, είναι ώρα για διάβασμα. Έχουμε πει κάθε μέρα 2 ωρίτσες, ναι;». Κάθεται ευχαρίστως να διαβάσει τα μαθήματα που έχεις αυτοσχεδιάσει, από ότι έχεις καταλάβει στην τετράμηνη θητεία σου ως «γονιός Α Δημοτικού».

Κάθεσαι κι εσύ στον υπολογιστή, αφού βρεις μια λύση στο «θέλω κάτι να παίξω» του μικρού. Προτείνεις playmobil, paw patrol, lego και τελικά παίζει με το τηλεκοντρόλ, το φορτιστή του κινητού και το ξεσκονόπανο.

Με τα πολλά, πιάνεις ξανά τον υπολογιστή, τα κείμενα, τις παρουσιάσεις, τα exclelόφυλλα (μακριά από εμάς), τα e-mails και αρχίζουν να χτυπάνε τηλέφωνα. Εννοείται πώς σε κάθε τηλέφωνο ή απαιτητικό θέμα, θα έχεις παρεμβολές.

«Μπαμπά, εδώ τι πρέπει να κάνω;» ή «Μπαμπά, κοίτα που έξυσα το μολύβι μου» και άλλα πολύ σημαντικά που πρέπει να επιλύσεις προκειμένου να μη βρει πάτημα να σηκωθεί από την απασχόλησή του. Ακαριαία, θα πεταχτεί κι ο μικρός. «Μπαμπά, εγώ κοίτα που έξυσα το ξεσκονόπανο»… Να τον καμαρώσεις κι εκείνον λίγο, να μην τον καμαρώσεις;

Ξανακάθεσαι και σκάει τηλέφωνο από το Διευθυντή. Παίρνεις τη φωνή του στυγνού επαγγελματία, την ανάσα στελέχους και το σηκώνεις. Μιλάς με σοβαρότητα και τυπικά. Μέχρι να εμφανιστεί παιδί που θα θέλει κάτι να σου πει. Συνήθως κάτι να φάει. Αν τους κάνεις νοήματα, θα καταλήξουν να κλαίνε που δεν τους μιλάς. Αν τους μιλήσεις θα καταλήξουν να κλαίνε επειδή δεν είπες αυτό που θέλουν.

Όπως παριστάνεις ότι ακούς, πιάνεις μπουφάν και βγαίνεις μπαλκόνι. Συνεχίζεις το τηλεφώνημά σου, ελαφρώς παγωμένος. Σύντομα παρατηρείς στη μπαλκονόπορτα δύο φάτσες κολλημένες, κόκκινες από ζόρι, να σε ψάχνουν. Τέλοσπάντων το τηλεφώνημα φτάνει στο τέλος του, μπαίνεις μέσα και πρέπει να απολογηθείς. Δίνεις φαγητό, δίνεις λύσεις στο τι να κάνουν και ξαναπιάνεις δουλειά.

Έχει μεσημεριάσει όμως πια. Σκάνε τα πρώτα τηλέφωνα από το σόι.

«Τι κάνετε, τα παιδιά πώς είναι;»

«Ακούσατε αυτό που είπε το πρωί ο Παπαδάκης»

«Μου είπε η Σούλα από απέναντι»

Όπα όπα, για κάτσε…

«Μάνα, δεν είπαμε δε βγαίνεις έξω;»

«Και μέσα τι να κάνω όμως παιδί μου;»

Εξηγείς για 340840247η φορά το ποίημα. Μένουμεσπίτι, ευπαθείς ομάδες, διάδοση, καραντίνα κλπ κλπ. Εννοείται ότι το βραδάκι θα χρειαστεί να τα εξηγήσεις ξανά. Μία λύση είναι να τα ηχογραφήσεις μία φορά και να τα βάζεις 2 φορές την ημέρα να τελειώνουμε…

Επιστρέφεις στον υπολογιστή. Νέα e-mails, εκκρεμότητες να κλείνουν σιγά- σιγά, φτάσαμε απόγευμα. Τελικά πιο πολλές είναι υπερωρίες σπίτι παρά στο γραφείο. Πριν κλείσεις, λες ας δω τι νέα. Τι το ήθελες κι εσύ… Βομβαρδισμός από fake news, άγχος, ανασφάλεια και τρόμο με γερές δόσεις από σχολιασμό σοσιαλμιντιακό. Όλοι ειδικοί κι όλοι άσχετοι. Σε πιάνει μία ταχυπαλμία, το κλείνεις μπας και ηρεμήσεις (αστείο…).

Το απόγευμα, ραντεβού με τον κ. Τσίοδρα. Παλιά οι μεσήλικες και οι μεγάλοι άνθρωποι, συντονίζονταν να δουν τον Άγνωστο Πόλεμο ή τη Λάμψη. Εμείς της καραντίνας, συντονιζόμαστε στην ενημέρωση για τον ιό. Και μέρα παρά μέρα στο διάγγελμα του Πρωθυπουργού.

Μετά αρχίζουν τα μηνύματα στα viber και στα messenger.

«Τον είδες

«Πώς τα βλέπεις»

«Δύσκολα τα πράγματα»

Απαντάς στα πρώτα, σύντομα χάνεις την ηρεμία σου, λες άσε, θα τα κλείσω όλα να ασχοληθώ με τα παιδιά να ξεχαστώ. Πιάνεις το παιχνίδι λοιπόν. Βασικά αναλαμβάνεις διαιτητής του παιχνιδιού. Ανά 5’ συνεργασίας και ηρεμίας, μεσολαβούν άλλα 5’ πλακωμού.

Μέχρι που βραδιάζει, έρχεται η ώρα να ηρεμήσει το σπίτι. Επί κανονικότητας, αυτό ήταν κατά τις 9. Τώρα έχει μετακινηθεί προς τις 11 και αν… Η γυναίκα σου ανακάλυψε (μάλλον τελευταία) τις Άγριες Μέλισσες και βλέπει διπλό επεισόδιο, ποδόσφαιρο πια δεν έχει για να την κοντράρεις, κάθεσαι κι εσύ και βλέπεις. Συζητάτε στις διαφημίσεις ποιος θα έχει εξοδόχαρτο την επομένη για σούπερ μάρκετ, κρεοπώλη κλπ. Στο τέλος το παίζετε κορώνα- γράμματα. Πάλι μέσα αύριο!

Αράζεις και κοιμίζεις τα παιδιά, με συζήτηση και κανένα βιβλίο. Ή σε κοιμίζουν εκείνα, ανάλογα το κέφι… Μεταξυπνάς στον καναπέ, τα πας στα κρεββάτια τους, μαζεύεις παιχνίδια, ποτήρια, πιάτα κι ότι άλλο μπορεί να βρίσκεται στο σαλόνι (το ξεσκονόπανο ας πούμε), κλείνεις τα φώτα και πας για ύπνο κι επίσημα.

Το επόμενο πρωί, ξυπνάς, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας…

Ένας είναι ο εχθρός, τώρα, ο αόρατος ιός!

Είναι σημαντικό, να ξέρεις πότε και τι είδους κριτική θα κάνεις. Κι ακόμα σημαντικότερο, να μη ξεχάσεις όταν είναι η κατάλληλη στιγμή, να κάνεις απολογισμό.

Σε φάσεις κρίσης λένε πολλοί πως «δεν είναι ώρα να πολιτικολογούμε». Διαφωνώ. Η κρίση είναι εξ’ ορισμού μία κατάσταση που η πολιτική πρωταγωνιστεί.

Πολλοί επίσης λένε πώς «τώρα δεν πρέπει να υπάρχουν αντιδικίες αλλά συναίνεση». Σε αυτό συμφωνώ. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να παρατηρείς, να εντοπίζεις αρρυθμίες και να τις επισημαίνεις προς διόρθωση. Από την άλλη και η γκρίνια για τη γκρίνια δεν προσφέρει απολύτως τίποτα.

Δυστυχώς, λίγο η κλεισούρα, λίγο η πίεση που όλοι νιώθουμε, λίγο ο φανατισμός και οι ατελείωτες βεβαιότητες που μας χαρακτηρίζουν, έχουν οδηγήσει τη δημόσια συζήτηση σε μία άγονη αναπαραγωγή μονολόγων και προσωπικών ποιημάτων. Μία κασέτα σοσιαλμιντιακή.

Το σκεφτόμουν αυτές τις μέρες μετά τα διαγγέλματα του Πρωθυπουργού. Όταν έλεγες «είπε τα αυτονόητα» ήσουν μίζερος για τους υποστηρικτές του. Αν πάλι συμπλήρωνες «το χειρίζεται γενικά σωστά», έπεφτε κράξιμο εξ’ αριστερών. Εγώ δηλαδή που θεωρώ ότι κάνει τα αυτονόητα, δηλαδή ακολουθεί τις προτάσεις των ειδικών και παίρνει μέτρα έχω απέναντί μου τους μεν ως «μίζερος και μηδενιστής». Και την ίδια στιγμή, όταν αναφέρω ότι τα μέτρα που έχει πάρει μου φαίνονται σωστά και χρήσιμα, μου λένε «έφτασες να υποστηρίζεις το Μητσοτάκη».

Δηλαδή είναι κακό να είσαι εκτός ΝΔ αλλά να μπορείς να πεις ότι ο Πρωθυπουργός κινείται συνετά και με σοβαρότητα; Δηλαδή είναι τόσο τρομερό να αναγνωρίσεις ότι σωστά για παράδειγμα έκλεισε σχολεία και γήπεδα; Ή και ότι σωστά αποφάσισε να κλείσει και τις Εκκλησίες;

Από την άλλη, είναι τόσο τρομερό, να πεις ότι άργησε να αποφασίσει το κλείσιμο των Εκκλησιών; Ή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή τη φάση βάζει πλάτη και βοηθά στη συναινετική αντιμετώπιση, με προτάσεις και κυρίως αποφεύγοντας τις κορώνες; Καλά δε συζητώ τι χαμό μπορεί να σηκώσει μία φράση του στυλ «ο Ξανθός στο Υγείας έκανε σοβαρή προσπάθεια να κρατήσει σε καλή κατάσταση το ΕΣΥ». Αμέσως θα ξεκινήσει η μάχη που με μαθηματική ακρίβεια θα καταλήξει σε σκληρή μονομαχία Πολακοκλάστες vs Πολακολάτρεις.

Γενικά επικρατεί ένας μικρό χάος. Και προφανώς δε βρισκόμαστε σε κανονικές συνθήκες. Σε «κανονικότητα» μία κωλοτούμπα όπως του Άδωνη στο θέμα των τιμών και της κερδοσκοπείας σε προϊόντα πρώτης ανάγκης θα ήταν αντικείμενο για δίκαιο και σκληρό κράξιμο. Τώρα δεν είναι. Αρκεί που πήρε πίσω τη μαλακία που είπε περί «ελεύθερης αγοράς».

Σε κανονικές συνθήκες, τύποι όπως ο Μπογδάνος ή ο Πορτοσάλτε που ανυπομονούσαν για κλείσιμο νοσοκομείων θα έπρεπε να κατακριθούν σκληρά. Τώρα όμως δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Στο μέλλον ας το θυμόμαστε. Ακόμα και η Ε.Ε, που εδώ και 10 χρόνια απαιτούσε ή αποδεχόταν σαν μέτρα «βελτίωσης της οικονομίας» τις περικοπές στην Υγεία και σήμερα «στέκεται δίπλα μας» και ανακοινώνει ότι θα μας βοηθήσει, είναι για κράξιμο. Αλλά όχι τώρα. Δεν είναι η στιγμή. Το timing στη ζωή και στην πολιτική έχει μεγάλη σημασία.

Στη φάση που βρισκόμαστε, αυτό-περιορισμένοι σπίτια μας, ας μείνουμε νηφάλιοι, ήρεμοι και ψύχραιμοι. Να έχουμε το καθαρό μυαλό να αναγνωρίσουμε τα θετικά (ακόμα κι αν είναι αυτονόητα, δεν είχαμε πάντα σε αυτή τη χώρα την κοινή λογική), να εντοπίζουμε με παραγωγικό τρόπο αδυναμίες (για παράδειγμα στα εργασιακά όπου υπάρχουν πολλά κενά στις προβλέψεις) και τα αρνητικά να τα προσπερνάμε, όχι ξεχνώντας τα, αλλά βάζοντάς τα στην to do λίστα μας για μετά ταύτα. Με την υπόσχεση όμως στους εαυτούς μας, να μην ξεχάσουμε την καταγραφή αυτή.

Ας παρατήσουμε λοιπόν αυτή την εμμονή να επιτεθούμε στον «εχθρό» σε κάθε ευκαιρία. Ας επικεντρωθούμε στις λύσεις κι όχι στο πρόβλημα. Αυτή τη στιγμή ο εχθρός δεν είναι ο πολιτικός αντίπαλος αλλά ένας αόρατος ιός.

Ίσως, λέω ίσως, μετά από όλο αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε ότι θα φέρει σοβαρές αλλαγές στη ζωή μας, να καταφέρουμε να μπορούμε να πολιτικολογούμε ο καθένας από το ιδεολογικό του μετερίζι χωρίς φανατισμό και άγονα αλλά ουσιαστικά. Όχι τίποτα άλλο, αλλά μετά θα έχουμε σοβαρά κοινωνικά, εργασιακά, εκπαιδευτικά και οικονομικά ζητήματα να λύσουμε.

Μπορεί λοιπόν να βγει κάτι καλό. Μπορεί και όχι φυσικά (η προϊστορία δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας).

Μήπως είμαι μαλάκας τελικά;

Ιούνιος 2015. Θυμάμαι , λίγο πριν γίνει το διάγγελμα στο δημοψήφισμα, είχε φτάσει στα αυτιά μου ως «φήμη». Βάσιμη.

Δεν πήγα στην τράπεζα. Λίγο που δεν ήθελα να το πιστέψω, διαφωνούσα και ακόμα διαφωνώ με το χειρισμό και το χρόνο που επελέγη να γίνει. Λίγο που δεν ήθελα να είμαι ανεύθυνος και υπερβολικός. Δεν πήγα. Αμέσως μόλις τελείωσε το διάγγελμα, μεσάνυχτα σχεδόν, άκουσα τη γειτονιά να ενεργοποιείται. Σκέφτηκα πώς είναι λάθος να το κάνουμε αυτό κι έκατσα μέσα.

Σε μία περίοδο δύσκολη οικονομικά, με ανεργίες, απληρωσιές και ένα παιδί 2 χρονών, αποφάσισα να μείνω σταθερός στα πιστεύω μου και σε ότι εγώ θεωρούσα ώριμη στάση ως πολίτης. Τις επόμενες μέρες, θυμόμαστε όλοι τι συνέβη. Χρήματα με το σταγονόμετρο μετά από αναμονή μεγάλη σε ουρές με κόσμο έτοιμο να καυγαδίσει και να εξοργιστεί με την παραμικρή σπίθα. Κουτσά, στραβά, πέρασε όλο αυτό. Κι έμεινα με την απορία αν τελικά τότε ήμουν «ώριμος πολίτης» ή απλά μαλάκας.

Μάρτιος 2020. Πέντε χρόνια από τότε, χωρίς να έχω απαντήσει στο ερώτημα αυτό, η ζωή τα έφερε έτσι που η απορία έγινε ξανά επίκαιρη. Οι οδηγίες λένε «Μένουμε Σπίτι». Έτσι λέει προστατεύουμε τις ευπαθείς ομάδες και καθυστερούμε τη διάδοση του ιού προκειμένου να βοηθήσουμε το Σύστημα Υγείας (που ξαφνικά όλοι αγάπησαν) να αντέξει. Οι αρμόδιοι επίσης ξεκαθαρίζουν ότι δεν τίθεται θέμα τροφοδοσίας της αγοράς. Δε χρειάζεται να στοκάρουμε ανεξέλεγκτα.

Ξανά το δίλημμα, «ώριμος πολίτης» ή απλά μαλάκας;

Όντας στους τυχερούς αυτή τη φορά (σε σχέση με το 2015) που η δουλειά μου σε μεγάλο βαθμό γίνεται από το σπίτι ενώ και εντός του στενού πυρήνα (των 4 της οικογένειας δηλαδή) δεν υπάρχει κάποιο άτομο υψηλού κινδύνου, μοιάζει να έχω μικρότερο ρίσκο από τους περισσότερους γύρω μου.

Τα παιδιά  όμως- κι όχι μόνο αυτά άλλωστε κι εγώ είμαι πολύ του «έξω»- διψάνε για βόλτα. Γιατί να μην τους κάνω το χατήρι; Μα πρέπει να είμαι πειθαρχημένος στις οδηγίες. Θα κάτσουμε μέσα και θα βγαίνει ένας εκ των ενηλίκων για τα απαραίτητα. Αυτή είναι η «οικογενειακή γραμμή», από τη μέρα που έκλεισαν τα σχολεία.

Όσο εμείς κοιτάμε τα ντουβάρια, βλέπουμε στις ειδήσεις και στα ιντερνέτ κόσμο να μαζεύεται σε οργανωμένες παραλίες, να πίνει καφεδάκια (μέχρι να μας κλείσουν καφέ και παραλίες) και γενικά να διακοπάρει. Μέχρι και στη Βουλγαρία λέει πήγαν για καφέ! Όσο εσύ και τα παιδιά σου, στερείσαι πχ την αθλητική δραστηριότητα, το ποδόσφαιρο πχ που τόσο αγαπάς να παίζεις και να βλέπεις, άλλοι συρρέουν στις Εκκλησίες που για κάποιο λόγο έχουνε (ξε)μείνει ανοικτές.

Κι έρχεται ενστικτωδώς η ίδια απορία, εγώ μαλάκας είμαι δηλαδή;

Μπορεί και να είσαι. Αλλά μπορεί και όχι. Είναι μία συνειδητή επιλογή που κάνει κανείς, με βάση τις αξίες και την κοσμοθεωρία του. Καμιά φορά με κόστος (να κάνεις μέρες με 2 ευρώ αποθεματικό πχ και το άγχος στα ύψη με το μωρό ή να μείνεις κλεισμένος μέσα χάνοντας μεροκάματα ή κάποια ψυχαγωγία). Είναι όμως στην κρίση σου, τι είναι το σωστό. Δε μπορεί κανείς να στο φυτέψει στο κεφάλι. Ασφαλώς, κάπου εδώ μπαίνει το θέμα της κρατικής παρέμβασης, αλλά αυτή είναι μία άλλη, πολύ μεγάλη, συζήτηση…

Αν καταρρεύσει το σύστημα γύρω σου (είτε Υγείας είναι είτε Τραπεζικό) θα αποδειχθεί ότι μπορεί και να ήσουν όντως μαλάκας που δεν κάλυψες τον κώλο σου. Αλλά θα έχεις συνείδηση ήσυχη. Και ένα καλό παράδειγμα διδάξει στα παιδιά σου. Μήπως στις επόμενες στραβές (έτσι είναι η ζωή) εκείνα λειτουργήσουν αλλιώς και βάλει και κανένα γκολ η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη στον ατομισμό!

Όχι ότι είναι μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Συμβαίνει κάθε μέρα. Όταν ψάχνεις να παρκάρεις αγνοώντας την ελεύθερη θέση για ΑμΕΑ και παρκάρει εκεί κάποιος άλλος ας πούμε. Νιώθεις μαλάκας ίσως, αλλά τελικά μήπως δεν είσαι εσύ ο μαλάκας της υπόθεσης; Απλά, σε τέτοιες φάσεις κρίσεις, όλα μεγεθύνονται.

Για να μην τα πολυλογώ, αυτό το «μήπως είμαι μαλάκας» περνάει από το μυαλό μου συνεχώς. Όλη μέρα. Με γεμίζει με άγχος και ανασφάλεια. Με στοιχειώνει. Αλλά στα 37 μου πια, έχω νομίζω αποκτήσει μία υποδομή να μπορώ να μένω σταθερός στα βασικά αξιώματα.

Ναι λοιπόν, ας είμαι μαλάκας.

To πρώτο κουδούνι

Τη θερινή ησυχία της γειτονίας, την έσπασε το πρώτο κουδούνι! Παιδάκια χαρούμενα, παιδάκια νυσταγμένα, παιδάκια φοβισμένα και παιδάκια βαριεστημένα μαζεύτηκαν ξανά στο σχολείο. Μαζί τους και οι γονείς. Οι έμπειροι αλλά και οι πρωτάρηδες, με τα πρωτάκια τους.

Όσο πλησιάζαμε στην πόρτα ένα παράξενο σφίξιμο στο στομάχι με ζόριζε. Πόσα χρόνια είχα να βρεθώ σε μία σχολική αυλή, με τόσα μικρά παιδιά… Πολλά! Από όταν ήμουν εγώ στη θέση τους! Πάνε 30 χρόνια από τη δική μου «πρώτη». Τότε δεν είχα κανένα σφίξιμο βέβαια. Ήμουν από τα παιδιά που θεώρησαν ευτυχή εξέλιξη ότι θα βρεθούν σε ένα μέρος γεμάτο παιδιά και αυλή για παιχνίδι. Σήμερα τι με έπιασε;

Με έπιασε η ανασφάλεια και το άγχος του γονιού. Τον έχω προετοιμάσει καλά για να ανταπεξέλθει; Του έχω δώσει συμβουλές που τον βοηθούν; Λες να τον έχω αγχώσει; Τι πρέπει να κάνω; Τη λίστα με τα σχολικά πότε να τη φέρω; Τσάντα με ροδάκια ή πλάτης; Μήπως το ολοήμερο τον κουράζει; Θα διαβάζει ευχαρίστως ή θα έχουμε δράματα; Με τα μεγάλα παιδιά πώς θα τα πάει, λες να τρομάξει; Κι αν κανένα παιδί τον κοροϊδέψει; Είναι σκληρά τα παιδιά. Ωχ! Κι αν ο δικός μου κοροϊδέψει κάποιο παιδί; Θα τα πάει καλά με τη δασκάλα; Φίλους, θα αποκτήσει φίλους ή θα ζοριστεί, έτσι κλειστός που είναι σαν τον πατέρα του;

Μπήκαμε. Εγώ έκανα τον άνετο. Εκείνος μαγκωμένος και αμήχανος. Από τους πρώτους φτάσαμε, δεν έχει πολλά πρωτάκια ακόμα. Σιγά σιγά εμφανίζονται γνώριμες φατσούλες από το νηπιαγωγείο. Η αμηχανία και το μάγκωμα φεύγουν ως δια μαγείας. Κι αρχίζει το παιχνίδι και το τρέξιμο. Ουφ…

Πέρασε ο αγιασμός, τέλειωσε η ενημέρωση. Από αύριο όλοι κανονικά, με τις τσάντες και το πρόγραμμα μας. Αρχίζουν τα δύσκολα. Για να δούμε! Η μέρα όλη αφιερωμένη στο παιδί. Βόλτα και παιχνίδι. Τρεις προπονήσεις σερί έκανε ο άτιμος στο ποδόσφαιρο, αλλά χαλάλι. Να ξεδώσει. Από αύριο κανονικά σχολείο…

Την επομένη, το σφίξιμο πάλι εκεί. Πώς θα του φανεί; Φτάνουμε στην είσοδο. Δεκάδες αγχωμένοι γονείς να δίνουν οδηγίες και τελευταίες κατευθύνσεις σε νυσταγμένα και παραζαλισμένα μαθητάκια που δεν έχουν ιδέα τι τα περιμένει. Μόνο ότι μέσα θα βρουν τους φίλους τους. Αποφασίζω να μην του πω τίποτα από τα άπειρα που σκέφτομαι ότι «δεν πρέπει να ξεχάσει». Μπαίνει, αφήνει τσάντα, χαιρετάει από μακριά και εξαφανίζεται στην αυλή τρέχοντας με τους φίλους του.

Οι άλλοι γονείς γύρω δε λένε να ξεκολλήσουν από την είσοδο. Χαιρετάνε και ξαναχαιρετάνε και δίνουν οδηγίες και φιλιά! Μήπως είμαι ανεύθυνος; Κοιτάω μέσα να δω τι κάνει. Δεν έχει ρίξει ούτε ματιά στην πόρτα. Και κάπου εκεί ηρεμώ. Μπήκε σχολείο και ασχολείται με αυτό. Χωρίς δεύτερες σκέψεις ή άγχος να χαιρετήσει δέκα φορές τον πατέρα του. Είναι μαθητής τώρα. Το απόγευμα θα είναι ξανά παιδάκι μου.

Ώρα να γίνω κι εγώ εργαζόμενος. Και απόγευμα θα μου τα πει τα νέα και τις εντυπώσεις του… Να, χτύπησε και το πρώτο κουδούνι, πάω να φύγω!

Αυτό είναι το ποδόσφαιρο!

Οι δύο ποδοσφαιρικές βραδιές που ζήσαμε αυτή την εβδομάδα στο Champions League ήταν απολαυστικές για όσους αγαπάμε το πραγματικό ποδόσφαιρο. Είχαν τα πάντα!

Ποιότητα, δύναμη, πάθος, τακτική αλλά και ανατροπές κι εκπλήξεις. Είχαν “ήρωες” που ήρθαν από το πουθενά να αλλάξουν το στόρυ των παιχνιδιών. Είχαν τρομερά γκολ και εμπνεύσεις αλλά και “χοντρά” λάθη που στοίχισαν. Είχαν προπονητές υψηλού επιπέδου. Και φυσικά είχαν φανταστική ατμόσφαιρα που την απολάμβανες ακόμα κι από την τηλεόραση. Ήταν δύο βράδια, που μέσα στην ζόρικη καθημερινότητά μας, μας χόρτασαν ποδόσφαιρο, συγκινήσεις και γέμισαν την εβδομάδα μας.

Κι επειδή πιστεύω ότι το ποδόσφαιρο είναι τρόπος ζωής αλλά και τρόπος εκπαίδευσης, τα δύο χθεσινά ματς τα θεωρώ και ως δύο πολύ καλές ευκαιρίες να κάτσω με τους μικρούς να τα δούμε ξανά (οι ώρες του Champions League είναι δύσκολες για νήπια και παιδιά αλλά λόγω Πάσχα τα πρώτα ματς τα είχαμε δει live). Και το προτείνω σε όλους, μικρούς και μεγάλους. Άλλωστε ειδικά στην Ελλάδα, είναι αναγκαίο να ξαναμάθουμε τι είναι το ποδόσφαιρο.

Είναι ευκαιρία να τους δείξω τι είναι το ποδόσφαιρο. Από την κερκίδα ως το γήπεδο. Ότι όπως και η ζωή, έχει τα πάνω του και τα κάτω του. Κι ότι δεν κερδίζουν πάντα οι πιο «καλοί» ή εκείνοι που ξεκίνησαν καλύτερα αλλά μπορούν να κερδίσουν κι εκείνοι που έμειναν πίσω αλλά επιστράτευσαν μυαλό και ψυχή και επέστρεψαν. Ότι τελικά αυτό το «η προσπάθεια μετράει» δεν είναι βαρετό κλισέ, αλλά ισχύει. Αν η Τότεναμ και η Λίβερπουλ δεν είχαν προσπαθήσει, αν το είχαν παρατήσει, δε θα ζούσαμε όσα ζήσαμε.

Αν είχαν αποφασίσει ότι χωρίς Σαλάχ ή χωρίς Κέιν δεν υπάρχει ζωή, τώρα δε θα είχαμε όλα αυτά τα συναρπαστικά να συζητάμε….

Φυσικά ένα λεπτό λιγότερο χρόνου, θα έδινε πρόκριση στον Άγιαξ. Αλλά και πάλι η Τότεναμ θα είχε επιστρέψει από το -3. Μία σωστή αντίδραση της άμυνας της Μπάρτσα στο κόρνερ θα είχε γλυτώσει το 4ο γκολ. Όμως η Λίβερπουλ το πάλεψε, έφτασε ως εκεί, «διάβασε» σε ένα ασυνήθιστο και σπάνιο λάθος για άμυνα αυτού του επιπέδου και αντέδρασε πολύ γρήγορα. Γιατί δεν αρκεί να έχεις μυαλό, πρέπει να και να έχεις και ένστικτο και αντανακλαστικά.

Αν το σκεφτεί κανείς είδαμε τις δύο όψεις του νομίσματος μέσα σε δύο μέρες. Την Τρίτη αποδόθηκε δικαιοσύνη. Η καλύτερη ομάδα στα 180 συνολικά λεπτά πέρασε στον τελικό. Ο καλύτερος παίκτης μόνος του δεν αρκεί. Κι αυτό ακόμα είναι ένα χρήσιμο μάθημα για όλους μας. Την Τετάρτη πάλι αποκλείστηκε η ομάδα που όπως ο Έρικσεν της Τότεναμ είπε «έπαιξε καλύτερα από εμάς». Όμως καμία φορά η ψυχή, το τσαγανό και ενίοτε το ανορθόδοξο παιχνίδι μπορεί να κερδίσει. Συμβαίνουν αυτά. Αλλά δεν τελειώνει εκεί η ζωή. Η προσπάθεια συνεχίζεται…

Όμως πέρα από τα πολλά αγωνιστικά που αξίζει να δει (και να ξαναδεί) κανείς σε αυτά τα ματς, αξίζει να σταθεί και στα άλλα. Τα γύρω- γύρω. Να δει πράγματα που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν τα ζούμε. Οι οπαδοί της Λίβερπουλ μετά από μία ξεγυρισμένη 3αρα, γέμισαν το γήπεδο, έσπρωχναν την ομάδα από πριν καν αρχίσει το ματς και έγιναν μέρος της συνταγής για την ανατροπή. Την ατμόσφαιρα την απολαύσαμε όλοι.

Και οι οπαδοί της Μπάρτσα πήγαν ως την Αγγλία, έφαγαν 4, στενοχωρήθηκαν αλλά χειροκρότησαν την ομάδα τους και τον αντίπαλο και αποχώρησαν χωρίς να τα σπάσουν όλα.

Από την άλλη οι οπαδοί του Άγιαξ, έφτασαν ένα λεπτό από ένα τελικό μετά από 23 χρόνια. Ξέρουν ότι το καλοκαίρι η ομάδα αυτή, όπως είναι η μοίρα του Άγιαξ, θα σκορπίσει. Είδαν την ομάδα τους στο 3-0 (συνολικά) και τελικά να δέχεται 3 γκολ σε ένα ημίχρονο και να κλωτσάει την καρδάρα με το γάλα. Έκλαψαν και στενοχωρήθηκαν. Αλλά χειροκρότησαν τα παιδιά της ομάδας τους.

Την ίδια στιγμή που ο προπονητής της Τότεναμ δάκρυζε και ο ενθουσιασμός στην ομάδα του χτυπούσε κόκκινα. Σεβάστηκε όμως τον αντίπαλο. Κατέβηκε στα αποδυτήρια, άφησε τους παίκτες του Άγιαξ να χειροκροτήσουν και να χειροκροτηθούν από τον κόσμο, να αδειάσει το γήπεδο και μετά, όταν έμειναν μόνοι με τον κόσμο τους, έστησαν για πολλή ώρα ένα πραγματικό πάρτυ, όπως άλλωστε απαιτούσε η περίσταση.

H εβδομάδα αυτή μας έδωσε την ευκαιρία να θυμηθούμε τι είναι πραγματικά το ποδόσφαιρο. Ας προσπαθήσουμε αυτό το ευχάριστο «πάθημα», να μας γίνει και λίγο μάθημα και να αναζητάμε περισσότερο ποδόσφαιρο και λιγότερο παραποδόσφαιρο. Να θυμηθούμε ή και να ανακαλύψουμε ίσως κάποιοι την ουσία του, αυτό που το έκανε πραγματικό κοινωνικό φαινόμενο…

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο φιλοξενήθηκε αρχικά στο oficrete.gr όπου γράφουμε κι άλλα πράγματα εκτός από ΟΦΗ…