Obama’s Speechwriter Shares 5 Storytelling Tips

Obama’s Speechwriter Shares 5 Storytelling Tips | Trevor Ambrose | Pulse | LinkedIn

There is a great story behind Obama’s excellence in his speeches.  Jon Favreau was the director of speechwriting for Obama for 8 years until 2014.  Jon shared five golden tips of storytelling that certainly do not only apply in politics, but in business presentations and every speech you need to make.

1.  The story is more important than the words

“In my experience communications too often focuses on finding the right words. Of course words are important at some point in the process. But the first question you have to ask yourself is: what is the story I’m trying to sell? That is essential, and should be the starting point.”

Before Favreau started writing a speech, he would always start with simply talking to Obama. “He would give me a few random thoughts off the top of his head of what he wanted to say. The interesting thing about the President is that he always instantly gave the most logical outline of a speech I had ever heard. I was always impressed by his ability to start with clear rhetoric and add arguments and anecdotes later.”

2.  Keep it simple

“Long speeches are the easiest to write. They are also the most forgettable”, Favreau explained. “Audiences today can only handle so much information before they start losing focus. You should aim at twenty minutes max. That requires tremendous discipline, especially if you’re in an organisation with a lot of people in the mix. But remember that a speech about everything is a speech about nothing. Narrow your story down to the essential point.

3.  Always address the arguments against your position during your presentation, not after.

Especially in politics it is important to think about the objections you will encounter. “You should find them and address them during your speech. When Obama was trying to deliver his Health Care Reform Plan in 2009, the most important part of his speech was to find the arguments that the Republicans would think of and contradict them.”

4.  Empathy is key

Just knowing your audience is not enough, Favreau said. “You have to know what the world looks like when you are in their shoes. One of the reasons why Obama’s speeches are so successful is because they are written in the language that his audience understands, addressing the issues they are facing.”

5.  There is no persuasion without inspiration

Emotion is the most important element of motivating an audience, according to Favreau: “The best way to connect with people is through stories that are important to people’s lives. In the victory speech in 2008 we had a clear message: sometimes change can come slow, but change is always possible and history has proved that.”


Favreau and Obama decided to use a special story about a woman named Ann Nixon Cooper:

She’s a lot like the millions of others who stood in line to make their voice heard in this election except for one thing – Ann Nixon Cooper is 106 years old.

She was born just a generation past slavery; a time when there were no cars on the road or planes in the sky; when someone like her couldn’t vote for two reasons – because she was a woman and because of the colour of her skin.

And tonight, I think about all that she’s seen throughout her century in America – the heartache and the hope; the struggle and the progress; the times we were told that we can’t, and the people who pressed on with that American creed: Yes, we can.

Favreau decided to give Ann Nixon Cooper a call before using her story in the speech: “I told her that man who was about to become President wanted to name her in his victory speech. She paused for a while and asked: ‘Will it be on television?’ I said ‘yes’. She waited a little longer. ‘Which channel will it be on?’, she asked, so I told her. That was when she said ‘I’m so proud of him, I’m so proud of us’. She started crying and so did I and at exactly that moment the results from Ohio came in. That was when I realised that it would always be difficult to bring about change but that it can happen if we believe.”

It is clear that we as humans love stories and the connection it brings to our lives.  Learn to tell stories and cement them with facts, anecdotes and logic.

source: https://www.linkedin.com/pulse/obamas-speechwriter-shares-5-storytelling-tips-trevor-ambrose?trk=v-feed&lipi=urn%3Ali%3Apage%3Ad_flagship3_feed%3Biyk8SBnE3EVu7lgbfl1vvg%3D%3D&trk=v-feed&lipi=urn%3Ali%3Apage%3Ad_flagship3_feed%3B%2BABS%2F4S1mS81pI6ffM9H4Q%3D%3D


Clicks για το ρεπορτάζ ή ρεπορτάζ για τα clicks; Ή αλλιώς συζήτηση για την ουσία ή για τις εντυπώσεις

Δημοσιογραφία και media relations το 2017, είναι μια πονεμένη ιστορία. Υπάρχουν όμως ακόμα καλά ρεπορτάζ. Το θέμα είναι να υπάρχει και κοινό να τα υποδεχτεί και να τα αναδείξει.

Όπως πονεμένη ιστορία είναι το ότι πεισματικά αρνούμαστε να εμβαθύνουμε, να ψαχτούμε και να αναλύσουμε και αρκούμαστε σε τίτλους, εντυπώσεις και κορώνες.

Με αφορμή δύο σχετικά posts της φίλης και συναδέλφου Σίσσυς Βουργανά, σκεφτόμουν πόσο κακό μας κάνει όλο αυτό το σκηνικό. Και αναρωτιέμαι αν όλοι μας ενθαρρύνουμε τους reporters να γράψουν όσα προκύπτουν από τα ρεπορτάζ τους ή με την εμμονή μας να διαβάζουμε μόνο τίτλους πιασάρικους τους σπρώχνουμε στον πειρασμό να κάνουν «περίπου» ρεπορτάζ. Ή ακόμα χειρότερα, αν επιβραβεύοντας με clikcs τα πιασάρικα τα θέματα, δένουμε τα χέρια στους δημοσιογράφους που κάνουν τον κόπο να το ψάξουν και να γράψουν κάτι πιο ουσιαστικό για ένα θέμα. Γιατί αλήθεια, ο αρχισυντάκτης ή το εμπορικό τους τμήμα πόσο πιθανό είναι να τους αφήνει να συνεχίζουν σε μία εποχή που κάθε ευρώ μετράει για τα ΜΜΕ;

Καιρό τώρα χύνονται κροκοδείλια δάκρυα και γράφονται posts- σεντόνια για το πόσο μας στενοχωρεί όταν ένα Μέσο κλείνει. Ή διαβάζουμε σκληρές κριτικές για την ποιότητα των θεμάτων των Μέσων. Όμως εμείς, πόσο συμβάλλουμε στο να αλλάξει αυτό; Εμείς είτε ως αναγνώστες, είτε ως σχολιαστές είτε κάποιοι από εμάς ως συνεργάτες των δημοσιογράφων εργαζόμενοι στον ευρύτερο κλάδο της επικοινωνίας.

Δεν είμαι γενικά φαν της «συλλογικής ευθύνης» άκριτα και γενικά. Είμαι όμως σίγουρος ότι αν ο καθένας σε ατομικό επίπεδο, δεν επιδιώκει να αλλάξει όσα τον ενοχλούν, δεν θα γίνει ποτέ τίποτα. Κι αν δεν επιδιώκει να παρακινήσει φίλους και γνωστούς ή έστω να τους παρουσιάσει την οπτική του προσπαθώντας να τους δημιουργήσει ένα κάποιο προβληματισμό για αρχή.


Και μιας και ωραία η θεωρία αλλά ακόμα καλύτερη η πράξη ακολουθούν τρία κείμενα από θέματα που αυτή την περίοδο έπαιξαν στην επικαιρότητα κατά βάση με τίτλους και εντυπώσεις και χωρίς σχεδόν κανείς να δει λίγο πιο βαθιά το κάθε θέμα, ανεξάρτητα από ιδεολογική, πολιτική, επιχειρηματική, προσωπική και όποια άλλη αφετηρία.

Θέμα 1ο: Πώληση taxibeat σε Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Δείτε το κείμενο του Δημήτρη Μαλλά για το θέμα. Πέρα από φήμες και κορώνες υπάρχει και επιχειρηματική ουσία από πίσω. Αλλά και καλές και κακές πρακτικές διαχείρισης των ΜΜΕ από τις επιχειρήσεις και τα αρμόδια τμήματα τους.

Θέμα 2ο: Ταξίδι Τσίπρα στο Παρίσι και πιθανές επαφές με L’ Oreal. Πέρα από κράξιμο και τρολάρισμα υπάρχει και ουσία; Φαίνεται πως υπάρχει. Ο Γιώργος Αλεξάκης στο κείμενό του εξηγεί αρκετά τις προοπτικές ενώ η Αλεξάνδρα Γκίτση συμπληρώνει με ένα πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ για τις κινήσεις της εταιρείας στην ελληνική αγορά. Πρώτη δε, για το συγκεκριμένο θέμα είχε αναφερθεί η Πέννυ Κούτρα.

Γιατί τα καλά παραδείγματα και τις δουλειές που μας αρέσουν πρέπει να τις διαδίδουμε και να τις τονίζουμε, ελπίζοντας να βρίσκουν χώρο και να βλέπουμε όλο και περισσότερο τέτοιες δουλειές. Υπάρχουν πολλοί που μπορούν να το κάνουν καλά. Και έτσι ίσως μπορέσουμε να αλλάξουμε και τον τρόπο που ενημερωνόμαστε αλλά και συζητάμε στη δημόσια σφαίρα (σε κάθε της μορφή).

Γιατί διάγγελμα λοιπόν; Και κυρίως γιατί τώρα;

Χθες ο Πρωθυπουργός προχώρησε σε διάγγελμα όπου εξήγγειλε παροχές. Πολλοί άσκησαν κριτική αφενός για τις παροχές («ψίχουλα», «τρικ επικοινωνιακό», «ψέματα», «προεκλογικό» κλπ) και αφετέρου γιατί έκανε ολόκληρο διάγγελμα για να τις ανακοινώσει.

Για το πρώτο σκέλος που αφορά στην κριτική για τις παροχές τα πράγματα είναι στο δικό μου το μυαλό ξεκάθαρα. Προφανώς και όταν μπορείς να κάνεις παροχές θα το αξιοποιήσεις επικοινωνιακά. Προφανώς και αποσπασματικά μέτρα προς συγκεκριμένες ομάδες δε λύνουν κανένα χρόνιο και βαθύ πρόβλημα ούτε ισορροπούν στο ελάχιστο την ζημιά που έχει υποστεί η κοινωνία. Προφανώς και αν είναι ψέματα θα έχει κοντά ποδάρια και θα γυρίσει μπούμερανγκ με μεγάλη ταχύτητα. Και προφανώς αν είναι προεκλογικό θα το καταλάβουμε πολύ σύντομα. Όμως όλα τα προηγούμενα δεν αναιρούν το γεγονός ότι είναι ο Πρωθυπουργός που εντός μνημονίων ανακοινώνει παροχές. Και βέβαια το ότι συνταξιούχοι των 600 ευρώ θα πάρουν άλλα τόσα ξαφνικά, ή και των 800 ευρώ που θα πάρουν 300, για όποιον ζει στον κόσμο μας κι όχι στο δικό του είναι σημαντικό νέο. Δεν πιάνω καν το θέμα των συνταξιούχων των 300 ευρώ… Πόσο μακριά θα τον πάει αυτή η βαλίτσα τον Τσίπρα και την Κυβέρνησή του είναι ένα άλλο θέμα.

Ως προς το δεύτερο σκέλος στο γιατί τα ανακοίνωσε τώρα και με διάγγελμα, υπάρχουν πολλές πιθανές εξηγήσεις και ακόμα περισσότερα σενάρια. Και εκεί κατά τη γνώμη μου βρίσκεται και το μεγάλο ενδιαφέρον για όποιον θέλει να διαβάζει πίσω από τις λέξεις αλλά και να βλέπει τη μεγάλη εικόνα.

Γιατί διάγγελμα λοιπόν; Γιατί καταγράφεται ως ο πρώτος Πρωθυπουργός που στη διάρκεια των μνημονίων δίνει παροχές ξεκάθαρα, επίσημα και με τσαμπουκά. Θέλει να δείξει ότι δε φοβάται τους «εταίρους» αλλά και να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή συζήτηση και προβολή. Σε μία ομιλία όπως αυτή του Σαββάτου για τον προϋπολογισμό θα «χανόταν» ανάμεσα σε μια σειρά από άλλα μηνύματα. Επιπλέον επειδή και η προσωπική του εικόνα έχει υποστεί μεγάλη φθορά, θεώρησε σκόπιμο να κάνει μια κίνηση ενδυνάμωσής της. Άλλωστε όπως όλα δείχνουν η μάχη στις επόμενες εκλογές θα είναι Τσίπρας vs Μητσοτάκης. Ή τουλάχιστον αυτό επιθυμεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτό που σηκώνει όμως τη μεγαλύτερη συζήτηση και απαντάται περισσότερο με σενάρια παρά με βεβαιότητες είναι το γιατί τώρα. Δεν είναι μια μονολεκτική απάντηση τύπου «εκλογές». Είναι σύνθετη καθώς μέτρησαν πολλά και διαφορετικά πράγματα με διαφορετικά κοινά.


1ο κοινό: Οι εταίροι μας

Μετά το Eurogroup και το καλό νέο για το χρέος αλλά και το κακό των εκκρεμοτήτων του κλεισίματος της αξιολόγησης ήθελε να στείλει ένα μήνυμα το οποίο περίπου συνοψίζεται στην εξής φράση: «Εφαρμόζω πιστά τη συμφωνία του Αυγούστου του 2015, ήδη έφερα τα πρώτα αποτελέσματα και περιμένω να την εφαρμόσετε κι εσείς». Επιπλέον περνά και το μήνυμα για σταμάτημα της λιτότητας ενώ βέβαια υπενθυμίζει το μεταναστευτικό και το βάρος που έχει επωμιστεί η Ελλάδα το οποίο είναι extra σε σχέση με τη συμφωνία του 2015 και επομένως απαιτεί και extra ανοχή και στήριξη από την Ευρώπη.

2ο κοινό: Η αντιπολίτευση

Εδώ και μήνες η ΝΔ ζητά επίμονα εκλογές. Η υπόλοιπη αντιπολίτευση είτε αναλώνεται σε εμφυλίους (κεντροαριστερά) είτε μένει στα γνωστά (ΚΚΕ, ΛΑΕ κλπ). Ο Τσίπρας δεν ενοχλείται καθόλου από την υπόνοια και την υποψία για εκλογές. Θέλει η ΝΔ να συνεχίσει σε αυτό το άγονο και παντελώς ανούσιο για τον κόσμο παιχνιδάκι του «ζητάμε εκλογές άμεσα» και να αναλώνεται σε προεκλογικές ασκήσεις ετοιμότητας. Τον διευκολύνει να τους έχει «στην τσίτα» και να περιορίζονται σε μια τέτοια τύπου αντιπολίτευση. Και το εντυπωσιακό είναι ότι η ΝΔ παίζει αυτό το παιχνιδάκι με μεγάλη χαρά. Είτε δεν ξέρουν να κάνουν κάτι διαφορετικό, είτε δεν ενδιαφέρονται πιστοί ακόμα μια φορά στη θεωρία του ώριμου φρούτου που λατρεύουν τα ελληνικά πολιτικό κόμματα είτε δεν το αντιλαμβάνονται. Για χαζούς πάντως προσωπικά δεν τους έχω… Γενικά όμως έχω ξαναγράψει ότι μου φαίνονται αντιπολιτευτικά και τακτικά «άμπαλοι»

3ο κοινό: Το εσωτερικό του κοινό (Κοινοβουλευτική ομάδα, κόμμα, μέλη κλπ)

Το εσωτερικό κοινό του ΣΥΡΙΖΑ έχει πιεστεί πολύ. Και είχε ανάγκη μια ένεση ψυχολογική και ένα επιχείρημα για να πάει να κάνει γιορτές στις περιφέρειες του. Επίσης είχε ανάγκη κι από ένα τυράκι ενόψει ψήφισης προϋπολογισμού και άλλων μέτρων πιθανόν από το νέο χρόνο. Δίνει μια ανάσα (προφανώς μικρής διάρκειας) λοιπόν.

4ο κοινό: Τα ΜΜΕ- Η λεγόμενη κοινή γνώμη

Είναι εμφανές από τη μέρα που επέλεξε ότι ήθελε το επόμενο τριήμερο να παίξει αυτό το θέμα. Να μονοπωλήσει την ατζέντα. Να προλάβει τις εφημερίδες του Σαββατοκύριακου (οι μόνες που ακόμα αγοράζονται σε σχετικά μαζικό αριθμό) και να επισκιάσει διάφορες γκάφες της προηγούμενης εβδομάδας (Καμμένους, Καστελόριζα, κλπ) αλλά και τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό η οποία ξεκινά πια με την παραδοχή ότι «το πλεόνασμα πάει σε αυτούς που έχουν ανάγκη. Το αποδείξαμε», η οποία του δίνει και ένα προβάδισμα για την μάχη αυτή. Την οποία θα παρακολουθήσουν αναλυτικά σαφώς λιγότεροι από ότι το χθεσινό σύντομο και ξεκάθαρο σε μήνυμα διάγγελμα.

Παράλληλα με το διάγγελμα αυτό ελπίζει ότι οι τελευταίες δημοσκοπήσεις του έτους θα εμφανίσουν φρενάρισμα της κατηφόρας και θα φέρουν αλλαγή κλίματος. Όχι αναστροφή προφανώς αλλά αλλαγή.

5ο κοινό: Οι ωφελούμενοι

Κερδισμένοι από τις χθεσινές εξαγγελίες είναι οι συνταξιούχοι και οι νησιώτες. Πρόκειται για δύο ομάδες όπου ο ΣΥΡΙΖΑ είχε χάσει τα ερείσματά του. Με τους συνταξιούχους υπήρξε και το θέμα της καταστολής που στοίχισε πέρα από όλα τα άλλα. Για τους δε νησιώτες είναι προφανές ότι η κατάσταση στις τοπικές κοινωνίες είναι δύσκολη και είδαμε πρόσφατα διάφορα επεισόδια αλλά και σοβαρές ελλείψεις στις υποδομές.


Επομένως επιχειρεί η Κυβέρνηση με μια θετική κίνηση να ξαναχτίσει γέφυρες και να χρυσώσει το χάπι, στο πλαίσιο του «είναι δύσκολα, αλλά κάνουμε ότι μπορούμε καλύτερο».


Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι είναι μια κίνηση που επιδιώκει να αλλάξει κλίμα και ατζέντα αλλά και να περάσει μηνύματα ως προς τη διαπραγμάτευση. Αν από όλα αυτά έπρεπε να ποντάρω σε κάτι είναι ότι δεν πάει για εκλογές άμεσα. Αλλά θέλει να πιστεύουμε- και κυρίως η αντιπολίτευση- ότι μπορεί και να πάει. Η εικόνα που έχω είναι ότι έχει στο μυαλό του ο Τσίπρας και η ομάδα του δύο σενάρια, ένα με εκλογές ως το Πάσχα κι ένα χωρίς εκλογές άμεσα. Και τα δουλεύει παράλληλα επικοινωνιακά. Προτεραιότητά του πάντως δείχνει να είναι το 2ο σενάριο.

Υπάρχει και μια ακόμα ερμηνεία από πολλούς ότι πιθανόν καλλιεργεί το έδαφος για μια ρήξη μιας και για τον επόμενο 1,5 μήνα δε θα κλείσει η αξιολόγηση και δημιουργείται ένα κενό. Είναι ένα σενάριο που οδηγεί κατ’ επέκταση σε “ηρωική έξοδο”. Παρότι έχει αποδειχθεί απρόβλεπτος, ρισκάρω την εκτίμηση ότι δεν πάει σε ρήξη. Επιδιώκει την “επιτυχία” και με αυτή να πάει σε εκλογές.

Σε κάθε περίπτωση, το χρόνο των εκλογών στην πραγματικότητα τον αποφασίζουν οι αποφάσεις των “εταίρων” μας. Εκείνοι με τις κινήσεις και τις αποφάσεις τους τελικά αποφασίζουν αν θα δώσουν χρόνο σε μία Κυβέρνηση ή αν θα την οδηγήσουν σε ασφυξία.

Οι περισσότεροι θα το έχετε δει. Το βλέπω άλλωστε στα social media όλο και συχνότερα. Το starter kit των εταιρειών για τους εργαζόμενους που πάνε πρώτη μέρα. 

Απλή ιδέα, μηδέν κόστος (θα τα έδιναν ούτως ή άλλως) και χωρίς κόπο για το HR. Κι έχεις κέρδη σε internal comm επίπεδο (χαρούμενος εργαζόμενος) αλλά και έναν ambassador που κάνει για σένα τη δουλειά δημιουργώντας εντυπώσεις θετικές και word of mouth online αλλά και offline. 

Στο by the way, περνάς και μήνυμα ότι προσφέρεις νέες θέσεις εργασίας. 
Και αφορά επιχειρήσεις οποιουδήποτε μεγέθους! #recommended

Ολυμπιονίκες στη γκρίνια!

Με αφορμή το τζέρτζελο που γίνεται στη δημόσια σφαίρα για τους ολυμπιονίκες, θέλω να μοιραστώ τρεις γρήγορες σκέψεις που έκανα παρατηρώντας, μάλλον αποσβολωμένος τον κόσμο να διχάζετε και να μιζεριάζει ακόμα και με αφορμή επιτυχίες:

1. Το θέμα της Κορακάκη με έχει μπερδέψει. Ποιός από τους 2 μπορεί να ψεύδεται σε θέμα που ξέρει ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει ρόμπα; Ή μήπως την πατάτα την έκανε η Ε.Ο.Ε (aka Κούβελος) και μέσα στην πόλωση δεν το πήραμε χαμπάρι;
2. Το βλέπετε κι εσείς και με αυτή την ευκαιρία ότι υπάρχει πολύς θυμός γύρω μας;
3. Η χώρα παράγει περισσότερο παραπολιτική από όση μπορεί να καταναλώσει. Και υπολείπεται δραματικά σε παραγωγή πολιτικής.


By the way απλά σημειώνω ότι σχεδόν όλοι οι Ολυμπιονίκες μας πέρα από τους “επισήμους” αντιμετώπισαν από αδιάφορα κι επιφυλακτικά έως αρνητικά τα ΜΜΕ.

Προσωπικά πάντως, χάρηκα εξίσου με την επιτυχία των 6 παιδιών που πήραν μετάλλιο αλλά και τη σεμνότητα και τη σοβαρότητα που αντιμετώπισαν δημόσια την επιτυχία τους.
Φυσικά αρνούμαι να μπω στη λογική της αριστείας που πλασάρουν κάποιοι πάλι.
Κι ο δυσλεκτικός (κατά δήλωση του) και κακός μαθητής Γιαννιώτης εκπέμπει υψηλή καλλιέργεια και ποιότητα ανθρώπου και η Στεφανίδη με τις ωραίες σπουδές της που διάβασα ότι κάνει και μπράβο της και χαρά στο κουράγιο της!
Πρότυπα μπορούν να είναι και οι δύο. Βασικά ο Γιαννιώτης είναι ήδη. Η (νεότερη) Στεφανίδη έχει όλα τα φόντα να γίνει.

Υ.Γ: Συνεχίζω να έχω “αδυναμία” στον Γιαννιώτη. Ξεχωρίζει σαν πρότυπο και προσωπικότητα.

“Πεθαίνει” το χαρτί;

Παραδοσιακά, οι σπουδαιότερες δημοσιογραφικές αποκαλύψεις της ιστορίας, έχουν γίνει από ρεπόρτερ εφημερίδων. Η μεγαλύτερη όλων, ίσως, είναι αυτή που πραγματοποίησαν οι Bob Woodward και Carl Bernstein της Washington Post στα 70’s, που οδήγησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Richard Nixon σε παραίτηση το 1974 για το περίφημο σκάνδαλο «Watergate».
Ένα ακόμη παράδειγμα -και λίγο πιο πρόσφατο- είναι τα όσα έφερε στο φως η Βρετανική Daily Telegraph το καλοκαίρι του 2009, όταν μια ομάδα 45 δημοσιογράφων διάβασαν περισσότερα από ένα εκατομμύριο (!) έγγραφα για να αποκαλύψουν τις τεράστιες σπατάλες Βρετανών υπουργών, με αποτέλεσμα 20 από αυτούς να παραιτηθούν και να αλλάξει άρδην όλο το σύστημα πληρωμών στο βρετανικό κοινοβούλιο.

Αυτή η σύγκριση με τις ιστοσελίδες είναι αν μέρει άδικη για έναν βασικό λόγο: το ίντερνετ μετράει μόλις λίγες δεκαετίες ζωής. Βέβαια, σε αυτή τη σχετικά μικρή διάρκεια, οι μεγαλύτερες «αποκαλύψεις» που έχει να επιδείξει είναι κυρίως γυμνές φωτογραφίες celebrities! Κι εκεί ακριβώς είναι το πρόβλημα κι έρχονται και κουμπώνουν όλα τα κομμάτια του παζλ.

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να λάβουμε υπόψην μας αρκετά δεδομένα. Γιατί είναι πολύ εύκολο να αρχίσουμε τους αφορισμούς για την «πληρωμένη» δημοσιογραφία του σήμερα, όμως πολλές φορές φτάνουμε σε διλήμματα του στυλ «αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα», που δεν είναι πολύ εύκολο να απαντηθούν. Και στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό ερώτημα που ολόκληρη η βιομηχανία της δημοσιογραφίας ψαχουλεύει εδώ και δεκαετίες είναι το εξής: «το κοινό υπαγορεύει τη θεματολογία του Μέσου ή το Μέσο ελέγχει τι εκδίδει;». Αν νομίζετε ότι η απάντηση είναι τόσο εύκολη, κάνετε λάθος…

Ας κοιτάξουμε ένα δεδομένο: Τον Ιανουάριο του 2015, στα 39 από τα 50 μεγαλύτερα ειδησεογραφικά sites παγκοσμίως (τα Yahoo, CNN, Buzzfeed, New York Times, BBC, CNET, LA Times, VICE είναι μερικά εξ αυτών), πάνω από το 50% των αναγνωστών προήλθε από κινητές συσκευές (κινητά τηλέφωνα, tablets κλπ)!

Προσέξτε: σε μία ιστοσελίδα, όπως π.χ. του CNN με 128 εκατομμύρια μοναδικούς επισκέπτες τον Ιανουάριο του 2015, πάνω από τους μισούς «μπήκαν» μέσω των κινητών τους και όχι μέσω των σταθερών υπολογιστών ή των laptop τους! Το πιο σημαντικό, όμως, δεδομένο είναι το εξής: Ο μέσος όρος παραμονής αυτών των ανθρώπων στην ιστοσελίδα ήταν ελάχιστα παραπάνω από 2 λεπτά (πηγή: Pew Research Center).

Δηλαδή, σχεδόν 70-75 εκατομμύρια άνθρωποι μπήκαν στο site του CNN για να ενημερωθούν για κάτι περισσότερο από 120 δευτερόλεπτα! Αυτός ο χρόνος προφανώς δεν αρκεί για να διαβάσεις ένα άρθρο, εδώ καλά-καλά δε φτάνει για να δεις όλα τα headlines!

Ας πάμε, όμως, σε ένα πιο απτό παράδειγμα για το θέμα που κοιτάμε. Ο Guardian, σύμφωνα με το Audit Bureau of Circulation της Βρετανίας, πουλούσε τον Ιανουάριο του 2015 κατά μέσο όρο 185.429 φύλλα ημερησίως. Το ίδιο χρονικό διάστημα, την ιστοσελίδα του επισκέφθηκαν 28.153.000 μοναδικοί αναγνώστες! Ακόμα και αν πολλαπλασιάσουμε τον αριθμό φύλλων επί 30, κάτι που είναι λάθος, γιατί προφανώς δεν ήταν διαφορετικοί άνθρωποι αυτοί που αγόραζαν την εφημερίδα κάθε μέρα, ο αριθμός που προκύπτει είναι 5.562.870, πέντε φορές χαμηλότερος από όσους επισκέπτηκαν την ιστοσελίδα του!

Πρώτο δεδομένο, λοιπόν, που πρέπει να κρατήσουμε είναι το εξής: Με την γεωμετρικά αυξανόμενη πρόοδο της τεχνολογίας σε όλους τους τομείς (πιο γρήγορα κινητά τηλέφωνα, πιο γρήγορο mobile internet), όσο περνάει ο καιρός, ο κόσμος στρέφεται για την ενημέρωσή του, όχι απλά στο ίντερνετ (αυτό πάνω-κάτω το ξέραμε), αλλά σε μια fast-track και ίσως επιπόλαιη γρήγορη ματιά των τίτλων! Αυτό είναι κάτι που υπαγορεύει το κοινό. Δεν είναι επιλογή των Μέσων. Τα Μέσα παίρνουν αυτά τα νούμερα, τα αξιολογούν και προφανώς προσπαθούν να κινηθούν αντιστοίχως, ώστε να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Αν ο «Χ» Guardian ξέρει ότι ένας αναγνώστης θα «σπαταλήσει» περίπου 2 λεπτά στην ιστοσελίδα του, θα προσπαθήσει να τον κρατήσει λίγο περισσότερο, «πασάροντάς» του πιασάρικα θέματα.

Και πάμε στο επόμενο κεφάλαιο. Ένα συγκριτικό πλεονέκτημα των ιστοσελίδων (και που όπως θα δούμε παρακάτω αποτελεί και την μάστιγά τους), σε σχέση με τις εφημερίδες, είναι ότι μπορούν ανά πάσα στιγμή να δουν ποια θέματά τους πουλάνε και ποια όχι! Οι εφημερίδες δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Θεωρητικά, μπορούν να διεξάγουν έρευνες, που όμως θα παρουσιάσουν αμφιβόλου ποιότητας αποτελέσματα. Αντίθετα, στις ιστοσελίδες είναι πάρα πολύ εύκολο κάθε στιγμή να δεις τι διαβάζεται και τι όχι. Και μαντέψτε ποια θέματα πουλάνε!

Όταν λοιπόν ανεβάζεις π.χ. εκατό θέματα την ημέρα και τα δέκα που διαβάζονται αφορούν αποκλειστικά τις γυμνές φωτογραφίες της μίας celebrity ή το διαζύγιο του τάδε ηθοποιού και όλες οι υπόλοιπες ρεπορταζιακές ειδήσεις βυθίζονται, προφανώς κάποια στιγμή, ως Μέσο, πρέπει να κάνεις μια επιλογή. Ειδικά, αν συνυπολογίσουμε και το διαφημιστικό πεδίο της εποχής που είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση: Ή ακολουθείς το ρεύμα και διαμορφώνεις το προϊόν σου ή πηγαίνεις κόντρα και μακροπρόθεσμα (ή ίσως και βραχυπρόθεσμα) πληρώνεις τις συνέπειες. Είναι χαρακτηριστικό πώς τα έσοδα των εφημερίδων στις ΗΠΑ από διαφημίσεις το 2004 έφτανε τα 22 δισεκατομμύρια δολάρια και μόλις οκτώ χρόνια μετά, το 2012, αυτό το νούμερο έπεσε στα 4 δισεκατομμύρια! (πηγή: Pew Research Center)

Κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος της έντυπης κυκλοφορίας του Independent και τη μεταφορά του στο ίντερνετ. Από τα 400.000 φύλλα που πουλούσε καθημερινώς, είχε φτάσει τους τελευταίους μήνες σε νούμερα μικρότερα από το 1/10 του πικ του. Νούμερα μη βιώσιμα για την επιχείρηση. Σύμφωνα με τον Guardian, από τους 160 εργαζομένους της εφημερίδας, περισσότεροι από 100 θα χάσουν τη δουλειά τους, ενώ όσοι μείνουν θα αναγκαστούν να δεχθούν μειώσεις στους μισθούς τους και σαφώς δυσκολότερες συνθήκες εργασίας (μεγαλύτερα ωράρια κλπ) ούτως ώστε να παραμείνει ο Independent ανταγωνιστικός στο καινούργιο περιβάλλον που θα δραστηριοποιηθεί.

Βεβαίως, ο Independent δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα. Ακόμα και στην Ελλάδα το έχουμε να δει να γίνεται, όταν το «Βήμα» αποφάσισε να σταματήσει την κυκλοφορία του καθημερινού φύλλου, το οποίο μεταφέρθηκε με τη σειρά του στο ίντερνετ. Οι χαμηλοί αριθμοί κυκλοφορίας των εφημερίδων υπαγορεύουν όσο περνάει ο καιρός την μεταφορά τους σε ένα διαφορετικό πεδίο ενημέρωσης, το διαδίκτυο, το οποίο παίζει με τους δικούς του κανόνες κι ευτυχώς ή δυστυχώς είναι διαμορφωμένο από (ή έστω έχει διαμορφώσει) ένα τελείως διαφορετικό αναγνωστικό κοινό.

Μία ερώτηση που ακούγεται συχνά τις τελευταίες ημέρες, είναι το εάν σήμερα θα μπορούσε να αποκαλυφθεί το σκάνδαλο της παιδεραστίας στους κύκλους της καθολικής εκκλησίας στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, όπως αποθανατίστηκε και στην ταινία «Spotlight», που κέρδισε φέτος το Oscar. Το ερώτημα, όμως, που πρέπει να γίνει, είναι το κατά πόσον μια εφημερίδα στις ημέρες μας έχει την πολυτέλεια να διαθέτει μια ομάδα ρεπόρτερ, αφιερωμένη στην ερευνητική δημοσιογραφία, που δεν θα ασχολείται με τίποτα άλλο. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει τελείως από το 2002, όταν και κυκλοφόρησε το θρυλικό πρωτοσέλιδο της Boston Globe. Εδώ έχουν αλλάξει από το 2009, όταν όπως αναφέραμε και παραπάνω, η Daily Telegraph έστειλε σε πανικό τη βρετανική κυβέρνηση.
Υπάρχει ένας φαύλος κύκλος στο ίντερνετ: η επιπόλαια ενημέρωση και ανάγνωση των ειδήσεων επιφέρει και την επιπόλαιη έρευνά τους και τούμπαλιν! Δεν νοείται το «αποκλειστικό» στο διαδίκτυο. Μέσα σε πέντε λεπτά το πολύ, το copy-paste μεταφέρει μια είδηση παντού παγκοσμίως, σχεδόν πάντα χωρίς διασταύρωση, αλλά και με την τάση «ας προσθέσω κάτι για να μη φανεί ότι το αντέγραψα», με αποτέλεσμα να γράφονται τέρατα!
Και αν θέλετε, υπάρχει κι ένα ακόμα στοιχείο, το οποίο παίζει το ρόλο του. Το ίντερνετ είναι αχανές. Η ευκολία που μπορεί οποιοσδήποτε να δημιουργήσει μια ιστοσελίδα, έχει οδηγήσει τον οποιοδήποτε να θεωρείται δημοσιογράφος. Αποτέλεσμα είναι να υπάρχουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες sites, την ώρα που μερικές δεκαετίες πριν, αυτό το νούμερο για τις εφημερίδες έπεφτε στις μερικές δεκάδες. Ο δημοσιογράφος που ερευνούσε τότε, ήξερε ότι είχε την εμπιστοσύνη των πηγών του. Οι εφημερίδες και οι δημοσιογράφοι που δούλευαν σ’ αυτές είχαν ένα επίπεδο αξιοπιστίας, το οποίο στις ημέρες μας έχει πέσει σε επικίνδυνες στάθμες.

Αν υπάρχει, λοιπόν, μία αχτίδα ελπίδας για τις εφημερίδες, είναι αυτή: Ακόμα και σήμερα, θεωρούνται, ως Μέσο Μαζικής Ενημέρωσης, πιο αξιόπιστες από το διαδίκτυο (πηγή: έρευνα της Globescan για το BBC). Προφανώς, όσο προχωρούν τα χρόνια και οι γενιές, αυτή η διαπίστωση, θα παύει να υφίσταται, όμως ακόμα προλαβαίνουν.
Πηγή:  http://www.gazzetta.gr/weekend-journal/article/897098/pethainei-harti

Οι ιστορίες συναλλαγών κι εκβιασμών ως μάθημα “αγωγής του πολίτη”

Τις τελευταίες μέρες έχουμε την ευκαιρία να ακούμε και να διαβάζουμε διάφορα (έστω διάσπαρτα και φιλτραρισμένα) για το πώς (χρόνια τώρα) συναλλάσσεται η δημοσιογραφία με την πολιτική (αλλά και την οικονομική-επιχειρηματική κοινότητα) και πως μοιράζεται το παιχνίδι. Είτε γίνεται σε εντελώς τοπικό επίπεδο με λυκοσυμμαχίες “παραγόντων” ανά περιοχή, πόλη και χωριό, είτε σε επίπεδο Β-Γ Εθνικής με Μαυρίκους είτε Α Εθνικής με Ψυχάρηδες το “παιχνίδι” και οι κανόνες είναι λίγο-πολύ ίδιοι. Και είναι διδακτικό για όλους μας και χρήσιμο να το κατανοήσουμε ως πολίτες. 
Ασφαλώς και δεν πέφτω από τα σύννεφα. Και ούτε έχω την ψευδαίσθηση ότι είναι ελληνικό φαινόμενο. Υπάρχει παντού και μάλιστα γίνεται σε Champions League επίπεδο.

Απλά θεωρώ όλο αυτό το ξεκατίνιασμα χρήσιμο να το παρατηρήσουμε ακόμα κι αν είναι ελεγχόμενα πολλά από όσα διαβάζουμε. Να το μελετήσουμε βάζοντας κι εμείς τα δικά μας- κριτικά- φίλτρα.

Υ.Γ: Τιμώ και σέβομαι απεριόριστα όσους δημοσιογράφους αλλά και πολιτικούς, επιχειρηματίες κλπ δεν μπαίνουν σε αυτό το παιχνιδάκι παρότι οι πιέσεις και οι πειρασμοί είναι μεγάλοι. Τους εκτιμώ “από όπου κι αν προέρχονται”. Κι όταν μπορω τους διαφημίζω (χωρίς να ντρέπομαι). Σας προτρέπω να κάνετε κι εσείς το ίδιο. Θα είναι καλό για εκείνους αλλά και για όλους μας αν σκεφτούμε μακροπρόθεσμα.