Οι κηδείες της καραντίνας

Το έφερε έτσι η ζωή και χρειάστηκε να στείλω κι εγώ εκείνο τον κωδικό 5 (τελετή) στο κινητό. Η αδερφή του πατέρα, πλήρης ημερών θα μπορούσε να πει κανείς, πιο ψύχραιμος, έφυγε το Σάββατο του Λαζάρου.

Οι οδηγίες του γραφείου ξεκάθαρες. Το πολύ 10 άτομα και με απόσταση 2 μέτρων. Απαγορεύονται καφέδες και γεύματα πριν και μετά. Σε στενό οικογενειακό κύκλο. Πολλοί φίλοι και συγγενείς μας είπαν «ήθελα να έρθω αλλά δεν αφήνουν». Η μάνα μου με το ζόρι πείστηκε να κάτσει στην Κρήτη και να αποφύγει αεροπλάνα και βαπόρια. Μέχρι που έφτασα στο Πρώτο, σκεφτόμουν ότι είναι κρίμα, να φεύγει κάποιος μόνος. Το είχα σκεφτεί και για το Γλέζο και τον Κοροβέση τις προηγούμενες ημέρες.

Όταν έφτασα όμως άρχισα να αλλάζω άποψη. Επικρατούσε ησυχία και ηρεμία. Λίγους ανθρώπους έβλεπες. Και στο δικό μας θάλαμο, τους απολύτως κοντινούς. Αυτούς που καταλάβαιναν και ένιωθαν όπως εσύ περίπου. Αυτούς με τους οποίους δεν είχατε πολλά να πείτε, τα λέτε κάθε μέρα άλλωστε. Έτσι σιωπηρά κύλησε η ώρα, έγινε το μυστήριο και η τελετή. Χωρίς λουλούδια, στεφάνια, επικήδειους και άλλες κοινωνικές συμβάσεις.

Θυμάμαι όταν έχασα τον πατέρα μου, το βράδυ, στο περίφημο κρητικό «νυχτέρι», με ατελείωτο κόσμο να μπαινοβγαίνει σπίτι από νωρίς το πρωί μέχρι την επόμενη μέρα, το πρωί της κηδείας. Κόσμος που μου μιλούσε, μου έλεγε ιστορίες και πιθανότατα είχε καλή πρόθεση και αγάπη. Με καταπίεζε όμως. Κάποια στιγμή ένιωθα ότι θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Να έχει ησυχία και σκοτάδι για λίγο. Να πάρω μία ανάσα.

Το ίδιο και την επόμενη μέρα στην τελετή. Χαιρετούρες πριν και μετά, κόσμος, στέφανα, επικήδειοι. Πολύς, πάρα πολύς, κόσμος ήθελε να τιμήσει την οικογένειά μου. Θα ήμουν αχάριστος αν δεν αναγνώριζα την καλή τους πρόθεση και τα αγνά κίνητρα. Αλλά ήταν πολύ, πάρα πολύ, καταπιεστικό και κουραστικό. Όταν 48 ώρες μετά έκλεισε ο διακόπτης, τότε μόνο ένιωσα λίγο ήρεμος κι ελεύθερος να αφεθώ στα συναισθήματά μου.

Το ίδιο σκηνικό και στο μνημόσυνο. Κόσμος, λουλούδια, τραπέζια. Πάλι, όλοι με αγάπη δίπλα σου. Αλλά καμιά φορά προτιμάς να μην είναι τόσο δίπλα σου. Επειδή είμαι και λίγο πρακτικός τύπος, έχω σκεφτεί πολλές φορές πως όλα αυτά έξοδα κι ο κόπος μπορούσαν να πάνε σε ανθρώπους με ανάγκη. Αυτό είναι πραγματικό μνημόσυνο για εκείνον που φεύγει.

Θα μου άρεσε τελικά οι κηδείες της καραντίνας, να μην είναι εξαιρέσεις αλλά κανόνας. Και με τον κόσμο που θέλει να σε τιμήσει, να βρίσκεσαι στο δρόμο, στη δουλειά, στο καφενείο και να θυμάσαι τον άνθρωπό σου με ιστορίες, ρακές και συζητήσεις. Να έχεις την αθιβολή του στην καθημερινότητά σου. Αυτό είναι το πιο ωραίο. Τα άλλα- στο μυαλό μου τουλάχιστον- είναι πιο προσωπικές υποθέσεις. Για τον στενό οικογενειακό κύκλο.

Πάσχα στην καραντίνα. Είναι τελικά τόσο μεγάλη θυσία;

Όσο πλησιάζει το Πάσχα, βλέπω μία κλιμάκωση από όλες τις πλευρές. Η Κυβέρνηση μέσω Τσιόδρα- Χαρδαλιά (σε ρόλο καλού και κακού μπάτσου), κάθε μέρα πιο έντονα τονίζουν ότι δεν πρέπει να πάμε στα χωριά μας ή στους γονείς/αδέρφια/κουμπάρους να κάνουμε Πάσχα, σε πυλωτές και μπαλκόνια.

Οι φανατικοί πιστοί, κλιμακώνουν τη γκρίνια για τις κλειστές Εκκλησίες, το Άγιο Φως, τα νεκροταφεία και όλα αυτά που τη Μεγάλη Εβδομάδα γίνονταν και τώρα δε θα γίνουν. Με την Εκκλησία να παρακολουθεί διακριτικά και διάφορους αντιπροσώπους της (ενίοτε σε συνεργασία με πολιτικάντηδες) να λειτουργούν στη λογική της πίσω πόρτας.

Βλέπω και στα social media και μία κλιμάκωση συναισθηματική. Λογικό φαινόμενο. Έχουμε μάθει να γιορτάζουμε οικογενειακά, στις εξοχές και τώρα δε θα το κάνουμε. Είμαστε και 40 μέρες σχεδόν μέσα, κάπου πρέπει να βγει και ο συναισθηματισμός μας. Στενοχωριόμαστε για τους μεγάλους που θα κάνουν μόνοι Πάσχα, χωρίς παιδιά κι εγγόνια. Στενοχωριόμαστε που τα παιδιά μας δε θα παίξουν αλλά θα το περάσουν σε μπαλκόνια, σαλόνια και σε περιπάτους στο τετράγωνο (αιτιολογία 6 κλασσικά). Στενοχωριόμαστε που δεν πήγαμε οι ίδιοι τη λαμπάδα και το δώρο στο βαφτιστήρι και το ανήψι. Γενικά πιεζόμαστε και στενοχωριόμαστε.

Προφανώς κι εγώ θα ήθελα να πάω στο χωριό μου. Έχω να κατέβω Κρήτη από την Πρωτοχρονιά κι όπως πάει θα κάνω πολύ καιρό ακόμα. Να δω και τους δικούς μου που δεν τους έχω δει όχι τις 40 μέρες της καραντίνας αλλά πολύ περισσότερο.

Μ’ αρέσει επίσης πάρα πολύ ο χαβαλές και το ψήσιμο. Και τα ουζερί μου αρέσουν τη Μεγαλοβδομάδα. Και οι βόλτες έξω. Και οι μπάλες με τα παιδιά, τα ποδήλατα κι όλα αυτά που δεν προβλέπονται αυτό το Πάσχα. Θα μου λείψουν και θα τα στερηθώ.

Φυσικά και έχω και άγχος και ανασφάλεια. Για τη μαμά μου που θα κάνει μόνη της, για τους δικούς μου γενικότερα, ειδικά τους πιο μεγάλους, για τα παιδιά που όλο αυτό τα έχει πάει πίσω, για τη δουλειά, την κοινωνία, για τα πάντα! Οπότε εννοείται ότι νιώθω και πίεση, έχω αϋπνίες και άλλα τέτοια που λίγο πολύ όλοι βιώνουμε.

Οι βιντεοκλήσεις, οι φωτογραφίες και όλα αυτά είναι μπαλώματα στην κατάσταση. Λίγα πράγματα καλύπτουν. Αυτό το Πάσχα δε θα είναι ίδιο. Είναι όμως τόσο μεγάλη θυσία αυτή;

Μία στραβή λόγω της διασποράς του ιού, μπορεί να είναι καθοριστική για τους μεγαλύτερους κυρίως. Κι αυτό δε διορθώνεται.

Ένα πισωγύρισμα στην πορεία της χώρας στην αντιμετώπιση της πανδημίας, πιθανόν να στερήσει ακόμα περισσότερες δουλειές. Θα κάνει πολλαπλάσια ζημιά στην οικονομία από αυτή που ήδη έχει γίνει. Και στα εργασιακά, τον τουρισμό, σε όλα αυτά που περιμένουμε με αγωνία να ξαναρχίσουν. Ούτε αυτό διορθώνεται αν γίνει.

Κάποιοι λένε ότι τα μέτρα είναι υπερβολικά. Μπορεί. Μπορεί και όχι όμως. Δε μπορώ να το απαντήσω. Οπότε θα κάνω Πάσχα όπως μου προτείνουν. Όχι γιατί με «τρόμαξαν» με πρόστιμα και αστυνομικούς ελέγχους. Αλλά γιατί αυτό κρίνω ότι είναι το καλύτερο κοινωνικά αλλά και για το μικρόκοσμό μου. Με τα δεδομένα που έχω.

Προσπαθώ να μένω όρθιος, λογικός και ψύχραιμος. Να είμαι σε θέση να κρίνω όσα συμβαίνουν, να μην καταπίνω αμάσητες ούτε θεωρίες συνομωσίας ούτε και αγιογραφίες φυσικά…

Στο κάτω- κάτω, ούτε σε βάρδια στο νοσοκομείο όπως το νοσηλευτικό προσωπικό θα το περάσω, ούτε δουλεύοντας 18ωρα στο μηχανάκι όπως οι ντελιβεράδες, ούτε γεμίζοντας ράφια και απορροφώντας νεύρα των πελατών ως το Μ. Σάββατο το απόγευμα όπως οι εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ, τα ζαχαροπλαστεία και τους φούρνους. Με την οικογένεια μου θα είμαι, με φαγητό στα πιάτα μας (και νόστιμο κιόλας) και στην άνεση του σπιτιού μας. Δεν είναι δα και τόσο πια άσχημα…

Αυτό το Πάσχα λοιπόν, θα είναι από εκείνα που θα συζητάμε στο μέλλον ως η εξαίρεση στον κανόνα. Θα είναι αυτό το Πάσχα που η ιστορία του θα ξεκινάει κάπως έτσι: «Θυμάστε τότε με τον κορωνοϊό που κάναμε Πάσχα σε καραντίνα;» και θα μας θυμίζει- στους περισσότερους κι όχι σε όλους δυστυχώς- μόνο κλεισούρα κι όχι ΜΕΘ, θανάτους και νοσοκομεία… Είναι τόσο μεγάλη θυσία τελικά;

Χρόνια πολλά σε όλους και Καλή Ανάσταση (γενικότερα)!

Του χρωστάμε

Από την ώρα που μάθαμε όλοι για το θάνατο του, υπέροχου, Μανώλη Γλέζου, τα συναισθήματα μέσα μου εναλλάσσονται διαρκώς. Θλίψη, συγκίνηση και μελαγχολία για αυτή τη βαριά είδηση αποχαιρετισμού. Αλλά και σεβασμός και τιμή που έστω και λίγο τον συναναστράφηκα. Τον έζησα να δίνει μάχες. Τις μάχες που εκείνος έκρινε σημαντικές.

Γιατί αυτό ήταν ένας πραγματικός και συνεπής μαχητής. Από τα εφηβικά του χρόνια μέχρι σήμερα. 80 και παραπάνω χρόνια, δεν σταμάτησε ποτέ και δεν κώλωσε πουθενά. Αναμφίβολα ήταν από τους τελευταίους Έλληνες, αν όχι ο τελευταίος, που μπορείς να τον περιγράψεις στα παιδιά σου ως ήρωα και αγωνιστή χωρίς αστερίσκους και «αλλά…».  

Όπως αρκετοί κι εγώ αρχικά σκέφτηκα πώς είναι κρίμα που λόγω της καραντίνας δε θα μπορέσουμε να τον αποχαιρετίσουμε όπως του άξιζε. Που δε θα έχουμε την ευκαιρία να ξαναβγούμε στο δρόμο, να ξανασυναντηθούμε με πολλούς συντρόφους ή και άσπονδους φίλους. Στο δρόμο, όπου όλα αυτά τα χρόνια συναντούσες το Γλέζο.

Μετά όμως το ξανασκέφτηκα. Ο Γλέζος δεν είχε ανάγκη από κόσμο και μεγάλες εκδηλώσεις. Δεν περιμένει αυτό από εμάς. Περιμένει να μας δει να δίνουμε μάχες και αγώνες για τις αξίες μας και πρώτα από όλα για ένα κόσμο με περισσότερη ανθρωπιά και δικαιοσύνη. Να του μοιάσουμε στο μικρό του δαχτυλάκι.

Πολλές φορές μόνος ή σχεδόν μόνος πάλευε. Από την Ακρόπολη με το Σάντα, ως την επέτειο του Πολυτεχνείου το 2017, με τρομερή βροχή όλη την ημέρα, σε μία φωτογραφία του που τον περιγράφει συνοπτικά και ανάγλυφα.

Δεν πιστεύω ότι είχε ανάγκη στα 98 του να ακούσει μεγάλους επικήδειους και συγκινητικά λόγια. Ούτε και συνθήματα. Είμαι βέβαιος πώς προτιμά να κρατήσουμε τις δυνάμεις μας για τις μάχες του μέλλοντος. Να μάθουμε στα παιδιά μας ότι επιβάλλεται κάποιος να αγωνίζεται.

Δεν πειράζει, ας μη «ξεβολευτούμε» σήμερα από την καραντίνα μας. Αρκεί αύριο, στις επόμενες μεγάλες στιγμές να είμαστε κι εμείς εκεί, όπως ήταν κι εκείνος σε όλη του τη ζωή. Του χρωστάμε λοιπόν να του αποδώσουμε, την τιμή που του αρμόζει… Ας μην το ξεχάσουμε.

Ο μεταβολισμός του φόβου

Αυτή η Δευτέρα, το ξεκίνημα μιας νέας, αλλά ίδιας στην καθημερινότητα μας, εβδομάδας με βρήκε λίγο βαρύ. Μάλλον μαζεύτηκαν πολλές οι μέρες (13 πια). Χάλασε κι ο καιρός και αυτή η σκοτεινιά σε ρίχνει… Έκλεισε και το Άλσος Συγγρού που κάθε 2-3 μέρες λειτουργούσε ως μία 2ωρη απόδραση- αποσυμπίεση. Δε μεσολάβησε και Σαββατοκύριακο για να νιώσεις ότι μπήκε ένα κόμμα έστω στη ρουτίνα. Μαζεύτηκαν αρκετά.

Πιθανότατα έπαιξε ρόλο και αυτή η φράση. «Απαγόρευση κυκλοφορίας». Που δεν είναι ακριβής και κακώς τη χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ αλλά όσο και να μη θες, σε επηρεάζει. Μαυρίζει τη ψυχή σου.

Βέβαια στην πραγματικότητα, αυτό που μάλλον βαραίνει μέρα με τη μέρα, δεν είναι τόσο η κλεισούρα. Ούτε ότι δε βλέπεις φίλους και συγγενείς, άλλωστε σε αυτό η τεχνολογία δίνει αρκετές λύσεις. Είναι η ανασφάλεια. Η συνεχής αβεβαιότητα που υπάρχει, που περιμένεις τα πιο δύσκολα και δεν έχεις καθόλου εικόνα πότε θα φανεί κάποιο φως στο τούνελ που έχουμε όλοι μπει. Και ο φόβος για το μετά.

Τι θα γίνει μετά; Από τα πιο απλά και καθημερινά, τη δουλειά, το σχολείο και τις εκκρεμότητες που έμειναν στον αέρα. Ως τα πιο «μεγάλα». Πώς θα μας βρει σαν κοινωνία συνολικά αυτό το γερό χαστούκι; Αυτό το πισωγύρισμα σε μία σειρά θεμάτων, την εκπαίδευση, τα δικαιώματα, τα εργασιακά;

Ξέρεις ότι όταν βγεις από το σπίτι, πολλά μαγαζιά δε θα είναι εύκολο να λειτουργήσουν. Κι αν λειτουργήσουν, λίγος κόσμος θα διαθέτει αποθέματα, υλικά και ψυχολογικά να τα υποστηρίξει. Ξέρεις ότι κάτω στην Κρήτη, όπως και σε όλη την Ελλάδα, που οι μισοί σχεδόν γνωστοί σου ασχολούνται με τον τουρισμό, θα έχουν θέμα. Μεγάλο και δυσεπίλυτο.

Δε νιώθεις καν την αισιοδοξία, ότι μετά από όλο αυτό, θα αλλάξουμε. Θα φροντίσουμε το Εθνικό Σύστημα Υγείας, θα εκσυγχρονίσουμε την εκπαίδευση, θα φροντίσουμε να έχουν όλοι πρόσβαση στην τεχνολογία με στόχο ίσες ευκαιρίες. Γενικά ότι θα αρχίσει να κυριαρχεί η ανθρωπιά αλλά και η ισότητα του ατομισμού και του νόμου του ισχυρού.

Αντιθέτως, προσωπικά φοβάμαι ότι αυτός ο νόμος του ισχυρού θα δυναμώσει. Η συντήρηση θα εμπεδωθεί. Ο ατομισμός θα εδραιωθεί. Η ψαλίδα ανάμεσα στους λίγους που έχουν (ότι έχουν είτε είναι χρήμα, είτε προσβάσεις, είτε εξουσία) και τους πολλούς που δεν έχουν θα ανοίξει.

Σε αυτή την επόμενη μέρα, τη μετά- Κορωνοϊού εποχή, φοβάμαι πώς θα μπούμε αποκαμωμένοι και αποδυναμωμένοι. Αδύναμοι και ανέτοιμοι για μάχες. Χωρίς αντανακλαστικά.

Άρα; Τα βάφουμε μαύρα, αποδεχόμαστε τη μοίρα μας και κάνουμε υπομονή να περάσει η καραντίνα; Προφανώς και όχι. Ο φόβος δεν είναι πάντα ένα αρνητικό συναίσθημα. Δείχνει γείωση με την πραγματικότητα, ενσυναίσθηση και ότι υπάρχει συνείδηση. Είναι χρήσιμος αν τον μεταβολίσουμε καλά.

Αυτό είναι και το προσωπικό μου στοίχημα στις μέρες που έρχονται. Να βρω τρόπο να μεταβολίσω δημιουργικά το φόβο και όταν βγω από το σπίτι, να είμαι χρήσιμος κι έτοιμος. Μπορεί η γενιά μου να είναι δύσκολο να φτιάξει τη ζωή της, αλλά ας το παλέψουμε. Το πολύ- πολύ να στρώσουμε λίγο καλύτερα το δρόμο για τα παιδιά μας…

Ο φόβος ας γίνει γιορτή όπως λέει κι ο Μίλτος…

Καραντίνα, τηλε-εργασία και οικογενειακές ιστορίες

Ξυπνάς το πρωί, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας.

Ξεκινάς δυναμικά, ξέρεις καλά ότι αυτά τα λίγα λεπτά θα είναι τα πιο παραγωγικά της ημέρας. Μόλις στείλεις τα πολύ πρωινά e-mails και δεις τις ενημερώσεις της ημέρας (όχι ότι δεν τις είχες δει από την προηγούμενη, αλλά λέμε τώρα…) ακούς την πρώτη φωνή από το βάθος.

«Μαμααααά, μπαμπααααά! Εεεεέλα»

Ξύπνησε ο μικρός (είναι σε κούνια με κάγκελα και δε μπορεί να ξεπορτίσει, ακόμα, μόνος του), αρχίσει στα αλήθεια το σημερινό πρόγραμμα.

Πας μέσα. Αν δει εσένα «θέλει τη μαμά». Αν πάει εκείνη «ο μπαμπάς που είναι;». Γκρινιάζει λίγο που πρέπει να αλλάξει, μετά γκρινιάζει λίγο που θα φάει πάλι αυτό το πρωινό, ρωτάει αν θα πάει σχολείο, γκρινιάζει που δε θα πάει (ενώ ως πριν από μία εβδομάδα γκρίνιαζε που θα πάει), κάνει γενικά ότι περνά από το χέρι του για να ξυπνήσει και το μεγάλο.

Σηκώνεται ο μεγάλος, ενώ εσύ έχεις μόλις πάρει τις πρώτες απαντήσεις από τη δουλειά. Πρώτη του δουλειά να τσακωθεί με το μικρό. Εθιμοτυπικά. Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί έτσι!

Τρώει κι εκείνος το πρώτο γεύμα της ημέρας. Το πρώτο από τα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα πάρα πολλά γεύματα της ημέρας. Τα αμέτρητα γεύματα της ημέρας…

«Τώρα, όπως ξέρεις, είναι ώρα για διάβασμα. Έχουμε πει κάθε μέρα 2 ωρίτσες, ναι;». Κάθεται ευχαρίστως να διαβάσει τα μαθήματα που έχεις αυτοσχεδιάσει, από ότι έχεις καταλάβει στην τετράμηνη θητεία σου ως «γονιός Α Δημοτικού».

Κάθεσαι κι εσύ στον υπολογιστή, αφού βρεις μια λύση στο «θέλω κάτι να παίξω» του μικρού. Προτείνεις playmobil, paw patrol, lego και τελικά παίζει με το τηλεκοντρόλ, το φορτιστή του κινητού και το ξεσκονόπανο.

Με τα πολλά, πιάνεις ξανά τον υπολογιστή, τα κείμενα, τις παρουσιάσεις, τα exclelόφυλλα (μακριά από εμάς), τα e-mails και αρχίζουν να χτυπάνε τηλέφωνα. Εννοείται πώς σε κάθε τηλέφωνο ή απαιτητικό θέμα, θα έχεις παρεμβολές.

«Μπαμπά, εδώ τι πρέπει να κάνω;» ή «Μπαμπά, κοίτα που έξυσα το μολύβι μου» και άλλα πολύ σημαντικά που πρέπει να επιλύσεις προκειμένου να μη βρει πάτημα να σηκωθεί από την απασχόλησή του. Ακαριαία, θα πεταχτεί κι ο μικρός. «Μπαμπά, εγώ κοίτα που έξυσα το ξεσκονόπανο»… Να τον καμαρώσεις κι εκείνον λίγο, να μην τον καμαρώσεις;

Ξανακάθεσαι και σκάει τηλέφωνο από το Διευθυντή. Παίρνεις τη φωνή του στυγνού επαγγελματία, την ανάσα στελέχους και το σηκώνεις. Μιλάς με σοβαρότητα και τυπικά. Μέχρι να εμφανιστεί παιδί που θα θέλει κάτι να σου πει. Συνήθως κάτι να φάει. Αν τους κάνεις νοήματα, θα καταλήξουν να κλαίνε που δεν τους μιλάς. Αν τους μιλήσεις θα καταλήξουν να κλαίνε επειδή δεν είπες αυτό που θέλουν.

Όπως παριστάνεις ότι ακούς, πιάνεις μπουφάν και βγαίνεις μπαλκόνι. Συνεχίζεις το τηλεφώνημά σου, ελαφρώς παγωμένος. Σύντομα παρατηρείς στη μπαλκονόπορτα δύο φάτσες κολλημένες, κόκκινες από ζόρι, να σε ψάχνουν. Τέλοσπάντων το τηλεφώνημα φτάνει στο τέλος του, μπαίνεις μέσα και πρέπει να απολογηθείς. Δίνεις φαγητό, δίνεις λύσεις στο τι να κάνουν και ξαναπιάνεις δουλειά.

Έχει μεσημεριάσει όμως πια. Σκάνε τα πρώτα τηλέφωνα από το σόι.

«Τι κάνετε, τα παιδιά πώς είναι;»

«Ακούσατε αυτό που είπε το πρωί ο Παπαδάκης»

«Μου είπε η Σούλα από απέναντι»

Όπα όπα, για κάτσε…

«Μάνα, δεν είπαμε δε βγαίνεις έξω;»

«Και μέσα τι να κάνω όμως παιδί μου;»

Εξηγείς για 340840247η φορά το ποίημα. Μένουμεσπίτι, ευπαθείς ομάδες, διάδοση, καραντίνα κλπ κλπ. Εννοείται ότι το βραδάκι θα χρειαστεί να τα εξηγήσεις ξανά. Μία λύση είναι να τα ηχογραφήσεις μία φορά και να τα βάζεις 2 φορές την ημέρα να τελειώνουμε…

Επιστρέφεις στον υπολογιστή. Νέα e-mails, εκκρεμότητες να κλείνουν σιγά- σιγά, φτάσαμε απόγευμα. Τελικά πιο πολλές είναι υπερωρίες σπίτι παρά στο γραφείο. Πριν κλείσεις, λες ας δω τι νέα. Τι το ήθελες κι εσύ… Βομβαρδισμός από fake news, άγχος, ανασφάλεια και τρόμο με γερές δόσεις από σχολιασμό σοσιαλμιντιακό. Όλοι ειδικοί κι όλοι άσχετοι. Σε πιάνει μία ταχυπαλμία, το κλείνεις μπας και ηρεμήσεις (αστείο…).

Το απόγευμα, ραντεβού με τον κ. Τσίοδρα. Παλιά οι μεσήλικες και οι μεγάλοι άνθρωποι, συντονίζονταν να δουν τον Άγνωστο Πόλεμο ή τη Λάμψη. Εμείς της καραντίνας, συντονιζόμαστε στην ενημέρωση για τον ιό. Και μέρα παρά μέρα στο διάγγελμα του Πρωθυπουργού.

Μετά αρχίζουν τα μηνύματα στα viber και στα messenger.

«Τον είδες

«Πώς τα βλέπεις»

«Δύσκολα τα πράγματα»

Απαντάς στα πρώτα, σύντομα χάνεις την ηρεμία σου, λες άσε, θα τα κλείσω όλα να ασχοληθώ με τα παιδιά να ξεχαστώ. Πιάνεις το παιχνίδι λοιπόν. Βασικά αναλαμβάνεις διαιτητής του παιχνιδιού. Ανά 5’ συνεργασίας και ηρεμίας, μεσολαβούν άλλα 5’ πλακωμού.

Μέχρι που βραδιάζει, έρχεται η ώρα να ηρεμήσει το σπίτι. Επί κανονικότητας, αυτό ήταν κατά τις 9. Τώρα έχει μετακινηθεί προς τις 11 και αν… Η γυναίκα σου ανακάλυψε (μάλλον τελευταία) τις Άγριες Μέλισσες και βλέπει διπλό επεισόδιο, ποδόσφαιρο πια δεν έχει για να την κοντράρεις, κάθεσαι κι εσύ και βλέπεις. Συζητάτε στις διαφημίσεις ποιος θα έχει εξοδόχαρτο την επομένη για σούπερ μάρκετ, κρεοπώλη κλπ. Στο τέλος το παίζετε κορώνα- γράμματα. Πάλι μέσα αύριο!

Αράζεις και κοιμίζεις τα παιδιά, με συζήτηση και κανένα βιβλίο. Ή σε κοιμίζουν εκείνα, ανάλογα το κέφι… Μεταξυπνάς στον καναπέ, τα πας στα κρεββάτια τους, μαζεύεις παιχνίδια, ποτήρια, πιάτα κι ότι άλλο μπορεί να βρίσκεται στο σαλόνι (το ξεσκονόπανο ας πούμε), κλείνεις τα φώτα και πας για ύπνο κι επίσημα.

Το επόμενο πρωί, ξυπνάς, μία ολόκληρη ώρα αργότερα από ότι παλιά, τότε πριν τον κορωνοϊό και την καραντίνα του. Τα παιδιά κοιμούνται. Φτιάχνεις ωραίο σπιτικό καφέ και βάζεις τα ρούχα της δουλειάς (πουκάμισο, φόρμα, παντόφλα) για να πας γραφείο (γωνία καθιστικό, όπως κοιτάς, αριστερά). Ξεκινά άλλη μία μέρα καραντίνας…

Ένας είναι ο εχθρός, τώρα, ο αόρατος ιός!

Είναι σημαντικό, να ξέρεις πότε και τι είδους κριτική θα κάνεις. Κι ακόμα σημαντικότερο, να μη ξεχάσεις όταν είναι η κατάλληλη στιγμή, να κάνεις απολογισμό.

Σε φάσεις κρίσης λένε πολλοί πως «δεν είναι ώρα να πολιτικολογούμε». Διαφωνώ. Η κρίση είναι εξ’ ορισμού μία κατάσταση που η πολιτική πρωταγωνιστεί.

Πολλοί επίσης λένε πώς «τώρα δεν πρέπει να υπάρχουν αντιδικίες αλλά συναίνεση». Σε αυτό συμφωνώ. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να παρατηρείς, να εντοπίζεις αρρυθμίες και να τις επισημαίνεις προς διόρθωση. Από την άλλη και η γκρίνια για τη γκρίνια δεν προσφέρει απολύτως τίποτα.

Δυστυχώς, λίγο η κλεισούρα, λίγο η πίεση που όλοι νιώθουμε, λίγο ο φανατισμός και οι ατελείωτες βεβαιότητες που μας χαρακτηρίζουν, έχουν οδηγήσει τη δημόσια συζήτηση σε μία άγονη αναπαραγωγή μονολόγων και προσωπικών ποιημάτων. Μία κασέτα σοσιαλμιντιακή.

Το σκεφτόμουν αυτές τις μέρες μετά τα διαγγέλματα του Πρωθυπουργού. Όταν έλεγες «είπε τα αυτονόητα» ήσουν μίζερος για τους υποστηρικτές του. Αν πάλι συμπλήρωνες «το χειρίζεται γενικά σωστά», έπεφτε κράξιμο εξ’ αριστερών. Εγώ δηλαδή που θεωρώ ότι κάνει τα αυτονόητα, δηλαδή ακολουθεί τις προτάσεις των ειδικών και παίρνει μέτρα έχω απέναντί μου τους μεν ως «μίζερος και μηδενιστής». Και την ίδια στιγμή, όταν αναφέρω ότι τα μέτρα που έχει πάρει μου φαίνονται σωστά και χρήσιμα, μου λένε «έφτασες να υποστηρίζεις το Μητσοτάκη».

Δηλαδή είναι κακό να είσαι εκτός ΝΔ αλλά να μπορείς να πεις ότι ο Πρωθυπουργός κινείται συνετά και με σοβαρότητα; Δηλαδή είναι τόσο τρομερό να αναγνωρίσεις ότι σωστά για παράδειγμα έκλεισε σχολεία και γήπεδα; Ή και ότι σωστά αποφάσισε να κλείσει και τις Εκκλησίες;

Από την άλλη, είναι τόσο τρομερό, να πεις ότι άργησε να αποφασίσει το κλείσιμο των Εκκλησιών; Ή ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή τη φάση βάζει πλάτη και βοηθά στη συναινετική αντιμετώπιση, με προτάσεις και κυρίως αποφεύγοντας τις κορώνες; Καλά δε συζητώ τι χαμό μπορεί να σηκώσει μία φράση του στυλ «ο Ξανθός στο Υγείας έκανε σοβαρή προσπάθεια να κρατήσει σε καλή κατάσταση το ΕΣΥ». Αμέσως θα ξεκινήσει η μάχη που με μαθηματική ακρίβεια θα καταλήξει σε σκληρή μονομαχία Πολακοκλάστες vs Πολακολάτρεις.

Γενικά επικρατεί ένας μικρό χάος. Και προφανώς δε βρισκόμαστε σε κανονικές συνθήκες. Σε «κανονικότητα» μία κωλοτούμπα όπως του Άδωνη στο θέμα των τιμών και της κερδοσκοπείας σε προϊόντα πρώτης ανάγκης θα ήταν αντικείμενο για δίκαιο και σκληρό κράξιμο. Τώρα δεν είναι. Αρκεί που πήρε πίσω τη μαλακία που είπε περί «ελεύθερης αγοράς».

Σε κανονικές συνθήκες, τύποι όπως ο Μπογδάνος ή ο Πορτοσάλτε που ανυπομονούσαν για κλείσιμο νοσοκομείων θα έπρεπε να κατακριθούν σκληρά. Τώρα όμως δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Στο μέλλον ας το θυμόμαστε. Ακόμα και η Ε.Ε, που εδώ και 10 χρόνια απαιτούσε ή αποδεχόταν σαν μέτρα «βελτίωσης της οικονομίας» τις περικοπές στην Υγεία και σήμερα «στέκεται δίπλα μας» και ανακοινώνει ότι θα μας βοηθήσει, είναι για κράξιμο. Αλλά όχι τώρα. Δεν είναι η στιγμή. Το timing στη ζωή και στην πολιτική έχει μεγάλη σημασία.

Στη φάση που βρισκόμαστε, αυτό-περιορισμένοι σπίτια μας, ας μείνουμε νηφάλιοι, ήρεμοι και ψύχραιμοι. Να έχουμε το καθαρό μυαλό να αναγνωρίσουμε τα θετικά (ακόμα κι αν είναι αυτονόητα, δεν είχαμε πάντα σε αυτή τη χώρα την κοινή λογική), να εντοπίζουμε με παραγωγικό τρόπο αδυναμίες (για παράδειγμα στα εργασιακά όπου υπάρχουν πολλά κενά στις προβλέψεις) και τα αρνητικά να τα προσπερνάμε, όχι ξεχνώντας τα, αλλά βάζοντάς τα στην to do λίστα μας για μετά ταύτα. Με την υπόσχεση όμως στους εαυτούς μας, να μην ξεχάσουμε την καταγραφή αυτή.

Ας παρατήσουμε λοιπόν αυτή την εμμονή να επιτεθούμε στον «εχθρό» σε κάθε ευκαιρία. Ας επικεντρωθούμε στις λύσεις κι όχι στο πρόβλημα. Αυτή τη στιγμή ο εχθρός δεν είναι ο πολιτικός αντίπαλος αλλά ένας αόρατος ιός.

Ίσως, λέω ίσως, μετά από όλο αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε ότι θα φέρει σοβαρές αλλαγές στη ζωή μας, να καταφέρουμε να μπορούμε να πολιτικολογούμε ο καθένας από το ιδεολογικό του μετερίζι χωρίς φανατισμό και άγονα αλλά ουσιαστικά. Όχι τίποτα άλλο, αλλά μετά θα έχουμε σοβαρά κοινωνικά, εργασιακά, εκπαιδευτικά και οικονομικά ζητήματα να λύσουμε.

Μπορεί λοιπόν να βγει κάτι καλό. Μπορεί και όχι φυσικά (η προϊστορία δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας).

Μήπως είμαι μαλάκας τελικά;

Ιούνιος 2015. Θυμάμαι , λίγο πριν γίνει το διάγγελμα στο δημοψήφισμα, είχε φτάσει στα αυτιά μου ως «φήμη». Βάσιμη.

Δεν πήγα στην τράπεζα. Λίγο που δεν ήθελα να το πιστέψω, διαφωνούσα και ακόμα διαφωνώ με το χειρισμό και το χρόνο που επελέγη να γίνει. Λίγο που δεν ήθελα να είμαι ανεύθυνος και υπερβολικός. Δεν πήγα. Αμέσως μόλις τελείωσε το διάγγελμα, μεσάνυχτα σχεδόν, άκουσα τη γειτονιά να ενεργοποιείται. Σκέφτηκα πώς είναι λάθος να το κάνουμε αυτό κι έκατσα μέσα.

Σε μία περίοδο δύσκολη οικονομικά, με ανεργίες, απληρωσιές και ένα παιδί 2 χρονών, αποφάσισα να μείνω σταθερός στα πιστεύω μου και σε ότι εγώ θεωρούσα ώριμη στάση ως πολίτης. Τις επόμενες μέρες, θυμόμαστε όλοι τι συνέβη. Χρήματα με το σταγονόμετρο μετά από αναμονή μεγάλη σε ουρές με κόσμο έτοιμο να καυγαδίσει και να εξοργιστεί με την παραμικρή σπίθα. Κουτσά, στραβά, πέρασε όλο αυτό. Κι έμεινα με την απορία αν τελικά τότε ήμουν «ώριμος πολίτης» ή απλά μαλάκας.

Μάρτιος 2020. Πέντε χρόνια από τότε, χωρίς να έχω απαντήσει στο ερώτημα αυτό, η ζωή τα έφερε έτσι που η απορία έγινε ξανά επίκαιρη. Οι οδηγίες λένε «Μένουμε Σπίτι». Έτσι λέει προστατεύουμε τις ευπαθείς ομάδες και καθυστερούμε τη διάδοση του ιού προκειμένου να βοηθήσουμε το Σύστημα Υγείας (που ξαφνικά όλοι αγάπησαν) να αντέξει. Οι αρμόδιοι επίσης ξεκαθαρίζουν ότι δεν τίθεται θέμα τροφοδοσίας της αγοράς. Δε χρειάζεται να στοκάρουμε ανεξέλεγκτα.

Ξανά το δίλημμα, «ώριμος πολίτης» ή απλά μαλάκας;

Όντας στους τυχερούς αυτή τη φορά (σε σχέση με το 2015) που η δουλειά μου σε μεγάλο βαθμό γίνεται από το σπίτι ενώ και εντός του στενού πυρήνα (των 4 της οικογένειας δηλαδή) δεν υπάρχει κάποιο άτομο υψηλού κινδύνου, μοιάζει να έχω μικρότερο ρίσκο από τους περισσότερους γύρω μου.

Τα παιδιά  όμως- κι όχι μόνο αυτά άλλωστε κι εγώ είμαι πολύ του «έξω»- διψάνε για βόλτα. Γιατί να μην τους κάνω το χατήρι; Μα πρέπει να είμαι πειθαρχημένος στις οδηγίες. Θα κάτσουμε μέσα και θα βγαίνει ένας εκ των ενηλίκων για τα απαραίτητα. Αυτή είναι η «οικογενειακή γραμμή», από τη μέρα που έκλεισαν τα σχολεία.

Όσο εμείς κοιτάμε τα ντουβάρια, βλέπουμε στις ειδήσεις και στα ιντερνέτ κόσμο να μαζεύεται σε οργανωμένες παραλίες, να πίνει καφεδάκια (μέχρι να μας κλείσουν καφέ και παραλίες) και γενικά να διακοπάρει. Μέχρι και στη Βουλγαρία λέει πήγαν για καφέ! Όσο εσύ και τα παιδιά σου, στερείσαι πχ την αθλητική δραστηριότητα, το ποδόσφαιρο πχ που τόσο αγαπάς να παίζεις και να βλέπεις, άλλοι συρρέουν στις Εκκλησίες που για κάποιο λόγο έχουνε (ξε)μείνει ανοικτές.

Κι έρχεται ενστικτωδώς η ίδια απορία, εγώ μαλάκας είμαι δηλαδή;

Μπορεί και να είσαι. Αλλά μπορεί και όχι. Είναι μία συνειδητή επιλογή που κάνει κανείς, με βάση τις αξίες και την κοσμοθεωρία του. Καμιά φορά με κόστος (να κάνεις μέρες με 2 ευρώ αποθεματικό πχ και το άγχος στα ύψη με το μωρό ή να μείνεις κλεισμένος μέσα χάνοντας μεροκάματα ή κάποια ψυχαγωγία). Είναι όμως στην κρίση σου, τι είναι το σωστό. Δε μπορεί κανείς να στο φυτέψει στο κεφάλι. Ασφαλώς, κάπου εδώ μπαίνει το θέμα της κρατικής παρέμβασης, αλλά αυτή είναι μία άλλη, πολύ μεγάλη, συζήτηση…

Αν καταρρεύσει το σύστημα γύρω σου (είτε Υγείας είναι είτε Τραπεζικό) θα αποδειχθεί ότι μπορεί και να ήσουν όντως μαλάκας που δεν κάλυψες τον κώλο σου. Αλλά θα έχεις συνείδηση ήσυχη. Και ένα καλό παράδειγμα διδάξει στα παιδιά σου. Μήπως στις επόμενες στραβές (έτσι είναι η ζωή) εκείνα λειτουργήσουν αλλιώς και βάλει και κανένα γκολ η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη στον ατομισμό!

Όχι ότι είναι μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Συμβαίνει κάθε μέρα. Όταν ψάχνεις να παρκάρεις αγνοώντας την ελεύθερη θέση για ΑμΕΑ και παρκάρει εκεί κάποιος άλλος ας πούμε. Νιώθεις μαλάκας ίσως, αλλά τελικά μήπως δεν είσαι εσύ ο μαλάκας της υπόθεσης; Απλά, σε τέτοιες φάσεις κρίσεις, όλα μεγεθύνονται.

Για να μην τα πολυλογώ, αυτό το «μήπως είμαι μαλάκας» περνάει από το μυαλό μου συνεχώς. Όλη μέρα. Με γεμίζει με άγχος και ανασφάλεια. Με στοιχειώνει. Αλλά στα 37 μου πια, έχω νομίζω αποκτήσει μία υποδομή να μπορώ να μένω σταθερός στα βασικά αξιώματα.

Ναι λοιπόν, ας είμαι μαλάκας.